Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

5 μερούλες είναι λίγες πολύ λίγες

Spooktacular Xmas φέτος στη δουλίτσα. Μας φέραν το catering και ανοίγοντας τη δεύτερη πιατέλα αντικρίσαμε το κάτωθι γουρούνι να μας κοιτάζει με μίσος. Για να αποφύγω το ανατριχιαστικό θέαμα του κουτιού 2, γέμισα το πιάτο μου με πατάτες, ρύζι, νουντλς, μακαρόνια και ψωμί και το άμυλο άρχισε να ξεχειλίζει από τα ρουθούνια μου. Μετά τη δουλειά το βράδυ των Χριστουγέννων βγήκαμε με την Πόπη και ήπια έναν κουβά γαλάζιο κοκτέιλ απροσδιόριστης σύνθεσης για να αλλάξω τη γεύση μου και να ταβλιαστώ για πάντα στο κρεββάτι.
Πάρτι νούμερο 1 στο σπίτι του Κωνσταντίνου την περασμένη Παρασκευή, όπου ακούγοντας Καρρά, μπουκωμένοι με cheese cake και σοκολατένιο κορμό, ανταλλάξαμε τα χριστουγεννιάτικα δώρα:
Το δώρο της Μαρίας, ένα κωλόχαρτο με Άγιους Βασίληδες, που "μόνο σε μένα και στον Κωνσταντίνο θα μπορούσε να προσφέρει". Τι γλυκιά!! Το δώρο της Νάντιας, κάλτσα ως το γόνατο που κάνει το εφέ μπότας, καινοτομία του calzedonia. Το δώρο του Αντουάν, το οποίο ήταν διπλό, φανταστικό και μύριζε bsb. Δεν άντεξα να μην κάνω πρόβα τα καινούργια μου ρούχα εκεί επί τόπου στο ξένο σπίτι και να ακούσω τις απόψεις των φίλων μου για το αν ο κώλος μου με το καινούργιο φόρεμα φαίνεται μόνο όταν σκύβω ή αν φαίνεται και στην ευθεία στάση. Το δώρο του Κωνσταντίνου, δηλαδή μια χρυσή καμπανούλα κεράκι, την οποία είχε πάρει ίδια για όλους μας. Η Πόπη τόσο πολύ ενθουσιάστηκε με τις καμπανούλες, που βούτηξε και του Γιάννη με θράσος για να τις κάνει σετ στο μπουφέ του σαλονιού της. Επίσης παίξαμε ταμπού με μεγάλη επιτυχία. Ο Κωνσταντίνος αντί να εξηγεί την πάνω λέξη εξηγούσε τις λέξεις ταμπού και όταν η Μαρία που τον πρόσεχε του είπε ότι κάνει μλκίες την είπε "καρφί" και συνέχισε το βιολί του.

Για τα δώρα που έδωσα εγώ δεν σας είπα, γιατί αυτά άργησαν μια μέρα, αφού δεν είχα αμάξι να πάω για ψώνια. Το έμπασα σε μια λούμπα μέσα στη βροχή και κλάταρε το λάστιχο. Μετά τον εκκωφαντικό θόρυβο της πτώσης το πήγα και κανα χιλιόμετρο μέχρι να καταλάβω ότι κάτι τρέχει από το γκρου γκρου γκρου και το τιμόνι που έγερνε προς τα δεξιά με μανία. Κατέβηκα, είδα το λάστιχο τέζα και πήρα την σωστή απόφαση, δηλαδή να φτάσω ως το σπίτι μου σιγά σιγά με το σκασμένο λάστιχο γιατί ήταν κοντά και δεν είχα και πολλές επιλογές στο βουνό και στη βροχή. Ο μπαμπάς μου το επόμενο πρωί με γ**ησε για τα χρόνια πολλά επειδή ξέσκισα το λάστιχο αντί να τον πάρω τηλέφωνο να ρθει να με μαζέψει και ψέλλιζε ότι "εγώ και η μάνα μου δεν ξέρουμε ούτε ένα λάστιχο να αλλάξουμε". Η μάνα μου του απάντησε νευριασμένη ότι κι αυτός "δεν ξέρει να φτιάξει μουσακά". Και κουβέντα στην κουβέντα ο καημός μεγάλωνε.

Πάρτι νούμερο 2, παραμονή Χριστουγέννων στο σπίτι της Μαρίας, όπου πρόβαρα το καινούργιο μου bsb κολάν σεταρισμένο με ένα ωραιότατο σακάκι από τα κινέζικα, μάρκα "new collection" κλάπα κλάπα, που έκλεψε τις εντυπώσεις. Χορέψαμε ποιοτικά τραγούδια, όπως το με καις με καις, το καμπριολέ (ο Βασιλείου είχε την τιμητική του), το παραδώσου λοιπόν και τον Gummy bear-θα'μαι καλό παιδί - καμία συνοχή τα τραγούδια αλλά μετά από το τρίτο κρασί δεν σε ενδιαφέρει και τόσο. Ε μετά έπαιξε και λίγο ciprian robu - τι είναι αυτό το Φουρέιρα; που λέει και ο Αντουάν.
Και μετά τις 4 που έσπασε ο κόσμος συνεχίσαμε τη βραδιά-ταμπού, καθώς και την μεγάλη επιτυχία.
-Είναι 2 λέξεις και έχει σχέση με ερωτευμένο ζευγάρι.
-Πίπα κώλο?
-Όχι, φωτεινός αγκαλίτσας! (άσχετο).

Αν δεν σας ξαναδώ μέχρι την πρωτοχρονιά καλά να περάσετε και μην ξεχάσετε το κόκκινο βρακί στην αλλαγή του χρόνου, είναι must. Χρόνια πολλά σε όλους.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

17 μέρες για τα Χριστούγεννα...

...Όσες και οι φορές που πετάει πιο γρήγορα η Aegean από το έλκηθρο του Άη Βασίλη.
Φέτος ξεκίνησα να νιώσω Χριστούγεννα από τα Τζάμπο. Είδα ότι έχουν τρελαθεί όλοι με αυτά τα βραχιολάκια αντίστροφης μέτρησης Χριστουγέννων. Γιατί ποιός δεν θέλει να φοράει στον καρπό του ένα βραχιολάκι που να γράφει "20 μέρες, όσες και οι φορές που αερίζονται καθημερινά τα ξωτικά του Άη Βασίλη όταν δουλεύουν". Γιατί ανέκαθεν τα Χριστούγεννα μύριζαν ζεστασιά, μελομακάρονα και κλανιές ξωτικού. Κάνω χώρο στον καρπό μου και το τυλίγω, εξάλλου ας μην γίνω υπερβολική, οι υπόλοιπες μέρες είναι άκρως σοβαρές: 16 μέρες, όσα και τα εκατοστά που έχει μήκος το ... αφτί του ξωτικού (;;;;), 11 μέρες, όσες και οι φορές που ρεύεται ο Άη Βασίλης όταν πιει το γάλα του, κλπ.
Αγόρασε και ο αδερφός μου κάτι στολίδια από τα Τζάμπο, αν και έχει χάσει το ενδιαφέρον του για τα Χριστούγεννα από τότε που ο μπαμπάς μας μάς είχε πάει στο Μινιόν το 1986 και πάνω σε μια στιγμή αδυναμίας μας αποκάλυψε ότι δεν υπάρχει Άη Βασίλης. Από τότε κάθε Χριστούγεννα του το χτυπάει. Μεγάλο γινάτι αυτό το παιδί. Πήρε λοιπόν τα στολίδια με καρδιά βαριά και ασήκωτη από τη θύμηση, τα πήγε σπίτι και εκεί συνειδητοποίησε ότι δεν έχει δέντρο να τα βάλει.

Εορταστική ατμόσφαιρα γύρω μας. Και έτσι, επειδή προχτές δεν είχαν κανέναν Νίκο να του πάρω δώρο, αγόρασα κι άλλα παπούτσια για πάρτη μου. Δεν είχα γκρι, καταλαβαίνεις αυτό το κενό πιστεύω. Άσε που κάνω απόθεμα τώρα που έχουμε, γιατί αύριο μεθαύριο δεν ξέρεις τι γίνεται. Στον γείτονά μας τον Νίκο πάντως του κάνανε πολλά δώρα. Μέχρι και η γιαγιά του τον θυμήθηκε -Έφερα μια κολόνια παιδί μου για το καλό... Τελικά του είχε τυλίξει ένα σιροπάκι για το βήχα. Και μάλιστα ληγμένο.

Σήμερα το πρωί είχαμε μάθημα ισπανικών. Ευτυχώς ο καθηγητής μας αρρώστησε και αφού ήτανε χαρά θεού πήγα για καφέ στην πλατεία με τη Μαρία. Την ώρα που μας είχε συνεπάρει η συζήτηση, ένας σκύλος όρμηξε στο τραπέζι μας να πάρει τα μπισκότα και γέμισε το κινητό της Μαρίας σάλια. Και ήταν τόσο τυχερή που ακριβώς εκείνο το δευτερόλεπτο που έψαχνα να βρω μαντιλάκι για να το συμμαζέψουμε κάπως, άρχισε να δονάει και η Μαρία να το κοιτάζει επίμονα...
-Τι είναι Μαρία, δεν πιστεύω να ετοιμάζεσαι να το σηκώσεις...
-Δεν γίνεται είναι από τη δουλειά. Παρακαλώ;;
... είπε και σκούπισε τα σάλια στο αυτί της. Μπλιάαααχ.
Μετά από αυτό το ευχάριστο σκηνικό γύρισα στο σπίτι και βρήκα δύο χοντρούς έξω από την πόρτα.
-Ο θεός κορίτσι μου μας τιμωρεί για τα αμαρτήματά μας με την οικονομική κρίση. 
(τροφαντούληδες είστε δεν σας έπιασε και πολύ η κρίση)

Πάρε αυτό το περιοδικό που σου δίνει απαντήσεις για όλα. 
-Cosmopolitan είναι;?
Χμμμ... Μάλλον δεν σας αρέσουν και πολύ τα αστειάκια. Ας σας κλείσω απέξω. Έχω να φτιάξω και τα μελομακάρονα. (Η μάνα μου τα έφτιαξε, απλώς ήθελα ένα χριστουγεννιάτικο τελείωμα).


Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Σκέφτομαι και γράφω: Γιατί θα θυμάμαι το 2011



Γιατί ξεκίνησα λάτιν και στην πορεία το γύρισα στο χασάπικο, στο ζεϊμπέκικο και στο Zorbas the Greek. Γιατί αύξησα τη συλλογή μου της Betty Boop με ένα αγαλματάκι, ένα καδράκι κι ένα στριγκ. Και μην ρωτήσει κανείς γιατί δεν βάζω ν στο στριγκ. Στο πανεπιστήμιο μας έμαθαν ότι στα ελληνικά το νι-γάμα-κάπα είναι ανύπαρκτος συνδυασμός.  Όπως γράφεις το Ουάσιγκτον ας πούμε, απλώς λίγο πιο πρόστυχο. Το αγαλματάκι  της Betty Boop το στόλισα δίπλα στην προτομή του Ιπποκράτη και ο πατέρας μου με ρώτησε πόσο χρονών είμαι. Άφησα λοιπόν την κέρινη κεφάλα μόνη της και μετέφερα τη Betty στο δωμάτιό μου. Θυμήθηκα και τον φανταστικό διάλογο:
-Ναι γεια σας, πετάω αύριο από Μιλάνο Αθήνα και θέλω να μεταφέρω στην καμπίνα ένα κεφάλι.
-Παρμεζάνα;
-Όχι μια ξύλινη προτομή.
Τι να της πεις τώρα...
Γιατί αποφάσισα ότι ο έρωτας για την Aegean είναι ανυπέρβλητος. Και δεν γιατρεύεται. Φέτος λοιπόν θα στολίσω το δέντρο με ασημίζοντα υγρά μαντηλάκια aegean και στην κορυφή θα βάλω έναν άγγελο με φτερά airbus. Σουρεάλ, αλλά με τα δικά του φτερά θα ήταν ξενέρωτος. Λες να με πετάξουν οι γονείς μου έξω από το σπίτι; Χμμμμ. Μόνο ο Κωνσταντίνος θα το εκτιμούσε.
Γιατί είδα την Άντζελα Δημητρίου live.
Γιατί  αποφασίσαμε με τη Νάντια να ενισχύσουμε τα μικρά συνοικιακά μπαράκια και να καθόμαστε σε όποια παρακμή ανακαλύπτουμε στο διάβα μας και να γουστάρουμε κιόλας. Βέβαια ενισχύουμε και τους Κινέζους, αλλά τι να κάνεις, μας οδηγεί η ανάγκη. Παίρνεις το παντελόνι κοψοχρονιά 20 γιούροζ και σου λέει ο Κινέζος στο ταμείο: Τέλει 15 χωλίς απόντεικση; Ε, ναι τέλει και παρατέλει. Για την Ελλάδα ρε γαμώτο!
Γιατί κατέληξα για 28η συνεχή χρονιά στο ότι δεν μπορείς να συνεννοηθείς με τους άντρες:
-Ας υποθέσουμε ότι είσαι σε ένα μπαράκι και πίνεις το ποτό σου, και πιο κει είναι μια γκόμενα που κοιτάζεστε εδώ και ώρα. Πώς την πλησιάζεις;
-Ε, αφού κοιταζόμαστε, της κάνω νόημα να έρθει εκεί που κάθομαι.
-Μα καλά ΑΥΤΗ θα έρθει;?
-Ναι, γιατί;?
Μα ρωτάς κιόλας;;;; Λοιπόν για να ξεκαθαρίσουμε τις απλές διαδικασίες. Αν κοιτάζεις τη γκόμενα και έχεις καταλάβει ότι κι εκείνη δεν σε σιχαίνεται κιόλας, δεν της κάνεις νόημα να έρθει, παίρνεις τον κώλο σου και πηγαίνεις εσύ να της μιλήσεις. Ε δεν θα αλλάξεις εσύ την κοσμοθεωρία.

blue stars sprinkle glitter pictures, backgrounds and images

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Να τρώει η μάνα και του παιδιού να μην δίνει

Το καλό όταν έχεις έναν γιατρό μέσα στο σπίτι είναι ότι πάντα έχεις φρέσκα πράγματα στο σπίτι. Γιατί ο κάθε ασθενής από τα γύρω χωριά  που πάει για εξέταση, προσκομίζει και το κατιτίς του. Ψάρια, τυριά, αυγά, πίτες, κότες ζωντανές, 1 αρνί ολόκληρο για το Πάσχα, κλπ. Έφερε λοιπόν τις προάλλες η κυρά Βασιλική στο μπαμπά μου κάτι μανιτάρια ΤΕΤΟΙΑ - με το συμπάθιο. Τα κάνεις είπε ψητά και είναι σαν κρέας. Από την ώρα που το σκέφτηκα άρχισε να μου τρέχει το σαλάκι. Μέχρι που κατεβαίνω στην κουζίνα για φαγητό και η μάνα μου έχει τη φαϊνή ιδέα να μου απαγορεύσει να τα φάω, γιατί της καρφώθηκε ότι μπορεί να είναι δηλητηριώδη. Και αν η κυρά Βασιλική μπερδεύτηκε και δεν τα ξεχώρισε καλά τι θα γίνει; Ή αν είναι το sequel της Φαρμακούλας - μανιτάρια α λα δηλητηριάνα
Πρώτον και καλύτερον, εγώ αγνοούσα παντελώς την ύπαρξη αυτής της... "Φαρμακούλας". Είναι μία λέει που πριν από χρόνια ξεκλήρισε τους γείτονές της με δηλητηριασμένα τηγανόψωμα, επειδή δεν ήθελαν να συμπεθεριάσουν. Κι εμάς δηλαδή γιατί να θέλει να μας ξεκάνει η ξένη γυναίκα; Για τον προστάτη που έκανε ο κυρ Θόδωρας; Ααααα, το προχώρησε πολύ το θέμα με το μανιτάρι η μάνα. Κι εμένα δώστου να μου τρέχει το σαλάκι. Και το χειρότερο είναι ότι η απαγόρευση ήταν μόνο για μένα. Γιατί ο πατέρας μου τα δικά του μανιτάρια τα χλαπάκιασε μια χαρά και δεν του είπε κανένας τίποτα.
-Ε, άσε παιδί μου τον πατέρα σου να φάει, να δούμε αν είναι καλά.
Τη βρήκε τη λύση.
-Βρε μάνα αν δεν ήταν καλά τα μανιτάρια θα είχε ψοφήσει ο άνθρωπος.
-'Οχι κάνει 48 ώρες να σε πιάσει το δηλητήριο και δεν το καταλαβαίνεις εξαρχής, γιατί παραλύεις σιγά σιγά. Ο πατέρας σου ας πούμε θα παραλύσει μεθαύριο που θα είναι στη δουλειά, οπότε δεν θα το καταλάβουμε από τώρα. 
Και ο μπαμπάς να ακούει και να τρώει απτόητος. Δεν άφησε ούτε ένα. Θα μου πέσει το παιδί απόψε.



Από τα νεύρα μου το έριξα στα ψώνια. Μην φανταστείς τίποτα τρελά δηλαδή. Πήρα ένα φόρεμα με ροζ-μαύρες οριζόντιες ρίγες, οι οποίες σε κάνουν λίγο να νιώθεις σαν τη μέλισσα της Μπάρμπι, αλλά σου προσθέτουν και 2-3 κιλά, οπότε οι φίλοι σου δεν σε φωνάζουν πια "παιδάκι από τη Μπιάφρα". Επίσης, πήρα κάτι μαύρες γόβες. Τις είχα ήδη πάρει σε μπεζ, αλλά επειδή ήταν βολικές είπα να τις πάρω και σε μαύρο. Μπήκα λοιπόν στο μαγαζί και ήταν το αντρόγυνο με τη μυγοσκοτώστρα στο χέρι.
-Γεια σας είχα έρθει πριν κανά μήνα και πήρα κάτι γόβες...
-Ναι σε θυμόμαστε, εκείνες τις μπεζ με τη μπαρέτα σε 39.
(Μάλιστα, μήπως θυμάσαι και σε ποιο δάχτυλο έχω τον κάλο?)

-Εεεε, ναι αυτές, μήπως τις έχετε και σε μαύρες;
-Ναι αγάπη μου, νάτες σου βάζω και τους έξτρα πάτους που ήθελες μέσα. Με γεια σου. Ξέρεις αυτές τις φέρνουμε από την Ιταλία, δεν τις έχει κανένας άλλος, εκτός από τον γιο μας εδώ χάμου!!!!!
Μα καλά μου λένε τόσο απροκάλυπτα ότι ο γιος τους φοράει 12ποντα λουστρίνια;
- (γελάκι) Ευχαριστώ πολύ, καλό σας βράδυ.
Βγαίνοντας από το μαγαζί είδα τις γόβες και στην βιτρίνα του απέναντι. Σκύβω προς το τζάμι. Ένας 35χρονος με μια μυγοσκοτώστρα στο χέρι. Ώστε αυτός ήταν ο γιος! Είπα κι εγώ..!



Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Μαλακία να ζεις στο βουνό...

... είπε μια μέρα η Νάντια πάνω στη φούρια της. Και όχι μόνο το είπε, επέμενε να μου αναπτύξει και τα επιχειρήματά της, μέχρι να συνειδητοποιήσει ετεροχρονισμένα ότι μιλάει σε μένα, που μένω στην κορυφή του βουνού. Ε μετά ξέρεις, πήγε να το μπαλώσει, ότι εντάξει δεν είναι και μαλακία μωρέ, καλό είναι και το βουνό και έχει τη χάρη του, αλλά είναι που...έχει κρύο και είναι μοναχικά, βέβαια μυρίζει πεύκο και βροχή, οπότε μπορεί και να είναι ωραία... Ξέρεις τώρα. Έτσι το είπε, λέει, και να μην θυμώσω. Σιγά μην θύμωνα.  Άλλωστε στο βουνό παρκάρεις έξω από το σπίτι σου! Κι εγώ λοιπόν πάρκαρα έξω από την πόρτα μου κι έμεινα εκεί καμία δεκαριά μέρες που είχα άδεια. Δεν πολυκουνιέμαι τελευταία, γιατί νιώθω λίγο κουρασμένη. Πάνε οι παλιές καλές εποχές που κοιμόμασταν και βάζαμε ξυπνητήρι στη μία τη νύχτα για να πάμε στο Base. Και που λες τόσες μέρες κάθομαι και ανάρτηση τίποτα, αλλά πριν μου την πεις, να ξέρεις: Στο βουνό έχει πρόβλημα το ίντερνετ. Και το σταθερό τηλέφωνο μαζί, πράγμα που δεν με αφορά άμεσα, διότι εγώ θεωρητικά μιλάω στο κινητό. Μόνο που το κινητό δεν έχει σήμα στο βουνό. Αλλά αφού παρκάρεις έξω από την πόρτα σου, ας πούμε ότι το καταπίνεις κι αυτό. Και αφού έχεις και πόρτα για να παρκάρεις απέξω, να λες κι ευχαριστώ. Στο σπίτι λοιπόν, χωρίς τηλέφωνο και χωρίς ίντερνετ. Πάτησα και το κουμπί αυτοκαταστροφής του υπολογιστή και τώρα πρέπει να έρθει ο Γιάννης να μου το φτιάξει. Και επειδή θα κάνει αυτόν τον κόπο να έρθει ως εδώ πάνω, θα πρέπει να του φτιάξω κρέπες με μερέντα. Γιατί, οι φίλοι μου δεν έρχονται συχνά στο βουνό. Η Μαρία το αποφεύγει γιατί ποτέ δεν μπορεί να βρει το σπίτι, δεν ξέρει που να στρίψει, λέει, γιατί όλοι οι δρόμοι είναι ίδιοι και ότι μάλλον χάθηκε γιατί έστριψε στο 3ο πεύκο δεξιά, αντί να στρίψει στο 2ο. Και ο Κωνσταντίνος την τελευταία φορά που ήρθε έπρεπε να κηδεύσει τον σκύλο και έτσι δεν έχει καλές αναμνήσεις.

Αλλά, ξέχασα να αναφέρω το σημαντικότερο, ότι ξεκουνήθηκα την Παρασκευή το βράδυ και πήγα στον Ρουβά. Ημέρα αποφράδα για τις απανταχού Ρουβίτσες, διότι την ώρα που τραγουδούσε ο Ρουβάς, ξεπετάχτηκε και ο Ρέμος από το πουθενά για να κλέψει λίγη από τη δόξα του.  Και η Νάντια άλλο που δεν ήθελε. Μας είχε φτιάξει και ο ταξιτζής στο δρόμο με τα άπαντα του Αντώνη, άντε να την ηρεμήσεις μετά! Φάγαμε κι ένα πουλόκρυο στο γύρνα, που ήταν όλο δικό μας, γιατί θέλαμε και στάση για να φάμε τυρόπιτα κουρού με το ξημέρωμα. Και εννοείται ότι μετά κοιμήθηκα στο σπίτι της. Μαλακία να οδηγείς ως το βουνό μετά από ξενύχτι!
Γύρισα λοιπόν χτες στη δουλίτσα μου και τσουπ! μου ήρθε και το ίντερνετ. 
Και τώρα τι να το κάνω ας πούμε??? Λοιπόν πάω για ύπνο γιατί πιάστηκα στην καρέκλα, δεν είμαι πια και για ξενύχτια. Βρήκα και τη λέξη "μούχλα" στα κλειδιά αναζήτησης. Τυχαίο;? Μάλλον ναι, γιατί από κάτω βρήκα το "σεξουλιάρικο μασάζ" - μα τι παίζει με την πάρτη μου επιτέλους???

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Το χρυσό μπι μπι

Μπολόνια
Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

16.35  Περιμένουμε στο πεζοδρόμιο με τις βαλίτσες μας την ιδιοκτήτρια του σπιτιού που έχουμε νοικιάσει μέσω ίντερνετ, και στοιχηματίζουμε για τον κάθε άκυρο που βλέπουμε να πλησιάζει προς το μέρος μας. Η γιαγιά που καταφτάνει είναι μια τρομακτική καμπούρα που μιλάει μόνο ιταλικά. Με μάτι καχύποπτο και μαλλί ιδιαίτερο, μισό κόκκινο-μισό γκρι, αλλά μάλλον όχι εσκεμμένα.
16.40  Η γιαγιά μας ξεναγεί στον χώρο, δηλαδή στην τρώγλη-αποθήκη που θα μέναμε. Ο κόμβος του σπιτιού είναι η κουζίνα. Είναι γεμάτη χαρτιά και πράγματα, και κάπου υπάρχει και μια βέργα που έχει περασμένα πάνω καμιά δεκαπενταριά ζευγάρια γυαλιά ηλίου. Σκεφτόμαστε ότι η γιαγιά σκοτώνει τα θύματα ενοικιαστές και τους παίρνει τα γυαλιά. 
Από τα τρία υπνοδωμάτια του σπιτιού, στο ένα μένει μια άσχετη κυρία, η οποία μια γωνίτσα έπιασε, δεν θα μας ενοχλούσε λέει. Κι έτσι στριμωχτήκαμε και οι οχτώ στα άλλα δύο. Λογικότατο για να έχουμε πληρώσει 500 ευρώ προκαταβολή και να εκκρεμούν άλλα 300. Τα υπνοδωμάτια που λες γεμάτα σαβούρα. Ευτυχώς τουλάχιστον είχε κρεββάτια. Το ένα σπασμένο, αλλά σιγά μωρέ!. Η γιαγιά μας αποκάλυψε ότι έμενε κι εκείνη στο σπίτι, για να έχει τον έλεγχο. Μαζί της και ένα συμπαθέστατο ριτρίβερ, ονόματι Πι, που έτρεχε σαν τρελό μέσα στο σπίτι, και το οποίο πιάσαμε επ' αυτοφώρω να κυλιέται στα σεντόνια και στις πετσέτες του μπάνιου μας.
17.25  Κάνουμε κλήρωση, για να δούμε ποιος θα κοιμηθεί πιο κοντά στην πόρτα, δηλαδή ποιον θα γραπώσει πρώτα η γιαγιά την ώρα που κοιμάται. Η κλήρωση έγινε με τον απλό πατροπαράδοτο τρόπο, δηλαδή με τη μέθοδο αριθμημένα χαρτάκια. Και εγώ με τον Κωνσταντίνο, την Πόπη και τον Γιάννη, ήμασταν οι πιο τυχεροί απ' όλους, αφού μας έλαχε να κοιμηθούμε στο πρώτο δωμάτιο.
18.00  Λόγω της άσχετης κυρίας, της μάγισσας γιαγιάς και της Πι, πριν φύγουμε για να πάμε για φαγητό, είχαμε το θράσος να ζητήσουμε κλειδί για το δωμάτιό μας. Privacy zero. Τρεις φορές της ζητήσαμε το κλειδί της γιαγιάς και κούνησε την κεφάλα της ενοχλημένη.
- Και αν τύχει κάτι να μην μπορώ να μπω στο δωμάτιο;?!   
Σαν τι θα τύχει ας πούμε ???

 Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

00.45  Γυρίσαμε από τη βόλτα και μύριζε όλο το σπίτι σπανακόριζο. Σας τα έλεγα εγώ, τα ζόμπι είναι χορτοφάγα. Τη γλιτώσαμε και σήμερα. Η γιαγιά έχει κλειδωθεί στην κουζίνα μαζί με την Πι και κοιμούνται. Όποιος διψούσε τον πούλο.
01.20  Γιάννης: Προτείνω μιας και είμαστε τα πρώτα υποψήφια θύματα, να βάλουμε πίσω από την πόρτα ένα σκαμπό, ώστε αν ανοίξει το ζόμπι της γιαγιάς να ακούσουμε το σούρσιμο. 
Ταυτόχρονα, στο μέσα δωμάτιο τα παιδιά προσπαθούν να προσαρμοστούν στον χώρο. Απέναντι από το διπλό κρεββάτι υπήρχε η ντουλάπα της Νάρνια, τίγκα στα σκορωφαγωμένα σακάκια του συγχωρεμένου. Και κάπου πιο δίπλα ένα χρωματιστό πανί.
Πόπη: Αυτό το πανί εκεί πρέπει να της το έφερε κάποιος από την Αυστραλία.
Μαρία: Ε μάλλον όποιος έρχεται εδώ αφήνει και κάτι..
Τάσος: Κι εμείς ας πούμε θα αφήσουμε κανά νεφρό.
Παύση.

Μαρία: Έχει κι ένα πόδι κάτω από το κρεββάτι.

Για καλή μας τύχη το πόδι ήταν σιδερένιο.


02.00  Μέσα σ' αυτή τη χαρούμενη ατμόσφαιρα, ξεκινάει και το πάρτι έκπληξη. Γιατί ξέχασα να αναφέρω ότι είχα τα γενέθλιά μου. Εδώ απολαμβάνετε μοναδικές στιγμές από το σβήσιμο του κέικ μου, στην τρώγλη της γιαγιάς. Το βίντεο είναι μια ευγενική χορηγία του Γιάννη και της Πόπης.



Για όποιον δεν ακούει τίποτα μες στα χαχανητά, ας δώσει προσοχή στην τελευταία ατάκα, όπου ακούγεται στο δρόμο μια σειρήνα και ο Γιάννης λέει μες στη φυσικότητα "Ωχ, λέτε να έχει ανιχνευτές καπνού;". Σιγά μην έχει και θερμαινόμενο δάπεδο η τρώγλη.

03.00  Πέφτουμε να κοιμηθούμε. Οι μισοί με το τζιν, γιατί σιχαίνονται να λερώσουν την πυτζάμα τους.

05.00  Ακούμε το θόρυβο από το σκαμπό πίσω από την πόρτα να κουνιέται. Η πόρτα μισανοίγει, και μπαίνει μέσα το χέρι της γιαγιάς. Μόνο το χέρι, και μάλιστα με το νυχτικάκι. Σαν σάβανο ήταν. Κάνει δυο κινήσεις στον αέρα και ξαναβγαίνει. Ο Γιάννης ροχαλίζει. Η Πόπη κάτω από την κουβέρτα φωνάζει Γεωργίαααα, ένα χέρι. Εγώ με τη σειρά μου μεταφέρω στον Κωνσταντίνο, Κωνσταντίνεεεε ένα χέρι! Ο Κωνσταντίνος σηκώνεται και κατευθύνεται προς την πόρτα να δει τι συμβαίνει. Τζίφος! Η γιαγιά έχει ξανακλειδωθεί στην κουζίνα.Ξαναβάζουμε το σκαμπό πίσω από την πόρτα.
  
05.10  Ακούμε πάλι το σκαμπό. Ξαναμπαίνει το χέρι της γιαγιάς με ένα τηλεκοντρόλ, και μας σβήνει το air condition!!! Παρακάτω το χρονικό του αιωρούμενου χεριού, μια ευγενική χορηγία της Πόπης.

Λύθηκε λοιπόν και ο γρίφος του χεριού. Την πρώτη φορά πήρε θερμοκρασία και κατάλαβε ότι καίμε ρεύμα, και τη δεύτερη φορά επέστρεψε για να μας το σβήσει αποφασισμένη για όλα.

09.05  Πάνω που κάπως μας πήρε ο ύπνος με την αυγούλα, η γιαγιά γκαρίζει έξω από την πόρτα. Buongioooorno....Buongiooooorno....Signora Giorgiaaaa, buongiooorno! I fiori sono belissimi!! (Πολύ ωραία τα λουλούδια, πα' να πει). Τα λουλούδια μου τα έστειλε ο Αντώνης από την Ελλάδα για τα γενέθλιά μου. Η γιαγιά ή δεν είχε ξαναδεί τριαντάφυλλα ή εκστασιάστηκε με τo ιντερφλόρα. Κάτι από τα δύο συνέβη.

09.40  Κάνουμε ντους όλοι με βάρδιες. Διπλα στη ντουζιέρα έχει ένα κεφάλι από κούκλα-μανεκέν βιτρίνας. Spooky!

11.00  Εξαφανιζόμαστε για να πάρουμε τηλέφωνο στο σάιτ που κάναμε την κράτηση, να κάνουμε τα παράπονά μας και να ζητήσουμε τα λεφτά μας πίσω. Θα μας ξανακαλούσαν σε λίγο, μάλλον για να μας δώσουν 1 αρχ**ι. Μέχρι να επιστρέψουμε σπίτι, έχει πέσει σύρμα στη γιαγιά. Έχει αερίσει, έχει στρώσει, έχει αντικαταστήσει το σπασμένο κρεββάτι και έχει εξαφανίσει τον σκύλο. Μπορεί και να τον έφαγε.
Come state regazzi... hehe ...tutto bene? Io ho sistemato la stanza un po'... hehe... Volete un caffè? (Τι κάνουν τα παιδάκια μου... χεχε.... όλα καλά; Εγώ συγύρισα λίγο... θέλετε καφεδάκι;). Και από μέσα της σκεφτόταν: Mikroi spoiouuuunoi, me ntwsate stegkna.... me karfwsate sto site... malakismeeeena.


14.00  Μαζεύουμε τα κουβαδάκια μας και σε άλλη παραλία. Με τα μπαγκάζια στο χέρι λέμε στη γιαγιά ευγενικότατα ότι το σπίτι της βρωμάει, ότι είναι μπάτε σκύλοι αλέστε (στην κυριολεξία όμως) και επίσης ότι την καταγγείλαμε στο σάιτ. Όσο πλησιάζουμε προς την είσοδο, η γιαγιά γκαρίζει 
i fioooori, signora, i fiooooriii. Λύσαξες κυρά μου με τα φιόρι. Είναι από τον γκόμενό μου, δεν σου τα δίνω που να χτυπιέσαι. 

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011
Έχουμε εξαντλήσει κάθε δυνατή προσπάθεια για το refund με το σάιτ. Πάω να τους επισυνάψω και τις φωτογραφίες-ντοκουμέντα που βγάλαμε και τότε συνειδητοποιώ ότι η τρώγλη έχει φοβερή φωτογένεια. Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσαν λέει να μας κάνουν τίποτα. Το σπίτι λέει η γιαγιά δεν το δηλώνει για πριβέ, αλλά για μπιμπι. Βed and briekfast δηλαδή. Επομένως είναι λογικό να κοιμάται μέσα αυτή, ο σκύλος της και η άσχετη γυναίκα. Γαμώ το μπι μπι και τη γιαγιά. Και δεν βρίσκαμε καλύτερα κανένα χόστελ να μην μας πιάσουν και τον κώλο?!

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Επειδή είμαστε μεγαλόψυχοι αποφασίζουμε να πούμε στο customer service του σάιτ ότι τους χαρίζουμε τα 500 ευρώ και ότι μάλιστα θέλουμε να πληρώσουμε και τα άλλα 300, γιατί η γιαγιά μας προσέφερε άπειρες στιγμές γέλιου, με περίοδο κατακλείδα στο μέιλ μας "Η ελληνική κρίση θέλει χιούμορ". Άσε που σκεφτόμαστε να αγοράσουμε και ένα μπουκέτο λουλούδια και να τα στείλουμε στη γιαγιά. Θα της βάλουμε και μια κάρτα να γράφει  "i fiooori, signora". Και σίγουρα θα μας περάσει για βλαμμένα. 
Μα που έβαλα τα γυαλιά ηλίου μου??





Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Αν χαθείς, θα χαθώ

Ας αρχίσουμε από το βασικό πρόβλημα της Βενετίας. Όλοι οι δρόμοι δεν οδηγούν στο San Marco, ούτε στο Rialto, την κεντρική γέφυρα του Μεγάλου Καναλιού. Στρίβεις όπου βρεις, χωρίς ίχνος προσανατολισμού, και δεν ξέρεις που βρίσκεσαι, ούτε στο περίπου. Και πριν σου πω όλα τα υπόλοιπα, σαν παθούσα (και μαθούσα), σε συμβουλεύω: Αν δεις κάτι ενδιαφέρον για να ψωνίσεις, το ψωνίζεις, γιατί δεν θα το ξαναβρείς, που να χτυπιέσαι. Επίσης, αν δεις κάτι ενδιαφέρον για φαγητό, φωτογραφίζεις την ταμπελίτσα με την οδό και τουλάχιστον τις 2 οδούς πιο δίπλα, μπας και ξεστραβωθείς με τον χάρτη σου. Γιατί αλλιώς ξέχνα το, τρως κάπου αλλού. Έτσι πάθαμε κι εμείς. Ψάχναμε την οδό Fava γύρω γύρω περίπου μιάμιση ώρα, γιατί το πρωί είχαμε κοζάρει ένα εστιατόριο. Και ψάχναμε, ψάχναμε, ψάχναμε....Την ώρα που περιφερόμασταν περάσαμε διάφορα άλλα εστιατόρια και μάλιστα θυμάμαι κάπου έναν κράχτη να γκαρίζει Venite ragazzi, la piiiiizzzzαααα, la paaasta, και ξανά μανά, buongiorno ragazzi, ciao beeeeeella. Στο τέλος απηύδησε και ψέλλισε ξεφυσώντας Tutti caminano, nessuno mangia (Όλοι περπατάνε, κανείς δεν τρώει). Κρίση. Τι να σου κάνουμε τώρα κι εσένα! Και πουθενά η Fava. Κάποιο λάκκο θα είχε. Φάγαμε σε ένα άλλο, που μας έβγαλε ο δρόμος. Ο υδάτινος δρόμος.
-Αγάπη μου, σύμφωνα με τον χάρτη μου, πρέπει να στρίψουμε στο επόμενο στενό αριστερά.
-Οκ αγάπ....μπλουμ....μπλμπλμπλ.....
-Αγάπη μου κράτα ψηλά τον χάρτη, μην μου τον βρέξεις.

 Μέσα στα παραπάνω προβλήματα, να προσθέσω ότι ήμασταν μια αγέλη 8 ατόμων, που έπρεπε να σφιγγόμαστε για να μην χαθούμε και αναμετάξυ μας. Ευτυχώς, είχαμε κι εμένα που ήμουν τόσο οργανωτική και προνοητική ώστε να σηκώνω διάφορα πράγματα που είχα εύκαιρα, όπως εφημερίδες, μπουφάν, σακούλες, κλπ. όπως κάνουν οι ξεναγοί με την ομπρέλα, και να γκαρίζω Παιδάααακια μου, έρχεστε όλα;;;;

Στο bar που καθήσαμε για καφέ και πίτσα (θανατηφόρος συνδυασμός) μας μιλούσαν ισπανικά με το ζόρι, και ήταν φειδωλοί στα ποτήρια, πίναμε και οι οχτώ από τρία. Και εγώ ήμουν και κρυωμένη και φοβόμουν μην μοιράσω τα μικρόβια και στους άλλους. Όλο το βράδυ ξεροέβηχα και σπαρταρούσα στο κρεββάτι. Βρυκολάκιασα. Άσε που δεν μπορούσα να φτιάξω κι ένα τσάι, γιατί η κουζίνα ήταν με gas και ήθελε αναπτήρα. Σε κάτι τέτοιες στιγμές αναπολείς τους φίλους σου-παθητικούς καπνιστές που τους έβριζες, καταλήγεις να βρίζεις τους αντι-παθητικούς αντι-καπνιστές συγκατοίκους σου και να σκέφτεσαι ότι ο αντικαπνιστικός νόμος είναι φασιστικός, ρατσιστικός και τραγικός ταυτοχρόνως. Μέσα σ' αυτές τις σκέψεις προσπαθούσα να κοιμηθώ και το ροχαλητό του Γιάννη αντιλαλούσε από τη σοφίτα ως το ισόγειο, οπότε είδα το Ιταλία έχεις ταλέντο και όλα τα καμμένα σόου του Ράι1 για να μου περάσει η ώρα. Το πρωί που επιτέλους ανάψαμε την κουζίνα, ανακάλυψα ότι το φακελάκι δεν ήταν τσάι, αλλά φινόκιο. Μαραθόριζα δηλαδή. Μπλιαχ.

Από την επόμενη μέρα τέρμα τα άρρωστα ροφήματα. Θα στρώσω το λαιμό μου με καπουτσίνο. Τον ήπιαμε για αρχή στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, έτσι για να γουστάρουμε. 9 ευρώ είχε - μας τον έπιασαν κανονικά. αχ ήταν ωραία! 7 καπουτσίνο πήραμε, 7 γιατί η Δανάη πάλι πήρε τη μαλακία της, δεν άντεξε. Caffe orzo. Κάποιος εναλλακτικός ντεκάφ, που μύριζε χαρούπι. Νομίζω είναι αυτό που πίναν οι γιαγιάδες μας στην κατοχή αντί για καφέ. Και τουλάχιστον εμάς μας τον έπιασαν και μας άρεσε. Αυτή που ήπιε το χειρότερο πράγμα ever και έπρεπε να το πληρώσει κιόλας, τι να πει! Την άλλη μέρα, φτιάξαμε εσπρεσάκι στο σπίτι, στη moka. Ο Γιάννης είχε όρεξη για μάθηση και του έδειξα όλα τα μυστικά της moka. Γιατί μετά από τόσο καιρό στη Ρώμη, έχω κάψει ήδη δύο, την πρώτη επειδή ξέχασα να βάλω το νερό και έβαλα μόνο τον καφέ και απορούσα γιατί μυρίζει καμμένο και τη δεύτερη επειδή δυνάμωσα πολύ το gas (γαμώ το gas μου) και καψάλισα το πλαστικό χερούλι στο πλάι, το οποίο μαλάκωσε και άρχισε να λιώνει και να διαλύεται προς τα κάτω, σαν το μουράνο που είδαμε να πλάθουν στο εργαστήριο την επόμενη μέρα.

Μας πήγαν που λες στα νησάκια Murano, Burano και Torcello και γυρίσαμε με ενθύμιο 7 αλογάκια από μουράνο και ένα ρόδι από έναν κήπο. Το φάγαμε σκέτο, ενώ ονειρευόμασταν φύλλα ρόκας και παρμεζάνα ή τουλάχιστον κανένα κόλυβο να μας πιάσει. Η ξεναγός είχε βάλει κασέτα και τα έλεγε όλα σε 4 γλώσσες. Σε μια φάση αφαιρέθηκε και ξέχασε να αλλάξει κασέτα, οπότε την ώρα που βλέπαμε τον τεχνίτη να φτιάχνει το βάζο από μουράνο, εκείνη έλεγε μες στη φυσικότητα ότι βλέπουμε μπροστά μας το νησί Μπουράνο και μετά χασκογελούσε μόνη της. Μέχρι να κάνουμε όλο τον γύρο, η πείνα μας χτύπησε κόκκινο και με συνοδεία γουργουρητών ακούγονταν φανταστικοί διάλογοι:
Τάσος: - Λέω τώρα που θα γυρίσουμε στην πόλη να κάνουμε καμιά βόλτα για ψώνια και πάμε μετά για φαί.
Γεωργία: - Ναι αν θες να σου δαγκώσω το χέρι την ώρα που θα ψωνίζεις. 
Δανάη: - Εγώ λέω να ψωνίσω πένες με σπαράγγια και μία καπρέζε.
Επειδή μας έτρεχαν τα σάλια, βάλαμε για στόχο του βραδιού να φάμε στο εστιατόριο φορώντας μωρουδιακές σαλιάρες και εννοείται ότι δεν ντραπήκαμε καθόλου. Η διπλανή κυρία μας κοιτούσε με σοκ και δέος και η σερβιτόρα προσπαθούσε να το παίξει αδιάφορη. Μετά σκουπιστήκαμε με τη σαλιάρα μας και φάγαμε και ένα παγωτό. Ο Κωνσταντίνος μάλιστα ένιωσε πανευτυχής, γιατί θεώρησε τον εν λόγω στόχο πολύ λάιτ, και νόμιζε ότι θα τον βάζαμε να κυκλοφορήσει στο δρόμο με βενετσιάνικη μάσκα, και συγκεκριμένα αυτή με τη μυτόγκα, για να μην μπορεί να πιεί ούτε καφέ. Εκείνη την ώρα του χαϊδεύω συμπονετικά την πλάτη, και συνειδητοποιώ ότι κυκλοφορεί με το καρτελάκι στη μπλούζα, και μάλιστα εν γνώσει του, γιατί δεν έβρισκε ψαλίδι να το κόψει.

Γνωριμία της ημέρας: Περιπτωσάρας σερβιτόρος που ερωτεύτηκε τη Δανάη και της πρόσφερε ένα κουτί από φελιζόλ. Και αντί να το ανοίξει και να βρει ένα μονόπετρο, βρήκε ένα μανιτάρι τρούφα, το οποίο και απεχθάνεται.
Γνωριμία της ημέρας νούμερο 2: Σερβιτόρος-Πάκης, που προ δεκαετίας στοιβαζόταν στο 724 και πήγαινε για δουλειά από τα Πατήσια στο Μενίδι, ώσπου κατέληξε στη Βενετία να σερβίρει εσπρεσάκια μακιάτο.

Το τελευταίο μας βράδυ στη Βενετία, χωρίς συγκινήσεις και χωρίς κλάματα, αφού την επόμενη μέρα ακολουθεί ταξιδάκι με τρένο τη Μπολόνια. Η Μαρία μας είπε τρομακτικές ιστορίες για καληνύχτα. Δηλαδή όχι όλη την ιστορία. Μας έλεγε μόνο την τελευταία φράση, κι εμείς έπρεπε να μαντέψουμε τα προηγούμενα. Μάθαμε έτσι ότι η γλαρόσουπα δεν είναι από γλάρο και από τότε φυσάμε και τον εσρπέσο. Επίσης μας έβαλε να ψάχνουμε κανά δύωρο τον δολοφόνο των 2 πτωμάτων, που τελικά ήταν χρυσόψαρα. Και άλλα τέτοια που μας δυσκόλευαν. Και αν θεωρείς ότι είσαι καλός σε αυτά, σε προκαλώ να μου λύσεις τώρα το δικό μου μυστήριο, το μυστήριο που ακολούθησε την τελευταία νύχτα της Βενετίας, το μυστήριο της Μπολόνια:
Ένα χέρι μπαίνει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και σε 2 λεπτά ξαναμπαίνει το ίδιο χέρι με ένα τηλεκοντρόλ.
Βρες μου τώρα την ιστορία που προηγήθηκε, πριν στην αμολήσω στο επόμενο ποστ.
Για να σε δούμε...

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Εγώ, εσύ, οι γύρω μας και οι Λαπίθες


Είδαμε επιτέλους και αυτό το μουσείο της Ακρόπολης. Στο ισόγειο είχε αγγεία, σκεύη και εργαλεία. Ευτυχώς που στην ταμπελίτσα με την περιγραφή κάτω από τα εκθέματα, τα έγραφε και στα αγγλικά, γιατί στα ελληνικά είχαμε άγνωστες λέξεις. Ήταν και η Αθηνά Παλλάς (Για να είμαι ειλικρινής, απ' όλο αυτό το κατεβατό ξέρω μόνο το Παλλάς. Το ξέρω δηλαδή γιατί έχω πάει.) Οι πιο πολλοί βέβαια έψαχναν τα εκθέματα προς τα πάνω,κοιτώντας κάτω από τις φούστες των γυναικών που περπατούσαν στο γυάλινο πάτωμα του τρίτου ορόφου. Συμπεριφορά που αρμόζει στους απογόνους του Ικτίνου και του Καλλικράτη, βεβαίως βεβαίως. Άπλωσε και ένας Ιταλάρας τη χερούκλα του να χαϊδέψει το πέλμα της Αθηνάς, λες και έπιανε τα λεμόνια στο μανάβη, και η ξεναγός του γκάριζε μες στην ηρεμία του μουσείου ΝΟΝ ΤΟΚΑΑΑΡΕ, μια τσιρίδα που κόντεψε να ραγίσει τα λιγοστά αετώματα που μας έχουν απομείνει.

Στις μετόπες στον πάνω όροφο βλέπαμε παντού Λαπίθες. Κένταυρος και Λαπίθης. Κένταυρος καταβάλλει Λαπίθη. Λαπίθης καταβάλλει κένταυρο. Πάλη μεταξύ Κένταυρου και Λαπίθη. Η αρπαγή της Λαπίθαινας από τον κένταυρο. Ο Λαπίθης, η Λαπίθαινα και τα μυστήρια.
Ντρέπομαι που το λέω, αλλά από 7 άτομα παρέα, κανένας δεν ήξερε τι είναι ο Λαπίθης. Ο Γιάννης μας έβγαλε από τη δύσκολη θέση και το γκούγκλαρε αμέσως στο μαραφέτι αφής, αυτό που στα δικά μου δάχτυλα αρνείται πεισματικά να υπακούσει. Οι Λαπίθες λοιπόν ήταν λαός της Θεσσαλίας. Αρχικά, οι Έλληνες πίστευαν ότι οι Λαπίθες έχουν την ίδια καταγωγή με τους Κενταύρους, αργότερα όμως τους διαχώρισαν και τους έδωσαν ανθρώπινη μορφή. Η Κενταυρομαχία προέκυψε όταν ο βασιλιάς των Κενταύρων, καλεσμένος στο γάμο του βασιλιά των Λαπιθών, πήγε να αρπάξει τη νύφη. Έτσι ξέσπασε μάχη και οι Λαπίθες κόντεψαν να ηττηθούν, με τη βοήθεια όμως του Θησέα απώθησαν τους Κενταύρους κάπου κοντά στον Πηνειό.
Κάπου σε εκείνο το σημείο είναι που από το ισόγειο θα είδαν όλοι το βρακί της Νάντιας με το Hello Kitty. Είδαμε και τις Καρυάτιδες. Τις πέντε, γιατί τη μία την άρπαξε ο Έλγιν. Και για όποιον ενδιαφέρεται, μαζεύω υπογραφές για να τη φέρω πίσω.

Κάναμε και βόλτα στην Πλάκα, όπου καθήσαμε να φάμε σε μια γραφική ταράτσα με θέα τα σελοφάν του απέναντι σπιτιού. Στη σκάλα προς την ταράτσα ανεβαίναμε σαν τους κάβουρες, για να αποφύγουμε να σφηνώσουμε περπατώντας στην ευθεία. Ο Κωνσταντίνος υποπτεύομαι ότι φρίκαρε με το όλο περιβάλλον, αλλά ήπιε λίγο ούζο και τα ξέχασε όλα, έγινε βασιλιάς, δικτάτορας, θεός και κοσμοκράτορας. Ο Αντώνης και η Νάντια είχαν μπαφιάσει για τσιγάρο και ξέχασαν να πάρουν. Το άκουσε η κοπελιά από το δίπλα τραπέζι και άπλωσε ένα χέρι με ένα πακέτο τσιγάρα προς το μέρος μας. Πωωω, να'χα μια μπύρα τώρα, που είπε και ο Γκουσκούνης και του έσκασε το χέρι να κραδαίνει μια πράσινη. Κάπως έτσι φαντάσου το σκηνικό. Από ευγένεια, τα παιδιά της πήραν μόνο ένα τσιγάρο και μετά, για να δουν ποιός θα το καπνίσει, έπαιξαν πέτρα-μολύβι-ψαλίδι-χαρτί. Ο Αντώνης, σύμφωνα με τον νόμο των πιθανοτήτων, αποφάσισε να κάνει συνέχεια πέτρα, που έχει πιθανότητα 3/4 να μην χάσει, η έστω να βγει ισοπαλία. Η Νάντια, σύμφωνα με το νόμο του Μέρφι, αποφάσισε να κάνει ότι γουστάρει και έτσι κέρδισε εκείνη το τσιγάρο και τη δόξα.
Που λες καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, ποιος θα πλύνει τα πιάτα; (Λέξη κλειδί αναζήτησης στο μπλογκ μου, μα καλά ποιος γκουγκλάρει αυτό το πράγμα;)
Και αυτό το σουφλέ με το σπανάκι... άλλο πράγμα σε λέω.

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Γάμοι και αηδείες. Άντε να μην τρελαθώ.

Ε ναι λοιπόν, απόψε χάνουμε άλλη μια κοπέλα από το εργένικο κλαμπ. Μα τι πάθανε όλοι και παντρεύονται; Ξεκινήσαμε με το μπάτσελορ την προηγούμενη βδομάδα - γαμπρός και νύφη κάνανε μπάτσελορ στο ίδιο μαγαζί, λες και δεν υπήρχαν άλλα ξενυχτάδικα στον κόσμο, ήθελαν ακόμα και αυτή τη μέρα να βλέπουν τις φάτσες τους μέχρι να σιχαθούν. Πάντως ωραία περάσαμε, χορέψαμε και το νέο σουξέ του Κιάμου "Ολοκαίνουργιος από πάνω μέχρι κάτω, ευτυχώς προχωράω παρακάτω", στίχος αρκετά γελοίος τώρα που το σκέφτομαι νηφάλια, και δη όταν το τραγουδάει κανείς με πάθος, ξεπροβάλλοντας μέσα από καπνούς.

Είχαμε και το κρεββάτι προχτές. Η νύφη ήταν μια ξανθιά κούκλα Μπάρμπι με γυαλιστερή γόβα και πορτοκαλίζον φόρεμα, ήταν η Μπάρμπι-σορμπέ. Το έθιμο λέει ότι οι παρθένες κοπέλες πρέπει να στρώσουν το κρεββάτι και ο γαμπρός να το ξεστρώσει 3 φορές. Για να μην μείνει το κρεββάτι ξέστρωτο, τελικά το στρώσαμε οι ανύπαντρες. Κάναμε ότι καλύτερο μπορούσαμε, βέβαια δεν έχουμε κάνει και φαντάροι. Ε, μετά το έθιμο λέει ότι πρέπει να ρίξεις πάνω ένα παιδάκι, για καλούς απογόνους, Παιδάκι δεν είχαμε και πετάξαμε μια 25χρονη, ήταν ότι μικρότερο μας βρισκόταν στο χώρο, αλλιώς θα έπρεπε να ξυπνήσουμε το γειτονάκι που είχε σχολείο την άλλη μέρα και ήταν κρίμα.

Στη συζήτηση στο τραπέζι, η κουμπάρα έκανε δημοσκόπηση για το πώς βολεύει καλύτερα να αλλάξει τα στέφανα. Δηλαδή, να ξεκινήσει με σταυρωμένα χέρια ή να ξεκινήσει με τα χέρια παράλληλα και να τα σταυρώσει στην πορεία; Εγώ πάντως τη δεύτερη εναλλακτική δεν την κατάλαβα. Εδώ και μία βδομάδα βλέπει σχετικά βιντεάκια στο γιουτιούμπ λέει. Μα αν είσαι λογικός άνθρωπος, καταλαβαίνεις ότι για να έχουν ανέβει εκεί, είναι από ατυχείς στιγμές, από στιγμές που αντί να βάλεις το στέφανο στο γαμπρό αφηρημένος το βάζεις στον παπά, ή μπλέκεσαι στην κορδέλα και παρασέρνεις μαζί την πεθερά, κτλ., οπότε με αυτά τα βιντεάκια πανικοβάλλεσαι περισσότερο. Και στην τελική πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να αλλάξεις δυο κουλούρες τελοσπάντων; Φαντάσου να σου τύχαινε να αλλάξεις κάτι άλλο, πιο απαιτητικό, πχ. λάστιχο. Ή μωρό!!-τι έγινε, χάσαμε το χρωματάκι μας; Λοιπόν, κούνα τις χερούκλες σου και άλλαξε τα στέφανα να τελειώνουμε. Σάμπως θα προσέχει κανείς αν τα αλλάζεις σωστά;

Πάνω σε αυτές τις φοβερές στιχομυθίες πιάσαμε κουβέντα για τρίχες. Πώς θα χτενιστείς εσύ στον γάμο, πώς θα χτενιστεί η άλλη, και τέτοια. Άκουσα όλα τα φοβερά χτενίσματα με τις ανάλαφρες μπούκλες και χάρηκα πάρα πολύ που θα είμαι και πάλι χτενισμένη Ντράγκονμπολ, γιατί αυτό είναι το στυλ που μου ταιριάζει, τέλος. Άλλωστε και αν τύχει ποτέ να γίνω νύφη (χτύπα ξύλο), με το μαλλί όρθιο θα παντρευτώ. Το νυφικό κοντό και άσπρες μπότες. Και αν είναι να πάθει συγκοπή ο πατέρας μου, τότε ας μην με πρήζει να γίνω νυφούλα. Λοιπόν, πάω να καλλωπιστώ τώρα, έχω να βάψω και νύχι. Και να θυμηθώ όταν πεταχτεί η ανθοδέσμη να μιλάω στο κινητό μου. Καλό μήνα είπα, δεν είπα!


Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Πρόσεχε τι εύχεσαι !

Coraline, το σπίτι στην ομίχλη. Θα μου πεις από το 2009, τώρα το θυμήθηκες; Καθήσαμε που λες το Σάββατο να τη δούμε με την εντύπωση ότι θα είναι παιδικό. Αλλά τελικά δεν ήταν.

Η Coraline, το κορίτσι με τα μπλε μαλλιά, ζει με τους εργασιομανείς γονείς της οι οποίοι δεν της δίνουν την πρέπουσα σημασία και όλη μέρα ασχολούνται με τη συγγραφή του βιβλίου τους για τα βότανα. Πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά, αν και κάπου πήρε το αυτί μου ότι οι Κινέζοι έχουν ήδη βρει το βότανο που χρειάζεται σε κάθε νοικοκυριό, το βότανο που θα σε σώσει από τη μάστιγα του αιώνα, δηλαδή από την οικονομική κρίση. Βέβαια, αυτό δεν ξέρω πότε θα κυκλοφορήσει. Και μέχρι τότε τρώω ροζ καραμελίτσες σε σχήμα καρδούλας. Μου τις έφερε ο Αντώνης από το Μεξικό. Piquete de San Valentin τις λένε. Είναι για να θεραπεύουν την ερωτική απογοήτευση, να κάνουν τον άντρα των ονείρων σου να τρέχει από πίσω σου και να σου φέρνουν ερωτική διάθεση. Και αν φτάσεις στο σημείο να έχεις τέτοια διάθεση, δεν σε νοιάζει για την κρίση. Δυο δυο τις τρώω, γιατί νομίζω ότι δεν φτάνει μόνο μία.

Η Coraline λοιπόν βαριέται αφόρητα σε αυτή τη μίζερη ζωή και εύχεται να ήταν αλλιώς η καθημερινότητά της. Μια μέρα ανακαλύπτει στο σπίτι μια μαγική πόρτα που την οδηγεί σε μια άλλη πραγματικότητα, παρόμοια με τη δική της - όμως πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Στην καινούργια αυτή πραγματικότητα, η μαμά της μαγειρεύει κοτόπουλο γεμιστό που μοσχομυρίζει και ο μπαμπάς της όταν κάθονται να φάνε δεν ρεύεται, αντίθετα έχει καλούς τρόπους και ξέρει γαλλικά και πιάνο. Νομίζω ότι δεν θα υπήρχε στον κόσμο πιο αστείο θέαμα από το να δω τον μπαμπά μου να παίζει Μπαχ, αλλά αφού άρεσε στην Coraline ας πούμε ok. Σε λίγο καιρό η παράλληλη αυτή ζωή αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη και οι καινούργιοι της γονείς θέλουν να την κρατήσουν εκεί μαζί τους για πάντα, αλλά για να μείνει πρέπει να της βγάλουν τα μάτια και να της ράψουν στη θέση τους κουμπιά. Λογικότατο. Τι να σκεφτόταν άραγε ο ψυχανώμαλος συγγραφέας τη στιγμή που είχε αυτή την έμπνευση!

Ευτυχώς η Coraline συνειδητοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά και, με τη βοήθεια του Wybie, του γάτου που μιλάει, καταφέρνει να τους ξεφύγει και να γυρίσει στην πραγματικότητά της. Δηλαδή εκεί που κανείς δεν της δίνει σημασία, αλλά έχει τα μάτια της στη θέση τους. Εκεί που όλοι είναι άξεστοι χωριάτες και την λένε Caroline αντί για Coraline. Δεν καθόταν εκεί στους ψεύτικους γονείς, καλύτερα να σου βγει το μάτι λένε - και να γίνει κουμπί - παρά το όνομα. Άβυσσος η ψυχή της Coraline. Και το ηθικό δίδαγμα της ταινίας; Πρόσεχε τι εύχεσαι, γιατί μπορεί και να γίνει πραγματικότητα. Και σκεφτόμουν κάποια στιγμή να ευχηθώ να σταματήσει η κυβέρνηση τα χαράτσια στον λαό, αλλά φοβήθηκα μην γυρίσω και δω τον Αντώνη και αντί για μάτια έχει κουμπιά.

Και αυτό το Coraline τι όνομα, ξεχνάω να γυρίσω τη γραμματοσειρά και γράφω Ψοραλάιν. Έλεος.



Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Στο Αττικό Πάρκο



1.
-Μαμά, γιατί οι χελώνες ζουν στο βρωμόνερο;
-Δεν είναι βρωμόνερο αγάπη μου, είναι άλγη, φυτό που εμφανίζεται στους βιότοπους και κάνει το νερό να φαίνεται πράσινο και από αυτό τρέφονται τα χελωνάκια, κατάλαβες;
-Όχι, είναι βρωμόνερο.
(μαλακιστήρι)

2.
Μούμπλε μούμπλε. Αυτό το πουλί με το μαύρο πεταχτό λοφίο, σαν να μου φέρνει λίγο... Μπααα, όλο μαλακίες σκέφτομαι.
-Ρε συ σαν να σου φέρνει λιγο το τροπικό πουλί.

Χμμμμ.

3.
Φοβερή επίδειξη με δελφίνια και θαλάσσιους ελέφαντες - ή μήπως θαλάσσια λιοντάρια; Κάτι που είναι σαν φώκια, αλλά με μουστάκια τέλοσπάντων. Ή οι φώκιες είχαν μουστάκια και αυτά όχι; Ο Τσάρλι και ο Μίμο λέγονταν. Ή μήπως ο Τσάρλι και η Μάρα; Ππφφφφ, κάποιος δεν πρόσεχε τον εκφωνητή.

4.
Σουρικάτα, το αγαπημένο του Γιάννη. Σαν όνομα πόκεμον δεν είναι; Και μεταξύ μας, εγώ μαγκούστα νόμιζα ότι λέγεται, αλλά επειδή δεν ξέρω να ξεχωρίζω και τα θαλάσσια θηλαστικά, ας μου εξηγήσει κάποιος πιο έμπειρος τι διαφορά έχουν η σουρικάτα, η μαγκούστα και η νυφίτσα. Η μία σουρικάτα κάθεται και κόβει βόλτες φυλώντας σκοπιά, μην τυχόν και επιτεθεί ο Πίκατσου και ο Τσάρμαντερ, ενώ οι άλλες ξεψυρρίζονται. Ανά μία ώρα αλλάζουν βάρδια. Σαν εύζωνοι πα'να πει.

5.
Η Νάντια συζητάει με τον μπούφο.
Νάντια: Μπούφεεε... ου οοουυυυ...
Μπούφος: Ου οοουυυυ...

6.
Ερπετά. Όλα τα φίδια τυλιγμένα σαν το λάστιχο του ποτίσματος και μέσα στο πήλινο του γιαουρτιού. Έτοιμα για φούρνο. Νέες απορίες μου γεννήθηκαν, ας πούμε πώς κάνουν σεξ τα φίδια; Και πώς ξέρεις ποιό είναι το αρσενικό και ποιό το θηλυκό; Να μου πεις γιατί, ξεχωρίζεις ας πούμε τα καναρίνια; Οπότε σταμάτα να ρωτάς μλκίες. Αυτά μεταξύ τους το καταλαβαίνουν. Και σίγουρα θα κάνουν σεξ, αφού κάνουν και αυγά. Το αυγό του φιδιού δεν λέμε; Ή αυτό το λέμε μόνο για τον εθνικοσοσιαλισμό; Να μου πεις και για το αυγό του Κολόμβου λέμε, αλλά υποθέτω ότι ο Κολόμβος δεν έκανε αυγά. Ξέχνα το, πάλι λάθος συμπεράσματα βγάζω.

7.
Όρνιο. Bang bang Λούκυ Λουκ. Έλειπε μόνο ο νεκροθάφτης, ξέρεις αυτός ο ξερακιανός με τη μυτόγκα.

8.
Λύσαξα να φωτογραφηθώ με την καμηλοπάρδαλη. Μέχρι να κάνω 20 βήματα να φτάσω μπροστά της, αυτή έκανε μόνο ένα και εξαφανίστηκε, οπότε δεν φωτογραφήθηκα. Δεν γ***έται, είχε περάσει και η ώρα, είχε και ζέστη και κυρίως θέλαμε να πάμε μετά και στο McArthurGlen. Τουλάχιστον μου έμεινε για ενθύμιο η φώτο με την Κλάρα, την αγελάδα που έχεσε όλο το μέγκα τσάνελ. Ας μην είμαι αχάριστη.

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Λα τρίπ μαντάμ!

Σαββατόβραδο με το μάξι μου φόρεμα και κρατάω στο χέρι ένα τεράστιο ποτήρι ντάκιουρι μάγκο. Θυμίστε μου να μην ξαναπαραγγείλω μλκίες όταν βγαίνω έξω! Καλά δεν ήμουνα και με την korona μου; Η πολλή παρέα με τη Δανάη φταίει. Αυτή έχει πάρει μάστερ στους θανατηφόρους συνδυασμούς, όπως πχ. ζεστή σοκολάτα με γεύση πεπόνι και χοιρινή μπριζόλα με σάλτσα γαρίδας. Θυμάμαι και τα χαΐρια της στη Γαλλία! Που πήγαμε σε ένα κόζι συνοικιακό εστιατόριο και από ολόκληρο κατάλογο διάλεξε la tripe, γιατί της έβγαζε μια φινέτσα, κάτι το αριστοκρατίκ, μια σικ γαλλικίλα βρε αδερφέ. Να ήταν το ρου που έγινε γου, να ήταν το άηχο έψιλον στο τέλος, δεν ξέρω. Πάντως ακόμα έχω σφηνωμένη στα ρουθούνια μου τη μυρωδιά του χοντροκομμένου αχνιστού πατσά που ήρθε σε λίγο στο τραπέζι μας, και η Δανάη δεν ήξερε από που να φύγει. Μα είναι τρελοί αυτοί οι Γάλλοι! Από που κι ως που τγιπ ο ντουσλαμάς! Βέβαια, δεν μπορείς να πεις ότι έχεις ζήσει, αν δεν έχεις διαλέξει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή σου μια ακατανόητη αηδία από ξένο μενού. Οπότε ας πούμε δικαιολογημένη η Δανάη.


Τρελή ρέκλα που λες σήμερα. Όλο το πρωί στη δουλειά φτιάχναμε αεροπλανάκια οριγκάμι. Με πιάσανε και όλα τα κόκκινα φανάρια στο δρόμο προς το σπίτι. Βαριέμαι στα κόκκινα φανάρια, χάνεις χρόνο από τη ζωή σου. Εκτός αν είσαι ζευγαράκι, οπότε φιλιέσαι.
Η ρέκλα συνεχίζεται και στο σπίτι. Έλεγα τώρα να αράξω στο κρεββατάκι μου και να δω καμιά ταινία. Μετά είδα αυτό, και τώρα κόλλησα και κάθομαι με το σταράκι του Superman να κάνω κόμπους. Δεν ξέρω που θα με βγάλει αυτό το βράδυ. Μου τελείωσε και το κρασί.

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Η κόκκινη κλωστή

Θυμάστε τον μύθο του Maneki Neko?
Ε, τώρα θα μάθετε κι άλλη κινέζικη ιστορία. Και τώρα το ξέρω ότι νυστάζετε και χασμουριέστε κρυφά, και δεν είναι ωραίο αυτό που κάνετε, εγώ όμως θα σας την πω:

Κατά την περίοδο της Δυναστείας Tang, υπήρχε κάποιος ονόματι Wei. Ο Wei ήταν ορφανός από μικρός και έτσι, άμεσως μόλις μεγάλωσε ήθελε να παντρευτεί και να κάνει δική του οικογένεια.
Σε κάποιο ταξίδι του, πέρασε από την πόλη Song, και κάποιος άγνωστος του προσέφερε φιλοξενία. Ο Wei του είπε για τη δυσκολία που αντιμετώπιζε να βρει γυναίκα, και εκείνος του είπε ότι θα μιλούσε αμέσως στον στρατηγό, ο οποίος είχε μια ανύπαντρη κόρη. Και συμφώνησαν να βρεθούν το επόμενο πρωί για να τα ξαναπούν έξω από τον ναό.

Από την αγωνία του, ο Wei έφτασε στον ναό πολύ νωρίτερα απ' όσο είχαν κανονίσει, και είδε κάτω από  ένα δέντρο έναν γέροντα να κάθεται πάνω σε κάτι σακιά και να διαβάζει υπό το φως του φεγγαριού. Πλησίασε πάνω από τον γέροντα και κοίταξε το βιβλίο, αλλά δεν καταλάβαινε λέξη.

-Συγνώμη γέροντα, αλλά τι βιβλίο είναι αυτό που διαβάζεις; Εγώ έχω γυρίσει όλο τον κόσμο και έχω μάθει πολλές γλώσσες, γλώσσες περίεργες από χώρες μακρινές, αλλά ποτέ μου δεν έχω ξανασυναντήσει αυτή τη γλώσσα.
-Αυτό το βιβλίο το έφερα από άλλο κόσμο.
-Και τι κάνεις εδώ αν έρχεσαι από άλλο κόσμο;
-Σηκώθηκες πολύ νωρίς, συνήθως δεν κυκλοφορεί άνθρωπος έξω τέτοια ώρα. Εμείς ερχόμαστε εδώ γιατί δουλειά μας είναι να τακτοποιούμε τα ανθρώπινα ζητήματα. Εγώ, ας πούμε, ασχολούμαι με τον γάμο.
-Είμαι μόνος στον κόσμο και εδώ και χρόνια ψάχνω μια γυναίκα για να παντρευτώ και να κάνω οικογένεια. Και τώρα ελπίζω να παντρευτώ τη γυναίκα του στρατηγού. Πες μου, γέροντα, θα πραγματοποιηθεί το όνειρό μου;
Ο γέρος κοίταξε το βιβλίο του και είπε:
-Όχι, δεν είναι αυτή η γυναίκα που προορίζεται για σένα. Η γυναίκα που θα πάρεις είναι τώρα τριών ετών και θα την πάρεις όταν γίνει δεκαεφτά.
Απογοητευμένος από την απάντηση του γέρου, ο Wei κοίταξε τα σακιά όπου καθόταν ο γέρος και τον ρώτησε τι είχαν μέσα.
-Κόκκινη κλωστή, για να δένω τα χέρια των ζευγαριών. Δεν είναι ορατή, αλλά από τη στιγμή που δένονται, δεν μπορούν να ξαναχωριστούν ποτέ. Είναι ήδη δεμένοι από την ώρα που γεννιούνται, και παρά την απόσταση που μπορεί να υπάρχει μεταξύ τους, παρά την κοινωνική θέση τους, παρά τις αντίξοες συνθήκες, αργά η γρήγορα θα ενωθούν σαν αντρόγυνο. Και αυτή την κλωστή δεν μπορείς να την κόψεις. Γιατί, αφού είσαι ήδη δεμένος με τη μέλλουσα γυναίκα σου, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Η δική σου γυναίκα είναι η κόρη της Chen, που έχει έναν πάγκο κάτω στην αγορά.
-Μπορώ να τη δω;
-Αν το θέλεις πολύ θα σου τη δείξω, αλλά θυμήσου ότι το μέλλον σου δεν μπορείς να το αλλάξεις.

Μόλις είχε φέξει, και αφού δεν είχε φανεί ακόμα και ο άνθρωπος που περίμενε ο Wei, πήγαν μαζί στην αγορά. Πίσω από τον πάγκο με τα φρούτα στεκόταν μια φτωχή γριά, τυφλή από το ένα μάτι, με ένα κοριτσάκι περίπου τριών ετών, ντυμένες και οι δύο με κουρέλια.
-Να η γυναίκα σου!, είπε ο γέρος και έδειξε τη μικρή.
-Και αν τη σκοτώσω;
-Ό,τι και να κάνεις δεν μπορείς να αλλάξεις τη μοίρα.
O Wei, αποφασισμένος να σκοτώσει τη μικρή, βρίσκει ένα κοφτερό μαχαίρι, και το δίνει στον υπηρέτη του, διατάζοντάς τον να σκοτώσει τη μικρή με αντάλλαγμα εκατό χρυσές λίρες.
Την επόμενη μέρα, ο υπηρέτης πηγαίνει στην αγορά και κατευθύνεται προς τον πάγκο, με το μαχαίρι κρυμμένο στην τσέπη του. Με μια απότομη κίνηση το βγάζει έξω, χτυπάει τη μικρή και εξαφανίζεται τρέχοντας.
-Εντάξει; τον ρωτάει ο Wei όταν γύρισε.
-Προσπάθησα να τη χτυπήσω στην καρδιά, αλλά τελικά τη χτύπησα ανάμεσα στα μάτια.
Ο υπηρέτης πήρε την αμοιβή του και ο Wei, ήσυχος ότι μπορεί πια να παντρευτεί όποια θέλει, συνέχισε τη ζωή του και με τα χρόνια ξέχασε όλα αυτά που είχαν συμβεί.
Όλες οι προσπάθειες που έκανε να παντρευτεί απέβησαν μάταιες και έτσι πέρασαν 14 χρόνια.
Εκείνον τον καιρό δούλευε σε ένα μέρος που λεγόταν Shiangzhou και τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά, τόσο καλά μάλιστα που ο ανώτερός του, ο άρχοντας του τόπου, του έδωσε την κόρη του για γυναίκα. Έτσι, ο Wei απέκτησε μια πανέμορφη γυναίκα από καλή οικογένεια. Ο Wei παρατήρησε ότι η γυναίκα έδενε ένα μαντήλι στο μέτωπό της, που δεν το έβγαζε ούτε όταν πήγαινε για ύπνο. Θυμήθηκε τότε την ιστορία με τη μικρή στην αγορά και αποφάσισε να τη ρωτήσει γιατί κρύβει το μέτωπό της με αυτό το μαντήλι. Και εκείνη είπε του είπε κλαίγοντας:
-Δεν είμαι η κόρη του άρχοντα του Shiangzhou, αλλά είμαι ανιψιά του. Κάποιον καιρό ο πατέρας μου ήταν άρχοντας της πόλης Song, μα πέθανε νωρίς, όπως και η μαμά και ο αδερφός μου. Η νταντά μου, η Chen, με λυπήθηκε και με κράτησε κοντά της. Ήμουν τριών ετών όταν μια φορά στην αγορά μου επιτέθηκε έναν τρελός με μαχαίρι και με χτύπησε στο μέτωπο. Το σημάδι δεν μου έφυγε ποτέ και γι' αυτό φοράω το μαντήλι. Πριν από εφτά χρόνια, ο θείος μου με πήρε στο σπίτι του και με μεγάλωσε για να με παντρέψει σαν να ήμουν πραγματική του κόρη.
-Η κυρία Chen ήταν τυφλή από το ένα μάτι;
-Και που το ξέρεις;
-Εγώ έβαλα να σε σκοτώσουν, είπε ο Wei, και εξήγησε στην γυναίκα του ό,τι είχε συμβεί.
Και ξέροντας πια και οι δύο την αλήθεια, αγαπήθηκαν περισσότερο από πριν και έζησαν για πάντα ευτυχισμένοι. 

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Γύρισες από διακοπές; Πάρε ντεπόν και θα σου περάσει.

Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια αυτό που λένε ότι οι Επτανήσιοι έχουν την τρέλα μέσα τους, ούτε θέλω να παρεξηγηθεί κανένας Επτανήσιος, αλλά έχω βάσιμες υποψίες πώς είναι.

Όταν φτάσαμε στη Λευκάδα, η κυρία που νοίκιαζε το αμάξι είχε λυσάξει να της πούμε που θα μείνουμε.
-Δεν ξέρω, τι να σας πω, πάντως η κυρία που έχει τα ενοικιαζόμενα λέγεται Αγλαΐα.
-Ποια, η γυναίκα του Κώστα του δασκάλου, εεεε?;; Η γυναίκα του δασκάλου;;;;;Εεεεε;;;
-Δεν ξέρω, μπορεί. (Χμμμ, τι έπαθε και γκαρίζει η τρελή?!)
-Ναι βρε παιδί μου και που είναι αυτά τα ενοικιαζόμενα;;;;; Εεεεε, πού είναιιιιι;;;; Εεεεε;;;
-Δεν ξέρω, πρώτη φόρα έρχομαι, θα πάρω σε λίγο την κυρία να μου πει. (Αν είναι να με δαγκώσεις την παίρνω και τώρα)
-Μα είναι η γυναίκα του δασκάλου ή μήπως του ζαχαροπλάστη; Μάαααριεεεε! ...Έλα δω παιδί μου, ποιος έχει πάρει την Αγλαΐα, ο δάσκαλος;
-Δεν ξέρω ρε μάνα, ποια Αγλαΐα; Πάω για μπύρα με τα παιδιά.
-Τι λες βρε ακαμάτη, εγώ έχω μαγειρέψει, κι εσύ τρέχεις έξω με τους φίλους σου...!


Πήγαμε και βρήκαμε τον κυρ Κώστα, που ήταν δάσκαλος ή ζαχαροπλάστης, ή μπορεί και πλέον συνταξιούχος. Το δωμάτιό μας ήταν στο ισόγειο, αυτός έμενε στον πρώτο. Που τον έχανες, πού τον έβρισκες, όλο έξω από το παράθυρό μας κρυφοκοίταζε. Λίγο ματάκιας ο κυρ Κώστας. Αφού ένα βράδυ άνοιξε και την πόρτα με το κλειδί, γιατί άκουσε θόρυβο και φώναζε μες στα σκοτάδια "Εεεε...κουρίτσα, εδώ είστε;?!!". Και μας είχε προειδοποιήσει ο Κωνσταντίνος: Σε αντίστοιχο ενοικιαζόμενο, γύρισε από το μπάνιο και το σπίτι μύριζε κάτι ωραίο, κάτι σαν μπάμιες με φρέσκια ντομάτα για παράδειγμα. Σε λίγο μπούκαρε μέσα η σπιτονοικοκυρά με ένα γάντι, άνοιξε το φούρνο, πήρε το ταψί της και έφυγε, σαν να έκανε το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου.
Τυχαία, την τελευταία μέρα καταλάβαμε ότι ο κυρ Κώστας λεγόταν Αντώνης. Όταν επιστρέψαμε το αμάξι, είπαμε στην τρελάρα ότι τελικά ο Αντώνης έχει παντρευτεί την Αγλαΐα. Για να βγει η μαλίνια από μέσα της. 

Οι παραλίες ήταν παραδεισένιες και σου άνοιγαν την όρεξη. Κανα δυο φορές φάγαμε στον Άγιο Νικήτα και ενώ η Δανάη είχε στο στόμα της το καλαμαράκι, ξαφνικά ένιωσε να προσγειώνεται στην κεφάλα της μια τεράστια κουτσουλιά από γλάρο, έτσι... πλούυυφφφ. Τελικά ήταν η επίθεση της γιγάντιας ακρίδας. Για να μην την τρομάξω, άρχιζα να ψελίζω κάτι ακαταλαβίστικα, ξηδοιφυκ;ςερθάςσκδσφξ που μάλλον τρόμαξαν και την ακρίδα.


Τα βράδια κάναμε βόλτες στην πόλη πάνω κάτω και τανάπαλιν και το λουκ Ντράγκονμπολ συνάρπασε όλους τους Κινέζους του νησιού, τουρίστες και μαγαζάτορες. Η Δανάη από την άλλη είχε το λουκ Τζέλλα Δελαφράγκα. Φούξια καπελαδούρα, ολόσωμο πουά μαγιώ, γυαλιά ηλίου σε σχήμα καρδούλας και τέτοια πράγματα. Τζέεενη, ουυουυυυ. Μαμάααα, Ντέεεενη, ουυυουυυυ. Της χρειαζόταν το φώτοσοπ με το πορτρέτο πίσω της. Η Πένυ δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο λουκ. Φυσιολογικά όλα. Μόνο που στο Πόρτο Κατσίκι φοβόταν μην της έρθει ο βράχος στο κεφάλι. Μα τον Τουτάτις/Μπελένος.
Ωραία παραλία κατά τα άλλα. Ψηθήκαμε σαν σουβλάκια στο βοτσαλάκι, εκεί που σε ξεβράζει το κύμα. Την ώρα που ξάπλωνα χαλαρά και λιαζόμουνα, η Πένυ είχε πεθάνει στο γέλιο.
-Βασικά εκεί που ξαπλώνεις και ήμουν εγώ πριν, κατουριόμουν και λέω "τώρα πούυυυ να βουτάω πάλι στη θάλασσα, δεν τα αμολάω εδώ στο βοτσαλάκι όπως κάθομαι;;"
Μπλιάαααχ, καλά ρε φίλε, σκύλος είσαι;; Και είχα πάρει και πόζα πανάθεμά με.

Ε μετά μπλέξαμε και με ένα σταυρόλεξο και ακολούθησαν φανταστικοί διάλογοι:
Γεωργία: Υποκοριστικό του Χαράλαμπος. 6 γράμματα, το 2ο άλφα.
Πένυ: Μπάμπης δεν ταιριάζει, Χάρης δεν ταιριάζει, άρα... Χάμπος. 
(Το Λάμπης δεν έπαιζε σαν επιλογή. Για να δεις πώς φαίνονται οι Πόντιες). Κι εσύ λάμπεις Χάμπο μου.
Δανάη: Ρε σεις πρέπει να έχουμε κάνει κάποιο λάθος εδώ. Λέει "παρασιτώ" και έχουμε τα 2 τελευταία, που είναι και τα 2 ωμέγα. Δεν υπάρχει λέξη που να τελειώνει σε δύο ωμέγα.
Γεωργία: Τι λέτε ρε βλάκες, υπάρχει, όπως για παράδειγμα "φυτοζωώ".
Δανάη: Ααααα, ναι. Φυτοζωώ.
Γεωργία: Χμμμμ, για να δούμε τώρα, ποια είναι αυτή που ψάχνουμε.
Δανάη: Αυτή είναι ηλίθια.




Αλλά enough με τη Λευκάδα, γιατί θέλω να σας πω και για την αγαπημένη Κέρκυρα. Έξι χρόνια φοιτήτρια εκεί, και έχω αφήσει αναμνήσεις σε κάθε βρωμερή γωνίτσα της πόλης που μυρίζει καναλέτο και κάνουν παρέλαση τα αρούρια. Που λες, κάτι κυκλοφορεί τελευταία στο νησί που παχαίνει. Η υγρασία, η τρέλα, η βαρεμάρα, ή όλα μαζί ίσως. Κάπου στο κλαμπ το βράδυ πέτυχα τον Θανασάκη, πρέπει να είχε φάει τον φίλο του τον Αλέκο. Είδα και τον Σπύρο και τον ρώτησα αν έχει φάει τον αδερφό του. Τελικά ο αδερφός του ήταν πιο πέρα. Δεν ξέρω ποιόν κατάπιε. Any ideas? Και ο Τεό είχε φάει την κοπέλα, του, ή τη μαμά του, ή μάλλον την Κούλα που ήτο και ευτραφής, θα σας γελάσω.

Το ξενοδοχείο ήταν καλό. Είχαμε μόνο κάτι προβληματάκια με το μπάνιο. Δηλαδή την πρώτη μέρα, όντας ανυποψίαστες, τραβήξαμε το ματζαφλάρι που βουλώνει το νιπτήρα για να πλύνουμε τα μαγιώ και έμεινε εκεί για πάντα. Έτσι αναγκαζόμασταν να πλένουμε το πρόσωπο, τα χέρια και τα δόντια μας στο ντους, ή να τα πλένουμε στο νιπτήρα και μετά να τον αδειάζουμε με ποτήρια. Αλλά και στο ντους υπήρχε θεματάκι. Στουμπωμένο και εκεί το κουμπί από τα άλατα, προσπαθούσες να τραβήξεις τη βλακεία προς τα πάνω για να τρέξει το νερό από το τηλέφωνο και με λίγη καλή τύχη το κατάφερνες με την 20η φορά. Αν όχι, απλώς πλενόσουν από τη μέση και κάτω. Με το που ανέβαζες το ρημαδιασμένο κουμπί βέβαια, δεν τελείωναν τα προβλήματά σου, γιατί το νερό δεν έτρεχε από το τηλέφωνο, αλλά από διάφορες μεριές του καλωδίου του. Η Νάντια, νεοαφιχθείσα την τρίτη μέρα, αναφώνησε μπαίνοντας στο δωμάτιο Τιιι τέλειοοοο μπάνιοοοο! ..Η επίδειξη που ακολούθησε στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία και η Νάντια δεν ξανασχολίασε οτιδήποτε άλλο ωραίο συναντούσε στο διάβα της.

Ωραίο και το μπάνιο στο Μπαρμπάτι, αλλά ακόμα καλύτερο στην Παλαιοκαστρίτσα - La Grotta:
Και αν δεν μοιάζει με τη διαφήμιση του light blue, βγάλτε μας ψεύτρες.






Επίσης: φάγαμε στο αγαπημένο La famiglia, αξία ανεκτίμητη. Ο σερβιτόρος δεν μας πήρε παραγγελία, μας είδε από την είσοδο και μας έφερε 5 pollarolo, το πιάτο που έχει μείνει χρόνια χαραγμένο στην καρδιά και στη φοιτητική στομάχα μας. Ριγκατόνι, με κρέμα γάλακτος, κομματάκια κοτόπουλο και φασκόμηλο. Όποιος τύχει να περάσει από την Κέρκυρα, ας πάει να το δοκιμάσει και θα με θυμηθεί. Ξενυχτήσαμε στο πρώην Destijl, που τώρα έχει γίνει Hook, και επειδή άλλαξε όνομα στριμώχτηκαν εκεί όλοι οι Κερκυραίοι σαν ποντίκια, κολλημένοι από την υγρασία, με ένα ποτό στη χέρα. Το έχουν αυτό οι Κερκυραίοι. Κάθε χρόνο στριμώχνονται όλοι σε ένα μαγαζί και τα υπόλοιπα είναι άδεια. Νησιωτική ιδιοτροπία που εμείς, οι "Αθηναίες", ποτέ δεν καταλάβαμε.


Κάναμε και την άφτερ εμφάνισή μας στον Καραφώτη που έτυχε να είναι στο νησί. Την ώρα που λικνίζαμε τα κορμιά μας,  η Δανάη έπινε πάγο με ούρσους και φώναζε -Δώστα όοολα Φώωωωττττη και η Νάντια την έκραζε -Σκάσε μωρή, Κώστας λέγεται! 

Και μ'αυτές τις γελοίες σκέψεις γύρισα που λες στην Αθήνα. Λίγες οι μέρες στην Κέρκυρα και φτάσαμε fast forward στα τέλη του Αυγούστου. Γαμώτο. Ένα μαγικό ραβδί να με ξαναγυρίσει πίσω, έχει κανείς;

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Κι όμως, μιλούσε!!!

Γεωργία: - Παιδιά, είδα μία στο δρόμο που περπατούσε και είχε στον ώμο την τσάντα της, και έβγαινε από μεσα ένα κανονικό ακουστικό σταθερού τηλεφώνου μπλε ελεκτρίκ και αυτή μιλούσε!!!!

Αντώνης και Νάντια: - Είσαι τρελή, σιγά μην έστελνε και μήνυμα, τί ώρα παίρνεις τα χάπια σου;; 
ΕΤ phone home. Χαχαχα, άντε να κοιμηθείς τώρα, να ηρεμήσεις.
Πόπη: Ε καμιά τρελή θα ήταν, θα μιλούσε μόνη της! (τουλάχιστον τα έριξε στην άλλη)


Το κλου είναι ότι κάποιος απ' όλους ήταν τρελός.
Ε όχι αγάπη μου, κανείς δεν ήταν τρελός, το moshi moshi pop phone υπάρχει!
Το είπε και το google.




Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Διακοπές στο χωριό

Κρητικός γάμος σε χωριό είκοσι κατοίκων. Φτάνουμε Σάββατο πρωί στο Ηράκλειο, όπου αντί για το cinquecento που είχαμε νοικιάσει online, βρισκόμαστε στο αεροδρόμιο με ένα τεράστιο αμάξι και μια τρελάρα που μας βάζει να υπογράψουμε τα χαρτιά και μιλά μια ακατανόητη διάλεκτο. Ακολουθούμε οδηγίες από email του Γιώργου για να φτάσουμε στο χωριό. Oi odhgies htan sta greeklish kai egrafan oti na'nai. Αποφασίζουμε να καταφύγουμε σε οδηγίες γηγενών, θα πας εδώ στη γωνίιιια που'ναι ο Σύνδεσμος τσε θα στρίψεις - το εβλέπεις ετσεί το σημείο που εσμίγουν οι δρόμοι;;; Ε.. ετσεί στρίβεις.
Βρίσκουμε το χωριό μετά βασάνων, γιατί δεν ξέραμε τι είναι ο Σύνδεσμος, ούτε καταλάβαμε που εσμίγουν οι δρόμοι. Αφήνουμε τα πράγματα και κάνουμε βουτιά, γκανιάσαμε να κυκλοφορούμε τόση ώρα στη λαλάκα.

Αμέσως μετά καθόμαστε στη μοναδική ταβέρνα να φάμε καλαμαράκια και να τα βουτήξουμε στο τζατζίκι, συνδυασμό που σκέφτηκα την ώρα που κολυμπούσα και που ο καλός μου επέμενε ότι τάχα δεν  ταιριάζει, αλλά τελικά κρυφοβουτούσε κι εκείνος. Με το που καθόμαστε, περνάει και ο κυρ Μπάμπης. Κάθεται δύο λεπτά να μας χαιρετήσει (τελικά μπαστακώθηκε καμιά ώρα), μας πίνει και τη μπύρα και αρχίζει τις ιστορίες του. Ότι έκανε λέει τον φωτορεπόρτερ στα γήπεδα της Ιταλίας, ότι έκανε τον γύρο της Αυστρίας σε 80 ημέρες και ότι παραλίγο να γίνει πρωθυπουργός στη θέση του πρωθυπουργού. Κρεμόμαστε από τα χείλη του, και σε λίγο πετιέται και ο Γιώργος κάπου πιο πέρα.
-Πατέρα φύγε από το τραπέζι, άσε τα παιδιά στην ησυχία τους!
-Μα ούτως ή άλλως τα παιδιά δεν έχουν τι να πουν!!!
Τα ισοπέδωσε όλα με μια απλή πρόταση.
Το βουλώσαμε και στουμπώσαμε καλαμάρι με έξτρα τζατζίκι. 
-Που λέτε παιδιά εδώ έχει πολλή ζέστη, βράζει η άμμος ολάκερη, αν πάρεις ένα αυγό και το θάψεις μέσα θα ψηθεί. Το θάβετε, καρφώνετε από πάνω κι ένα ξύλο για να μην το χάσετε, κάνετε μια βουτιά και σε λίγο το βγάζετε. Εγώ φεύγω.

Είπε τη μικρή του μλκία και εξαφανίστηκε και ένιωθες ότι κρυβόταν από πίσω κάτι άλλο, μεγαλύτερο. Λέω στον Αντώνη ότι αν δεν ψήσουμε το αυγό εγώ δεν φεύγω από το χωριό.
Πηγαίνουμε στην κυρά Μαρία, τη γυναίκα του, να ζητήσουμε αυγό.
Η κυρά Μαρία μες στη φυσικότητα:
-Ναι αμέσως παιδιά, θέλετε να το ψήσετε στην άμμο; (καθημερινό φαινόμενο γαρ)
-Ναι ναι, μας είπε ο κυρ Μπάμπης ότι πετυχαίνει.
Εν τω μεταξύ παρασκύφτει και η γειτόνισσα.
-Τι γίνεται, τι κάνουν τα καλά παιδιά; Τι είναι τούτο, αυγό; Αααα, θα το ψήσετε στην άμμο; Ωραία, μπράβο, κι εγώ τώρα θα κατέβω μια βόλτα για μπάνιο, έχει κύμα;
Τώρα εμείς ήμασταν οι περίεργοι ή οι υπόλοιποι που τους φάνηκε φυσιολογικό το πείραμα του αυγού και δεν πεταρίζαν βλέφαρο, δεν ξέρω. Εμείς μια φορά ξεκινήσαμε αποφασισμένοι να το ψήσουμε στη χόβολη. Όπως κατεβαίνουμε ο κυρ Μπάμπης μας δίνει την τελευταία συμβουλή και μας αποτελειώνει:
-Μην το βάνετε πολύ βαθιά κι έχει υγρασία, γιατί δεν θα ψηθεί καλά.
Μιλάς με γρίφους γέροντα.
Το αυγό παρέμεινε ωμό και είπαμε ψέματα ότι ψήθηκε, για να μην τον στεναχωρήσουμε.

Ανηφορίζουμε άπραγοι προς το δωμάτιο και στο δρόμο συναντάμε τον συμπαθή γείτονα στην αυλή του, όπου κραδαίνει το λάστιχο και μας γνέφει να πάμε να ξεπλυθούμε για να μας φύγουν τα αλάτια. Κοιταζόμαστε με απορία. Του λέμε ευγενικά ότι συνηθίζουμε να πλενόμαστε στη μπανιέρα.
Καθόμαστε λίγο στη βεράντα να ηρεμήσουμε και βλέπουμε σε ένα σπίτι πιο κει ένα αντρόγυνο να πλενετε στην αυλή με το λάστιχο. Τι σκατά, το' χουν συνήθειο; Διώροφο σπίτι, δεν έχουν μπανιέρα;
Πάνω στην απορία μας, βουτάνε και το μωρό τους, το βάζουν κάτω και ο ένας το σαπουνίζει, ο άλλος του ρίχνει με το λάστιχο σαν να' ταν τριανταφυλλιά (είχε βάλει και τον αντίχειρα για πίεση) και το μωρό πλαντάζει και το ακούει όλη η γειτονιά. Το σαπουνίζουν για να πάει στο γάμο το βράδυ. Το μεγάλο γεγονός του Ιουλίου.

Χίλια άτομα στον γάμο, τραπέζια και χοροί καταμεσής του δρόμου. Μπαλοθιές δεν είχε, είχε όμως λυράρη, φαΐ και καλή παρέα. Επίσης είχε ωραία κατανομή φαγητού. Για ορεκτικό είχε γίδα με μακαρόνια και για κυρίως πιάτο μπριζόλα με πατάτες. Ή μπορεί να μην είχε ορεκτικό και να είχε δύο κυρίως που απλώς ήρθαν ετεροχρονισμένα, ακόμα δεν έχουμε καταλάβει. Στην συζήτηση στο τραπέζι μαθαίνουμε την άχρηστη πληροφορία της ημέρας, ότι δηλαδή το χωριό παράγει αγγούρια. Χορέψαμε μαλεβιζιώτη με δική μας αυτοσχέδια μέθοδο και ευτυχώς μες στον χαμό κανένας δεν κοιτούσε τα πόδια μας. Ο γάμος κράτησε μέχρι τις οχτώ, βέβαια εμείς φύγαμε κάπου στο ενδιάμεσο γιατί δεν την παλεύαμε άλλο από την κούραση. Θέλαμε να ξυπνήσουμε και το πρωί να πιούμε καφέ κάτω από τον πλάτανο.

Όλη μέρα τη βγάλαμε στη θάλασσα, εγώ μάζευα πετραδάκια και ο Αντώνης μάζευε το μαγιώ του που του το επαιρναν τα κύματα. Και όταν νύχτωσε και γέμισε ο ουρανός αστέρια εμένα με πιάσανε οι ρομαντισμοί και τον έβαζα να μου δείξει τους αστερισμούς έναν έναν. Όχι ότι τους ήξερε δηλαδή..
-Ρε μωρό μου κάτσε να ανοίξω λίγο το ipod να δω.
-Καλά είσαι βλάκας;;;
-Λοιπόν περίμενε να φωνάξω τον Γιώργο μήπως ξέρει.
Έρχεται ο Γιώργος.
-Γιώργο μήπως ξέρεις τους αστερισμούς;
-Καθήστε να ανοίξω λίγο το ipod. 
Άλλος από κει. Το ανοίγει το υψώνει προς τον ουρανό, και το μαραφέτι μας μαρκάρει τους αστερισμούς σε 3 απλές κινήσεις. Ρε τους κερατάδες, τι φτιάχνουν, θα έλεγε τώρα ο πατέρας μου.
Αφού εντυπωσιάστηκα κι εγώ είναι η αλήθεια. Κι αυτή η κόμη της Βερενίκης τι ήταν, μήτε που την είχα ξανακούσει. Θα κάτσω να μελετήσω τώρα. Μόνο την Μεγάλη Άρκτο ξέρω να ξεχωρίζω ο στούρνος.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Έμαθα πως είσαι manga

Πώς θα γίνει να πάρω την τσάντα από τα Κεμ; Δεν με πιάνει ύπνος τα βράδια...

Και στη δουλειά τώρα τελευταία έχουν λυσάξει οι Κινέζοι. Αγγλικά ότι να' ναι, αλλά παίρνουν τηλέφωνο να κλείσουν. Must προορισμός η Σαντορίνη. Και πώς να στα κλείσω ρε φίλε, αφού δεν υπάρχει συνεννόηση. Κάνεις συνέχεια ωωωωω και μετά λες κάτι ακαταλαβίστικα με παρήχηση του λάμδα και πάλι ωωωωω. Κλείστα από το ίντερνετ να τελειώνουμε. Εφιάλτης είσαι. Ονειρεύτηκα τις προάλλες volcanic ash στη Σαντορίνη. Να ακυρωθούν οι πτήσεις και να πρέπει να τους ενημερώσεις στα αγγλικά. Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Καλό μου ηφαίστειο, σε παρακαλώ πολύ, κοιμήσου για πάντα!!


Με βασανίζει και η σκέψη του μικρού λαμπραντόρ που πρέπει να γίνει δικό μου. Για όποιον δεν κατάλαβε, μιλάμε γι' αυτά τα μπεζουλί σκυλάκια που όλοι αγαπήσαμε στη διαφήμιση με τα κωλόχαρτα Κλίνεξ καπιτονέ. Για καπιτονέ απαλότητα και μοναδική απορροφητικότητα. Βέβαια έχω ήδη τον Φρεντάκο, αλλά να μην έχει κι αυτός παρέα; Σκυλο-βαριέται όλη μέρα να μην μιλάει σε σκύλο. Έπρηξα τον πατέρα μου, μου είπε "θα δούμε" και συνέχισε να διαβάζει την εφημερίδα του. Η μαμά μου αυτές τις μέρες είναι στο χωριό, οπότε της το ξεστόμισα τηλεφωνικώς και μου είπε "δώσε μου τον πατέρα σου ΤΩΡΑ". Δεν ξέρω τι επιχειρήματα είχε, αλλά εκείνος όσο τον έκραζε κρατούσε το ακουστικό σε απόσταση δέκα εκατοστών από το αυτί του και μετά της είπε ένα ξερό "καλά" και άλλαξαν θέμα. Είπαν για το καρπούζι. Γεμάτο κουκούτσια λέει.

Το άλλο Σάββατο Κρήτη, γάμος σε χωριό. Το γλέντι θα γίνει στην πλατεία του χωριού. Δεν ξέρω ποιοι παντρεύονται και θα πάω απρόσκλητη με άλλη παρέα, όπως έκαναν στο wedding crashers για να φάνε και να βρουν γκόμενες. Τώρα παρακολουθώ σοβαρά μαθήματα άνευ διδασκάλου στο youtube για να μάθω μαλεβιζιώτη. Αλλά με τέτοια βιντεάκια δεν παίζει. Χοχοχο. Όντως, ο άνθρωπος κάτι παίρνει. Μάλλον αύριο στο λάτιν θα πω στη δασκάλα να κάνουμε μια εξαίρεση και να χορέψουμε Ζωιδάκη μπας και ξεστραβωθώ. Μα να μην μπορώ να σούρω τα πόδια μου στο γάμο;


Επίσης. Γνώρισα έναν τύπο περίεργο που κυκλοφορεί με βέσπα. Με έκανε βόλτα και ήταν σούπερ. Φλας δεν είχαμε, άπλωνα τη χέρα μου. Του είπα ότι μοιάζει με Ιταλό. Μου είπε ότι μοιάζω με γιαπωνέζικο manga. Σας τα έλεγα εγώ, φτυστά είμαστε. Μαλλί καρμπόν σου λέω. Μεγάλα μάτια και μικρό στόμα. Ω, ναι. Κάπου από κει κρατάει η σκούφια μου. Στοίχημα.
 

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Ονειρευτείτε γιατί χανόμαστε

Καλημέρα. Ονειρεμένο καλοκαιρινό βράδυ, κοιμήθηκα σαν βόδι και τώρα σηκώθηκα και τρώω παστίτσιο κρύο από το ψυγείο για πρωινό, ποιος το ζεσταίνει τώρα...
Θα πάω για μπάνιο σε λίγο, λες να πάω στον πάτο;
Το πολύ να πλατσουρίζω πάλι στα ρηχά σαν τις γιαγιάδες. Και μιας και το ανέφερα, πήγα βόλτα στη γιαγιά προχτές. Είχα μήνες να πάω να τη δω, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν με ξέρει, οπότε κανένα πρόβλημα. Μπαίνω στο σπίτι και με κοιτάζει από πάνω ως κάτω:
-Χεχε, ποιο είναι το κοριτσάκι;;
Με λένε Γεωργία, της λέω.
-Κι εμένα!!! (Τυχαίο, δεν νομίζω)
Ο διάλογος επαναλήφθηκε περίπου 130 φορές.
Στο τέλος έδειξε σαν να με θυμήθηκε. Είμαι εγώ που παίζαμε μαζί αμάδες στο δρόμο.
Δεν ήξερα τι είναι οι αμάδες για να ανησυχήσω, μετά το γκουκλάρισμα ταράχτηκα.
Επειδή μου αρέσουν οι γλώσσες, η Λίντια, η Βουλγάρα που προσέχει τη γιαγιά, άρχισε να μου μαθαίνει χαιρετισμούς στα βουλγάρικα. Στραμπούληξα τη γλώσσα μου με το παχύ το s. Η γιαγιά βαρέθηκε τα ξενόγλωσσα μαθήματα και άρχισε παράπονα στον μπαμπά:
Γιαγιά: Πονάει το δόντι μου!
Μπαμπάς: Ποιο απ' τα δύο;;;
Ο σοβαρός διάλογος διακόπτεται από τις τουρμπίνες του αεροπλάνου μας και το κοιτάζω με νοσταλγία. Παραλίγο να μας σηκώσει τον ηλιακό θερμοσίφωνα - πέντε λεπτά από το αεροδρόμιο η τυχερή η γιαγιά. Τα κοιτάζει συνέχεια τα αεροπλάνα και χαιρετάει. Αυτή τη φορά χαιρέτησα κι εγώ. Η γιαγιά επιμένει ότι ο πιλότος μας είδε, και αναβόσβησε τα φώτα. Ήταν χαρούμενη και δεν της χάλασα το όνειρα. Ποια είμαι εγώ που θα της πω να μην ονειρεύεται αεροπλάνα;

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Κερνάω απόψε εγώ

Ήμουνα που λες στο αμάξι και ήταν στενός ο δρόμος, αλλά διπλής κατεύθυνσης, παρκαρισμένοι δεξιά και αριστερά (δικαιολογούμαι με κάθε μέσο), και τσουπ σφηνώνω με ένα σχολικό. Ε, πήγα δεξιά, πήγα δεξιά, δεξιά, και έλα δεξιά, έλα δεξιά, γκντουπ, έλα μαλάκω να δεις τι έκανες. Τον κοπάνησα τον παρκαρισμένο, και μάλιστα ήταν εκεί πιο δίπλα και καθόταν για καφέ. Έρχεται ο κύριος τρομοκρατημένος και του νιαουρίζω περιχαρής "Σας κέρασα κάτι γρατζουνιές κι ένα βαθούλωμα, αλλά μην ανησυχείτε θα σας δώσω τα στοιχεία μου". Νιαου. Κοιτάει από δω, κοιτάει από κει... "να πας στο καλό κορίτσι μου και να προσέχεις". Ευγενέστατος. Αναρωτιέμαι, αν είχα μούσια, θα μου έλεγε το ίδιο; Γυναίκες οδηγοί σου λέει μετά. Τι τα θέλω τα τιμόνια!

