Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Η γιαγιά Γεωργία


Στον πηγαιμό για τη Λούτσα ήταν μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτεια, γεμάτος γνώση. Όταν έφτασα πια στο Κορωπί αποφάσισα να πω στην Έρη διακριτικά ότι έχασα την έξοδο γιατί ήμουνα κοσμάρα κι εκείνη με έβριζε. Ευτυχώς βρήκαμε ένα μονοπάτι στα βουνά και φτάσαμε στο πολυπόθητο σπίτι της γιαγιάς. Η γιαγιά όταν μας είδε χασκογέλαγε και μας έλεγε "καλώς τες", ενώ ο ρανταπλάν που κρύβει μέσα της έλεγε "ποιές είναι αυτές οι καλές κυρίες;". Η καημένη είχε πάθει πολιτισμική σύγχυση με μπαρμπάδες, ανίψια και εγγόνια και σύγχυση γενικότερη. Καθώς ρουφούσε τον ελληνικό της, η γιαγιά, wannabe βιοπαλαίστρια, μας εκμυστηρεύτηκε ότι δουλεύει με τη Βουλγάρα σαν καθαρίστρια για να βγάλει τα προς το ζην. Που και που το έπαιρνε πρέφα ότι κάτι δεν πάει καλά και έλεγε ότι "έχει πάθει άνοια, αλλά πάλι καλά που δεν έχει άνοια". Αφού αναμάσησε σαρανταοχτώ φορές την ίδια πρόταση, μας καληνύχτισε στις τρεις το μεσημέρι και μας έδιωξε με τακτ, γιατί έπρεπε να κοιμηθεί για βράδυ. Φεύγοντας ανακαλύψαμε ότι το λάστιχο του αμαξιού είναι πίτα και, επειδή η γιαγιά δεν είχε καρούλια για να μας πάει εκείνη, κάναμε ότι δεν το προσέξαμε και πήγαμε και βόλτα στη Ραφήνα για βάφλα. Τώρα που μιλάμε, το λάστιχο συνεχίζει να γυρνάει την Αθήνα πίτα. Ρε Αη Βασίλη;; Τι θα γίνει με κείνον τον φανοποιό που σου ζήτησα;;;

Δεν υπάρχουν σχόλια: