Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Τρεις νύχτες φαγούρα

Πράξη 1. Κατεβαίνοντας προς το σπίτι της Δανάης, άκουσα το ντιγκ ντιγκ στο κινητό μου και έτσι όπως ήμουν αμέριμνη διάβασα το μήνυμα του ψυχάκια πρώην μου ότι είναι στο πίσω αμάξι. Αφού στραβωτιμόνιασα και τον είδα στον καθρέφτη, με έπιασε ταχυπαλμία, γκάζωσα και εξαφανίστηκα. Ευτυχώς, γιατί έτσι έφτασα στο Κολωνάκι στην ώρα μου και ξεμπούκωσα και το Micra. Στο Κολωνάκι ήταν ένας σκύλος ο Βαγγέλης και ένας φίλος ο Μακρής. Όταν καθήσαμε για ποτό, ο Μακρής δεν είχε πολύ όρεξη γιατί σκεφτότανε την Aston Martin που ποτέ δεν θα γίνει δική του, ενώ ο Τόμπρος ονειρευότανε να ανέβει στα τραπέζια του πασίγνωστου Incontro club στο Μενίδι. Τελικά πήγαμε για ύπνο, γιατί χωρίς τον Μακρή ήμασταν ένα τίποτα, μια κουκίδα στον χάρτη χαμένη. Το βράδυ το όνειρό μου ήταν υπερπαραγωγή: Έτρεχα σε ένα παλάτι πάνω κάτω για να βρω το γατάκι μου που εξαφανίστηκε και τελικά ένας φίλος μου το βρήκε ψόφιο σε ένα ντουλάπι. Η Μαρία είπε ότι αυτό σημαίνει γκρίνια. Εγώ νομίζω ότι είχα φάει πολύ στο Evergreen.

Πράξη 2. Μετά τη δουλειά πήγαμε με τον μπαμπάκα στη συμβολαιογράφο για την γονική υπερ-παροχή. Μιας και κατεβήκαμε ως το κέντρο επέμενα να κεράσω ένα σουβλάκι στον Θανάση στο Μοναστηράκι και ο μπαμπάς έλεγε "Χριστέ μου αντάλλαξα το σπίτι για ένα κεμπάπ!". Επειδή με έπρηξε φύγαμε στο στάδιο της χώνεψης και την ώρα που τον έπιανε ο λήθαργος κόντεψε να πέσει στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας.

Πράξη 3. Χρώματα Βυθού. Όλοι είχαμε διαλέξει τι θα πάρουμε (εκτός από τη σελίδα 3 που είχε δώρο μια μύγα) και ο Μάνος ακόμα πάρκαρε στου Παπάγου. Όταν παραγγείλαμε και φάγαμε την πρώτη πιρουνιά, ο Κωνσταντίνος ήδη έτρωγε γλυκό. Την ώρα που μιλούσαμε για κάτι πρωτότυπο, δηλαδή για την Aegean, η Δανάη έριχνε πιπέρι με τον διαστημικό μύλο που έβγαζε φωτάκια και ο Νίκος αδιάφορος έλεγε ότι ένα φωτάκι έχει καεί (Αυτό ήταν το πρόβλημα). Το φαγητό ήταν πολύ ωραίο και η Crème brûlée καλύτερη. Στην έξοδο ο Κωνσταντίνος ξεπέρασε τα όριά του και ενώπιον όλων έδωσε το λόγο του ότι θα έρθει μαζί μας στο παγοδρόμιο. Δίνω άλλο ένα κεμπάπ για να τον δω με τα παγοπέδιλα..

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Δώσαμε, δώσαμε!

Την παραμονή των Χριστουγέννων ο νορμάλ κόσμος κάθεται στο ζεστό σπιτάκι του και ξύνεται, εγώ όμως έβαλα ξυπνητήρι για άλλη μια φορά. Στο γλυκοχάραμα, εκεί που έβαζα μάσκαρα για έξτρα όγκο και στιφογυριστές βλεφαρίδες στο πρησμένο μάτι μου, ο πατέρας μου σταυροκοπιόταν και με ρώταγε που πάω πρωι πρωί και έχω βάλει πάνω μου την Άρτα και τα Γιάννενα. Του είπα ότι είναι μυστικό, αλλά επέμενε να ρωτάει. Στην τρίτη φορά τον απείλησα ότι αν του αποκάλυπτα το μεγάλο μυστικό θα έπρεπε να πληρώσει. Η απάντηση ήταν "πήγαινε παιδάκι μου στο καλό δεν θέλω να μάθω" και μου έριξε μια κλωτσιά για να φτάσω πιο γρήγορα στην πόρτα. Το μεγάλο μυστικό ήταν ότι πήγαινα να αλλάξω τα λάστιχα του Micra. Ήταν το χριστουγεννιάτικό του δώρο, και το δικό μου δώρο της δουλειάς που έκανε φτερά. Ο Παναγιωτάκης ξαναμπήκε στο Micra και συνέχιζε να είναι copy paste απο νταλίκα. Για να σκοτώσω την ώρα μου μέχρι τις 11 που δούλευα πήγα πρωινή επίσκεψη στην Έρη για καφεδάκι και της χτυπούσα τα κουδούνια. Εκείνη νόμιζε ότι θα είναι τα παιδάκια για τα κάλαντα και με είπε ηλίθια για άλλη μια φορά. Για τιμωρία ήθελε να με βάλει να της μελώσω τα μακάρονα και να ζαχαρώσω τους κουραμπιέδες, αλλά το έπαιξα Κινέζος γιατί βαριόμουνα. 

Όταν πήγα στη δουλειά τα πράγματα δεν ήταν καθόλου ήρεμα όπως περίμενα. Οι επιβάτες περνούσαν χριστουγεννιάτικη κρίση μαλ**ίας. Είπα σε έναν "H όπως λέμε Hotel" και μου έλεγε "Μμμμμ, μ'αρέσεις που είσαι πρόστυχη", ενώ ο επόμενος μου ελεγε "D όπως λεμε ντουντούκα". Απεγνωσμένη Αλβανίδα σε οικονομική κρίση ρώτησε αγχωμένη "Ελλάδα Αλβανία πόσο είναι" και της είπα "ένα-μηδέν", γιατί περνάω κι εγώ την προαναφερθείσα κρίση μαλ**ίας και δεν μπορούσα να συγκρατηθώ. Στην ανταλλαγή των δώρων μου πήραν πάλι αφρόλουτρα και κρέμες όπως πέρυσι κι άρχισα να ανησυχώ μήπως βρωμάω, γιατί κι εγώ γι'αυτό ψώνισα κολώνια και body spray στον δικό μου τυχερό παραλήπτη. Την ώρα που εργαζόμουνα σκληρά, ο Παναγιωτάκης οδηγούσε το καλλίγραμο αμάξι μου με το λαδωμένο φανελάκι του και σε ολόκληρη Αθήνα τον συνάντησε η μάνα μου που ήταν στο πίσω αμάξι και τον πέρασε για κλέφτη, λες και όλοι οι λωποδύτες λιγουρεύονταν το Micra. Αφού λύθηκε το μυστήριο, πήρα κι εγώ το Micra να το οδηγήσω κι ενώ ο Παναγιωτάκης μου είχε υποσχεθεί ότι θα νιώσω άλλο αμάξι, εγώ ένιωσα το ίδιο αμάξι, αλλά είπα ουάααου για να μην τον κακοκαρδίσω.

Κι ενώ η βραδινή μας έξοδος έπρεπε να είναι γαβ γαβ, για άλλη μια φορά κατέληξα στην Αγ. Παρασκευή, για να πιω τουλάχιστον ένα ρημαδοποτό. Σε ανύποπτο χρόνο βγήκα από το μπαράκι για να πάρω ένα τηλέφωνο και όταν ξαναγύρισα μπέρδεψα τα μπαρ που ήταν όλα ίδια και μπήκα σε δυο τρία μέχρι να βρω το σωστό. Δωδεκάμιση η ώρα κοιμόμουνα στο κάθισμα του συνοδηγού για να κρατάω παρέα στον οδηγό με το ροχαλητό μου. Ευτυχώς με πήγε ως την πόρτα του σπιτιού μου και με εγκατέλειψε εκεί σε ένα πορτ μπεμπέ με χαρτάκι "δώστε μου κι εμένα ένα κρεβατάκι, χρόνια πολλά", γιατί αλλιώς θα ήμουν αναγκασμένη να περπατήσω ως το δωμάτιό μου....

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Nightmare before Christmas


Την μοναδική Κυριακή του χρόνου που τα μαγαζιά είναι ανοιχτά, έβαλα ξυπνητήρι, μην χάσω καμιά βιτρίνα. Στην Ερμού γινότανε της πόπης από κόσμο και σηκωνόμουνα συνεχώς στις μύτες για να βλέπω μπροστά, που πήγαινε ο επιτάφιος. Τότε κατάλαβα ότι μπερδεύω τις γιορτές σαν τη γιαγιά Γεωργία, αλλά δεν έδωσα σημασία και συνέχισα να σπρώχνομαι με τους διπλανούς μου για ακατανόητους λόγους. Μακάρι να στολίζαμε το έλατο το Πάσχα και να ρίχναμε τώρα τα δυναμιτάκια, να καθάριζα μερικούς από δίπλα μου γιατί ασφυκτιούσα. Είπα να δραπετεύσω με την όπισθεν, αλλά κοίταξα πίσω και ένιωσα σαν την αχλάδα. Με έπιασε κρίση υστερίας.. δρόμος σωτηρίας δεν υπήρχε, οπότε χαλάρωσα και το απέλαυσα. Έβγαλα και κανα δυο αναμνηστικές φωτογραφίες τους διπλανούς μου με το κινητό, στα κρυφά. Ο ένας το κατάλαβε. Ο άλλος χαμπάρι, κοιτούσε το κεράκι του μην σβήσει. Δεν ξέρω τι λέτε και αν είναι Χριστούγεννα ή όχι, εγώ πάντως όταν κατάφερα να ξεκολλήσω από το χάος φώναξα Ανάσταση! Μωρέ καλά τα λέει η γιαγιά..

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Ο χρήστης Nudge (πάλι) έγραψε!

1η Φεβρουαρίου 1958: Εκτοξεύεται ο Explorer1. 1η Φεβρουαρίου 1992: O Bush και ο Yeltsin υπογράφουν τη συνθήκη του Κάμπ Ντέιβιντ. 1η Φεβρουαρίου 2008: Βρήκα στο inbox μου ένα μήνυμα από τον Γιάννη Μακρή.  Τις επόμενες ημέρες αντάλλαξα διάφορα μηνύματα με τον μυστηριώδη Γιάννη και έμαθα πολλά πράγματα γι'αυτόν, δηλαδή ότι αν ήταν χώρα θα ήταν το Ιράν, θα ήθελε να ζει στο Παρίσι και στην προηγούμενη ζωή του ήταν ο Ηρακλής. Μακάρι να του κοβε κάποιος το κεφάλι σαν τη Λερναία Ύδρα, γιατί το έπαιζε δύσκολος και μου την έσπαγε. Ήθελε λέει να στείλουμε 100 μηνύματα και να το γιορτάσουμε με πάρτυ για να γνωριστούμε. Κλαπ κλαπ. Κι εγώ αποφεύγω γενικά τέτοιου είδους συναναστροφές, αλλά με τον Γιάννη μας ένωνε η ίδια μαλακία. Έχει τρελό χιούμορ (μεγάλο ατού) και το μυαλό του είναι πολυυύ μπροστά. 

Όταν πρωτοβρεθήκαμε έβρεχε κι ώσπου να φτάσω στο ραντεβού έπεσα σε όλες τσι λούμπες. Ενώ έβριζα τον Άη Σπυρίδωνα, τον βρήκα να περιμένει ατάραχος, κοσμάρα.. αν όντως έβρεχε καρέκλες θα είχε πάρει και μια να κάτσει πιο άνετα. Όσο πίναμε καφέ την έλεγε ο ένας στον άλλον ασυστόλως, κι εγώ κάθε δυο λεπτά τον σκούνταγα σαν τη Μενεγάκη με αυτά που μου έλεγε. Ξαναβρεθήκαμε στο Hook που είχε πάρτυ μασκέ. Είχα ντυθεί emo, γιατί δεν μπορώ τις μάσκες που σε καλύπτουν ως τον λαιμό και μετά μυρίζεις προφυλακτικό για τρεις μέρες. Έβαλα το πάνινο σταράκι μου και τον κόκκινο μου φιόγκο και κοκκάλωσα τα μαλλιά μου με ένα μπουκάλι λακ. Ανησυχούσα μήπως δεν ξεχωρίσω τον Γιάννη που θα φορούσε καμιά στολή σαν τον Remi Gaillard, αλλά ήταν ξενέρωτος και ήρθε με το τζινάκι του. Και καλά ότι δεν μπορεί τα dress code ούτε και του αρέσουν οι απόκριες, τα κομφετιά και οι σερπαντίνες.Αφού μας γέμισε κατάθλιψη, ήπιαμε για να ξανακάμουμε κέφι και στο τέλος ήμασταν σε φάση εδώ πατάς, εκεί πατάς (που είναι ο πατάς;). Κάπου εδώ σταματάει η περιγραφή της βραδιάς.

Με τον Γιάννη βρεθήκαμε κανά δυο φορές ακόμα. Μου πήρε και δρακουλίνια. Σε λίγες μέρες έφυγα από το νησί. Ξενέρωσα, δεν ήθελα να γυρίσω στην Αθήνα. Anyway.. έμαθα επιτέλους ποιος είναι αυτός ο μυστηριώδης Γιάννης. Και μ'αρέσει όταν μου στέλνει ακόμα κανένα μήνυμα στο inbox (για να μην ξεχνιόμαστε) και με βρίζει στα κερκυραίικα γιατί είμαι πάλαι offline! Όταν νταραβερίζομαι με κανέναν και με ρωτάει με υφάκι ποιός είναι αυτός ο Γιάννης που κάνει συνέχεια like και comment στη γκόμενά του! Όταν με κοροιδεύει γιατί τάχα δεν ξέρω να οδηγώ, ενώ αυτός τραβάει ποδαρόδρομο από την πόλη ως το κανόνι και στην κορφή κανέλα. Α στο καλό, συγκινήθηκα κιόλας. Πάρε κανά τηλέφωνο όταν έρθεις, μοσχάρι!! Και ψάξε επιτέλους εκείνα τα σαπούνια..

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Γελάει καλύτερα όποιος γελάει μόνος του...


Σήμερα ξύπνησα κάπως απότομα και πριν αποκτήσω επαφή με το περιβάλλον έπινα καφέ στο βενζινάδικο από τα χεράκια του Ηλία βλέποντας Δόγγανο και περιμένοντας τον Παναγιωτάκη για το service. Όταν ήρθε, άρχισε να με ρωτάει σε μια ακατανόητη διάλεκτο για κάτι φίλτρα μπαταρίας, κάτι φούσκες και κάτι μπουζοκαλώδια, λες και ήμουν κολλητός του. Μέσα στο Micra, ο Παναγιωτάκης ήταν τεράστιος, ήταν copy paste από αλλού. Μέχρι να τελειώσει τη δουλειά του, εγώ είχα γυρίσει όλα τα γύρω μαγαζιά και ψώνιζα ό,τι έβρισκα. Όταν γύρισα κραδαίνοντας περιχαρής τις τσάντες, με ρώτησε τι πήρα και για αντίποινα του είπα eye liner, κρέμα νυκτός για ανάπλαση και φον ντε τεν, λες και ήταν κολλητή μου. Μετά τη συνεννόησή μας στα γιαπωνέζικα, πήρα το καλό μου αυτοκινητάκι και πήγα να ετοιμαστώ για τη φανταστική μας έξοδο..

Ο Κωνσταντίνος είχε κινήσει γη και ουρανό για να αλλάξει το πρόγραμμά του και να πάμε στο πολυαγαπημένο Doors, που έχει χτίσει ο Αντώνης Καλογρίδης μαζί με τον Μάνο. Ο Κωνσταντίνος, σαν μόνιμος θαμών, μας είχε πει τα καλύτερα, άλλα όσο πίναμε και χορεύαμε τον έπιασε ένα άγχος μήπως δεν περνάμε καλά και όλο μας κοιτούσε έναν έναν σαν να μας ρωτούσε "Σας αρέσει;", απαντάμε "Ναι", μας ρωτάει "Πόσο;", "Τόσο!" κι αυτός πάλι "Πόσο;"... Μέχρι το τέλος του κόσμου, μέχρι να χάσω το φως μου, μέχρι στον ουρανό να μην πετάνε ..αεροπλάνα. Επιγνούς το μέγεθος, δεν μας ξαναρώτησε και συνέχισε να χορεύει. Από το πολύ κέφι, ή από το πολύ ποτό, χόρευε και η Αγγελική και ο Νίκος που εν αρχή είχαν φρικάρει, μετά όμως δήλωσαν συμμετοχή για το επόμενο Σάββατο. Το ίδιο και η "Barbie χορεύτρια" (στα 25 ευρώ στα Jumbo) με τις φίλες τις, που ήταν ίδιες, αλλά νόμιζαν ότι είναι διαφορετικές. Εννιά η ώρα το βράδυ και το μαγαζί δήλωσε ότι Το Πάρτυ Τελείωσε. Εμείς όμως, σαν Aegean τύποι που είμαστε, ξέραμε ότι Το Πάρτυ τώρα αρχίζει και φύγαμε για το σπίτι της Έρης.

Το πάρτυ είχε οργανωθεί πολύ καλά και από υπερβάλλοντα ζήλο είχαμε σβήσει τα φώτα και το είχαμε βουλώσει κανά μισάωρο πριν φτάσει ο Σπύρος. Όταν επιτέλους το αποφάσισε να έρθει, τον υποδεχτήκαμε με τα φλας μες στη μούρη και αυτός καθότανε στην πόρτα και κοιτούσε σαν alien. Πάνω στην ένταση του πάρτυ, η Πένυ αποφάσισε να μου πει όλα της τα μυστικά μες στο υπνοδωμάτιο όπου, εν αγνοία μας, κλείσαμε την πόρτα και κλειδωθήκαμε μέσα. Ευτυχώς ήμασταν αναίσθητες και συνεχίσαμε την κουβεντούλα μας ανενόχλητες, την ώρα που η Έρη μας φώναζε τρομοκρατημένη Don't panic και ο Σπύρος προσπαθούσε να σπάσει την κλειδαριά. Όταν βγήκαμε γουργούριζε η κοιλιά μου και έκανε ολόκληρη συμφωνία με την κοιλιά της Νάντιας, οπότε είπαμε ότι πάμε για τσιγάρα και δεν γυρίσαμε ποτέ, γιατί είχαμε πάει για φαί. Γυρνώντας είχαν ανησυχήσει όλοι, αλλά τους βγάλαμε τρελούς όπως μόνο εμείς ξέραμε, ότι δεν αργήσαμε τρία τέταρτα, απλώς τους φάνηκε πολύ επειδή δεν μπορούν στιγμή μακριά μας. Με την εν λόγω τακτική φάγαμε ανενόχλητες και την πίτσα που είχαν παραγγείλει στο μεταξύ, ενώ η Μαρία νηστική ήταν και νηστική παρέμεινε. Για να ολοκληρωθεί το μενού φάγαμε και το cheese cake και μετά σωριαστήκαμε στον καναπέ και γελούσαμε μόνες μας ως συνήθως, με διάφορα σκηνικά και πράγματα που κανένας άλλος δεν θεωρεί αστεία, αλλά γελούσαν όλοι με το πώς γελούσαμε. Το πάρτυ κάπου εκεί τελείωσε, γέλασαν όλοι καλά και εμείς καλύτερα..

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Η γιαγιά Γεωργία


Στον πηγαιμό για τη Λούτσα ήταν μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτεια, γεμάτος γνώση. Όταν έφτασα πια στο Κορωπί αποφάσισα να πω στην Έρη διακριτικά ότι έχασα την έξοδο γιατί ήμουνα κοσμάρα κι εκείνη με έβριζε. Ευτυχώς βρήκαμε ένα μονοπάτι στα βουνά και φτάσαμε στο πολυπόθητο σπίτι της γιαγιάς. Η γιαγιά όταν μας είδε χασκογέλαγε και μας έλεγε "καλώς τες", ενώ ο ρανταπλάν που κρύβει μέσα της έλεγε "ποιές είναι αυτές οι καλές κυρίες;". Η καημένη είχε πάθει πολιτισμική σύγχυση με μπαρμπάδες, ανίψια και εγγόνια και σύγχυση γενικότερη. Καθώς ρουφούσε τον ελληνικό της, η γιαγιά, wannabe βιοπαλαίστρια, μας εκμυστηρεύτηκε ότι δουλεύει με τη Βουλγάρα σαν καθαρίστρια για να βγάλει τα προς το ζην. Που και που το έπαιρνε πρέφα ότι κάτι δεν πάει καλά και έλεγε ότι "έχει πάθει άνοια, αλλά πάλι καλά που δεν έχει άνοια". Αφού αναμάσησε σαρανταοχτώ φορές την ίδια πρόταση, μας καληνύχτισε στις τρεις το μεσημέρι και μας έδιωξε με τακτ, γιατί έπρεπε να κοιμηθεί για βράδυ. Φεύγοντας ανακαλύψαμε ότι το λάστιχο του αμαξιού είναι πίτα και, επειδή η γιαγιά δεν είχε καρούλια για να μας πάει εκείνη, κάναμε ότι δεν το προσέξαμε και πήγαμε και βόλτα στη Ραφήνα για βάφλα. Τώρα που μιλάμε, το λάστιχο συνεχίζει να γυρνάει την Αθήνα πίτα. Ρε Αη Βασίλη;; Τι θα γίνει με κείνον τον φανοποιό που σου ζήτησα;;;

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Thank God it's Friday..


Παρασκευή βράδυ και ήθελα τραλαλί ήθελα τραλαλό, κατέληξα όμως σε Rnb party στην Αγ.Παρασκευή (βοήθειά μας) με μια παρέα πρότυπο ανομοιογένειας, μεθυσμένη πριν προλάβει να πιει.. Είναι μερικά βράδυα που βγαίνεις προκατειλημμένος ότι θα περάσεις σκατά. Μάλιστα η Πένυ τόσο πολύ το πίστευε, που τα πάτησε κιόλας και μετά το έπαιζε cool. Με το γούρι μας κάτω απο τα πόδια της, βρήκαμε να παρκάρουμε αμέσως και πήγαμε στο super yo yo party που ήταν γεμάτο ράπερς και σκόρπιους αράπερς κομπάρσους για καλύτερο εφέ. Αράξαμε στο μπαράκι στο βάθος. Γύρω μας άκυροι κάγκουρες να χαζεύουν τις χορεύτριες, σαλάκι, μάτι γουρλωμένο, στάση αγγούρι και πόδι πάνω κάτω ρυθμικά.

Το δεκαεφτάχρονο που συνοδεύαμε (ή μαλλον μας συνόδευε, γιατί ήταν πιο μπασμένο στα κόλπα από μας), ερωτεύτηκε έναν τυπά περίεργο που είχε ντυθεί παπάς. Εγώ και η Πένυ δεν είχαμε ώρα για έρωτες, γιατί είχαμε αφοσιωθεί στα ξηροκάρπια. Ο Κώστας ίδρωνε και ξείδρωνε από τις ζεστές ματιές μιας πούστρ** εκεί δίπλα, αλλά ντρεπότανε να βγάλει το πουκάμισο, γιατί είχε αμάνικο φανελάκι και φοβότανε μην τον περάσουν για Αλβανό. Κρίμα, γιατί θα τον πηγαίναμε και στο δίπλα μαγαζί που ήτανε γιάφκα και θα ένιωθε οικεία.. Τελικά καθήσαμε στα αυγά μας και μάλιστα μείναμε αρκετά, γιατί ο Κώστας είχε ισχυρό δέλεαρ, έλεγε ότι την επομένη θα με πάει στο sms club για να αντισταθμίσει την κατάσταση..

Φεύγοντας από το club μας έπιασε ψιλόβροχο και όλοι τρέχαμε στο αμάξι, εκτός από τη μικρή που περίμενε να ρίξει ...παπάδες, οπότε ερχότανε με το πάσο της. Ώσπου να φτάσει εμείς βλέπαμε όνειρα στο πίσω κάθισμα και όταν φτάσαμε νιώθαμε σαν να ξυπνήσαμε από κώμα.. Μούφα το παρτάκι, αλλά τουλάχιστον γελάσαμε ;)

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη


Χρόνια έχω να σου ζητήσω κάτι και πάντα ένα @ μου έφερνες για δώρο... φέτος όμως ξέρεις ότι ήμουνα πολύ εντάξει, δούλευα ολη μέρα κι έπαιρνα έξτρα bonus, δεν μάλωνα με τους γονείς και με τους φίλους μου και χαμουρεύτηκα με κανα δυο μονάχα... Έμαθα λέει ότι έκανες και το εμβόλιο για τη νέα γρίπη. Εγώ βέβαια δεν ψήνομαι για φιλιά και χειραψίες.. Θα κρεμάσω τις κάλτσες μου στο τζάκι και θέλω να μου αφήσεις τα δώρα εκεί. Κι επειδή είσαι χοντρός και θα θέλεις οπωσδήποτε κέρασμα, στο τραπέζι θα βρεις μελομακάρονα.. Μην πέσεις με τα μούτρα και δεν χωράς να φύγεις πάλι από το τζάκι, γιατί η μαμά μου λέει ότι αν φύγεις από την πόρτα μπορεί να χαλάσει το προξενιό..

Που λες Άη Βασίλη, δεν θα σου ζητήσω τα πάντα όλα, γιατί δεν θέλω να με πεις άπληστη! Θέλω μια Gucci τσάντα με ασορτί παπούτσια που να μην γράφουν Made in China, ένα home cinema με δώρο μια μηχανή ποπ κορν και έναν φανοποιό σε μορφή τζίνι σε μπουκάλι για τις δύσκολες ώρες του καημένου Micra.  Επίσης να μην ρίξεις άλλους ηλίθιους άντρες στο διάβα μου. Θέλω να φέρεις ένα κυπροελληνικό λεξικό στη φίλη μου τη Μαρία, ένα νταούλι ηπειρώτικο στην Πένυ και μια μηχανή μασάζ στη φίλη μου τη Νάντια. Για την Δανάη δεν σου ζητάω κάτι, γιατί ούτε αυτή ξέρει τι θέλει.

Αν μπορείς θέλω να κάνεις δώρο στον Έντουαρντ καινούργια γυαλιά, γιατί τα παλιά του τα έκλεψε ο φίλος του που ξετρελάθηκε. Όταν πας από το σπίτι του να κάνεις ησυχία, γιατί αν ξυπνήσει θα σε βάλει να παίξετε κανένα διπλό στο Play Station και θα ξημερώσετε, οπότε δεν θα προλάβεις να μοιράσεις δώρα στον Κωνσταντίνο και τον Μάνο. Για τον Κωνστσαντίνο λοιπόν θέλω μια άσπρη πυτζάμα με μπλε γλάρους για όνειρα γλυκά και για τον Μάνο τις Τρελές Σφαίρες σε dvd.

Ρε συ Άγιε θα ήθελα να κάνουμε και μια δίκαιη ανταλλαγή: Θα σου δώσω τη φίλη μου την Έρη και εσύ θα μου δώσεις τον χαζοτάρανδό σου με τη φωτεινή μύτη, για να κάνει παρέα με τον θεόχαζο σκύλο μου, που έχει πέσει σε κατάθλιψη από τη μοναξιά και του στουμπώνω ψυχοφάρμακα στο τυρί, γιατί αλλιώς αρνείται κατηγορηματικά να τα καταπιεί..

Ελπίζω να με θυμηθείς...
Έ ; ; ; Φανταστικέ Άη Βασίλη ;;

xxx
 Γεωργία

Υ.Γ. Και για το ξαδερφάκι μου που το αγαπάω πολύυυυ θέλω να φέρεις μια γόνδολα, για να κάνει βόλτες στον Κηφισό και να θυμάται τους προγόνους μας...