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Φυσάει πολύ και μπαίνει κρύος ο βοριάς

Πρόβλημα νούμερο 1. Κάθε φορά που δουλεύω πρωί και πρέπει να ξυπνήσω στις 6, δεν φχαριστιέμαι ύπνο, γιατί φοβάμαι μήπως δεν ακούσω το ξυπνητήρι και στριφογυρίζω σαν σουβλάκι.
Πρόβλημα νούμερο 2. Παθαίνω το ίδιο και πριν από ταξίδι.
Πρόβλημα επακόλουθο. Το πρωί πάω στην Άνδρο. Τρεις και κάτι τη νύχτα, δεν μπορώ να προσδιορίσω αν διψάω ή αν κατουριέμαι. Καθώς αμφιταλαντεύομαι για να αποφασίσω, σηκώνομαι από το κρεβάτι και βλέπω φως στο γραφείο του μπαμπά. Βρυκολακιάζει γιατί έμαθε το google, πρόβλημα γενικότερο.

Ευχάριστες στιγμές στο λιμάνι της Ραφήνας, όπου μύριζε ψαρίλα, και τα μαλλιά της Νάντιας γέμισαν μυγάκια και φτερωτά μυρμήγκια. Ευχάριστες στιγμές και στην άφιξη στην Άνδρο, όπου μας περίμενε το ασπρουλί μας αυτοκίνητο. Το ξενοδοχείο μας ήταν παραδεισένιο. Για την ακρίβεια απευθείας σύνδεση με παράδεισο. Βρισκόταν στη στροφή μις καρμανιόλα 2011. Έβγαινες από την πόρτα και έπεφτες πάνω στη διπλή στροφή του δρόμου (πόσο στοιχίζει μια παράβαση του νόμου). Ρομαντικότατο κατά τα άλλα. Ασπρουλί, με κουνουπιέρες και τούλια. Είχε μείνει εκεί και ο αδερφός μου, όταν πήγαν εκδρομή με το μεταπτυχιακό και αναγκάστηκε να κοιμηθεί κάτω από τα τούλια με έναν μουσάτο συμφοιτητή του. Αφού τσακίσαμε τα welcome στραγάλια, βάλαμε τα μαγιό και φύγαμε για παραλία. Για κακή μου τύχη έσερνα στις διακοπές και την περίοδό μου. Και μου το διάβασε το ζώδιο η Νάντια, ακατάλληλη περίοδος για διακοπές. Ή μήπως ακατάλληλες οι διακοπές με περίοδο; Κάτι τέτοιο. Και το να πας τουαλέτα στο beach bar δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Διότι αυτοί εκεί νόμιζαν ότι κάτι πολύτιμο φυλούσαν στο wc τους και το κλειδαμπάρωναν. Το κλειδάκι έπρεπε να πηγαίνεις κάθε λίγο και λιγάκι να το ζητάς στο μπαρ. Απλούστατο. Για να ξέρουν όλοι πότε αλλάζεις ταμπόν ή πότε σε έχει πάει mayday mayday και θες να τα αμολήσεις να γλιτώσεις.



Παίξαμε με τη χρωματιστή μας αερόμπαλα, σαν πεντάχρονα.
Βουτήξαμε μέχρι το γόνατο, σαν γιαγιάδες.
Έπειτα ανεβήκαμε ραχούλες και φτάσαμε σε ένα εστιατόριο με θέα. Φάγαμε κόκκορα κοκκινιστό, χοιρινό και φρουτάλια τηγανισμένη σε λίπος γουρουνιού. Κάτι ελαφρύ τελοσπάντων. Μετά η Νάντια έκανε κι ένα τσιγάρο για να φράξει και την τελευταία αρτηρία που είχε απομείνει σε λειτουργία. Μας έφεραν για τη χώνεψη ένα γλυκό με προοπτικές αμυγδαλωτού, που τελικά απεδείχθη κουραμπιές.

Στα διακριτικά στροφιλίκια του δρόμου πηγαίναμε με δεύτερη και παρατηρούσαμε τα σπίτια και τις μάντρες από πέτρα. Πολλά είχαν και κάτι τρίγωνα σχέδια, βαθουλωτά, μάλλον θα είναι κάποια τεχνική του νησιού, αλλά η Νάντια προσπαθούσε να μας πείσει ότι είναι περιστερώνες. Η Πόπη δεν της είπε τίποτα για να μην της χαλάσει το όνειρο. Πίσω στη Χώρα, κάναμε βόλτα στα μαγαζάκια και στο μνημείο του αφανούς ναύτη. Ο ναύτης ήταν όντως αφανής, γιατί νυχτώνει και καμουφλάρεται στη μαύρη νύχτα, δεν βλέπεις τίποτα σου λέω. Πήραμε παγωτό από το περίπτερο, στο πόδι, γιατί η κοπελιά στο Haagen dazs αρνιόταν πεισματικά να μας πάρει παραγγελία για κανά μισάωρο. Μετά καθήσαμε για μπύρα. Το μαγαζί σέρβιρε μόνο bud και σε όποιον αρέσει.

Ετοιμαζόμαστε για ύπνο και τα κορίτσια θέλουν παραμύθι. Τους είπα ότι στο δάσος ήταν κάτι νεράιδες. Η πιο μεγάλη, η ασχημούλα, έφτιαξε μια τεράστια σκάλα, για να ανεβούν οι φίλοι της οι νάνοι στο φεγγάρι. Η Λευκή νεράιδα κάποτε μεταμορφώθηκε σε αηδόνι. Η Κόκκινη νεράιδα διάβασε ένα ξόρκι και έγινε  τοσοδούλα. Και η Γαλάζια νεράιδα πέθανε, καθώς προσπαθούσε να ζεστάνει τους φίλους της τους νάνους με την ανάσα της, ένα κρύο βράδυ του χειμώνα. Απ' ό,τι τους διηγήθηκα, αυτό το τελευταίο κράτησαν μόνο. "Τι παραμύθι είναι αυτό, που πεθαίνουν οι καλοί", είπε η Πόπη και μου γύρισε πλευρό. Κουκουλώνομαι και το βουλώνω. Άντε από δω που θέλετε και παραμύθια.

Μπάνιο γιοκ και την επόμενη μέρα, λόγω αέρα και κρύου. Φάγαμε κλαμπ σάντουιτς στο Κόρθι με συνοδεία ζεστού καφέ. Η Νάντια βούταγε μέσα τις πατάτες και έκανε παπάρα. Το αμάξι μας παρκαρισμένο απέναντι, είχε τη δροσερή ευωδιά της θάλασσας και το μαστίγωνε αλύπητα το κύμα. Ήμουνα που ήμουνα φρικιό, πήρε και το μαλλί μου την πινελιά του ανέμου και πέρασε ο παπάς κοιτώντας με τρομοκρατημένος. Η Πόπη μας έσερνε στης γριάς το πήδημα και κάναμε ελεύθερη κατάβαση με τη σαγιονάρα. Επέμενε ότι ο βράχος μοιάζει με γριά και της είπαμε ότι είναι ξεκάθαρο, αλλά ήταν απλά ένας βράχος. Μετά χοροπηδούσαμε για να βγάλουμε φωτογραφία στον αέρα και στις περισσότερες βγαίναμε στο έδαφος, αλλά η προσπάθεια μετράει, το είπε και ο Pierre de Coubertin μου φαίνεται.


Μας πήρε και μας σήκωσε ο αέρας. Μπάνιο με την καμία. Πάλι για καφέ καταλήξαμε. Από δίπλα ήταν κι ένας σκύλος, ο Μπατσής. Έτσι έλεγαν και έναν συμμαθητή μου στο σχολείο. Βέβαια, ο σκύλος μπορεί και να λεγόταν αλλιώς, αλλά εμείς ονοματίζαμε τους σκύλους ανάλογα με την περιοχή. Ο σκύλος που μας ακολουθούσε στη Χώρα πχ. λεγόταν Άνδρος. Πριν νυχτώσει, ξαναπήγαμε να δούμε τον καμουφλαρισμένο ναύτη. Και τον είδαμε, υπήρχε. Βγάλαμε κι εκεί φωτογραφίες, όπου έχουμε τα μαλλιά στη μούρη και κρατιόμαστε από το κάγκελο για να μην απογειωθούμε, η Πόπη κρατάει και τη φούστα που έχει γίνει αερόστατο. Πήραμε και κάτι δωράκια για τα παιδιά. Και στον μπαμπά μου μια μελιέρα, για να βγάζει το μέλι από το βάζο σωστά και να μην τον κοροϊδεύει η μαμά.

Την επομένη, το κλίμα ήταν πρωτότυπο. Φυσούσε και είχε κρύο. Κάναμε βόλτα στην πηγή, όπου μας την έπεσε μια που ήθελε να βγάλει φωτογραφίες με το κινητό της, αλλά δεν ήξερε πώς βγάζει φωτογραφίες. Μας είχε βάλει να το ψάχνουμε και δεν μας άφηνε να φύγουμε αν δεν τη φωτογραφήσουμε να πίνει νερό στη βρύση τη βουνίσια, κάτω απ' τη φλαμουριά. Εμείς οι καχύποπτες, νομίζαμε ότι μας απασχολεί για να μας ανοίξουν το αμάξι, αλλά τελικά απλώς ήταν πυροβολημένη. Αφού ξεμπερδέψαμε με την τρελή, πήγαμε βόλτα στο μοναστήρι. Και σαν να μην ήμασταν αρκετά σεμνά ντυμένες, φορέσαμε και κάτι μελιτζανί φούστες στην είσοδο, διακριτικότατες. Κι άλλα στροφιλίκια, κι άλλοι περιστερώνες. Και φτάσαμε κάποια στιγμή στο Μπατσί και πήγαμε να φάμε στου Γιαννούλη. Το σαγανάκι ήταν must. Τζατζίκι δεν πήραμε αυτή τη φορά, γιατί λυπηθήκαμε τους διπλανούς μας στο καράβι. Αυτοί πάλι δεν μας λυπήθηκαν καθόλου. Όταν μπήκαμε στο Ferry, η Νάντια πήγε να καθήσει στην καρέκλα, και όσο ήταν ακόμα στο αέρα της την τράβηξε μια κυρά λίγο πριν κάτσει τον κώλο της. Κι αντί να της πει συγνώμη την έβρισε κιόλας. Πεθάναμε στο γέλιο.

Κλείνω με αυτό το τραγουδάκι



Το καλοκαίρι άρχισε λέμε. Αφήστε την κλάψα.



Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Το βασίλειό μου για το βαλιτσάκι του Φόντα

Θυμάται κανείς που κυκλοφορούσε πριν καμιά εικοσαριά χρόνια αυτός ο Φόντας Ινδιάνος και σεϊχης και ξέρω γω τι, που τον ζωγράφιζες με απλές γραμμές; Αυτό το πετυχημένο βαλιτσάκι του τελεμάρκετιγκ; Ε, εμένα οι γονείς μου δεν μου το έπαιρναν, και μου έμεινε ψυχολογικό τραύμα. Δεν μου το έπαιρναν "γιατί ήξερα ήδη να ζωγραφίζω τέλεια". Ήμουν γεννημένη καλλιτέχνης.

Τεσσάρων χρονών και κάτι. Κλαίω και χτυπιέμαι στο σπίτι, γιατί ο αδερφός μου γράφτηκε στο νήπιο και κάθε πρωί εξαφανίζεται σε αυτό το πράγμα που λέγεται σχολείο και εγώ κάθομαι σπίτι μόνη μου. Στο τέλος τους κατάφερα και με έστειλαν κι εμένα μαζί, πριν της ώρας μου. Δύο φορές πήγα στο νήπιο, γι' αυτό και έγινα καλλιτέχνης. Ήμουν που λες εκεί μέσα η πιο μικρή και όταν παίζαμε μουσικές καρέκλες δεν προλάβαινα να καθήσω, οπότε προτιμούσα να πιάνω εκεί μια γωνίτσα και να ζωγραφίζω. Τα σπίτια που έφτιαχνα είχαν μόνο μία διάσταση. Ήταν τετράγωνα με τρίγωνη σκεπή. Αυτό με τη σκεπή δεν ξέρω γιατί συνέβαινε σε όλους μας, πάντως κανένα σπίτι δεν είχε ταράτσα. Και, παρότι μονοδιάστατα, μπορούσες να δεις και μέσα. Ένα τραπέζι με δύο καρέκλες και, must η λάμπα στο ταβάνι. Και για έναν περίεργο λόγο, εκεί στο κεραμιδόσπιτο, δεν έμεναν απλοί άνθρωποι. Έμεναν πριγκίπισσες. Με μακρύ ροζ φόρεμα και κορώνα. Σίγουρα κάπου υπήρχε και ένας ήλιος. Στον κήπο είχε λουλούδια, περίπου στο ίδιο ύψος με την πριγκίπισσα, αλλά και δέντρα, στο ίδιο ύψος με τα λουλούδια, άρα και με την πριγκίπισσα (α=β, β=γ, άρα α=γ). Τα αυτοκίνητα που έφτιαχνα ήταν τετραγωνισμένα, με ρόδες ακτινωτές, ποδηλάτου, και συνήθως είχαν και μια σημαία από πάνω - γιατί ήμουν παιδί με εθνική συνείδηση, ή μάλλον γιατί έτσι τα έκανε και ο αδερφός μου που τα έκανε όλα τέλεια.

Τα βράδια πήγαινα συνέχεια στο σπίτι της γιαγιάς. Έσερνα μαζί και ένα λούτρινο κουνέλι που είχα τότε, και που δεν μπορούσα να αποχωριστώ με τίποτα. Όνομα δεν είχε, κουνέλι το λέγαμε. Ερχόταν και ο θείος Γιώργος και καθόμασταν, ή μάλλον αυτοί κάθονταν και εγώ ζωγράφιζα πάλι. Και κάθε φορά, όταν έφευγε ο θείος Γιώργος, τον γέμιζα ζωγραφιές και του τις έδινα με το ζόρι. Έμενε μόνος, γυναίκα δεν είχε, παδιά, σκυλιά δεν είχε. Ή μάλλον σκυλί είχε, ένα αδέσποτο που είχε περιμαζέψει από τη γειτονιά για παρέα. Καλός άνθρωπος. Όταν δεν είχε λεφτά για φαγητό, έτρωγε αυτός ψωμί και στον σκύλο αγόραζε σουβλάκι - ενώ ο θείος Ιωσήφ από την άλλη, μια φορά που πεινούσε έφαγε τη σκυλοτροφή. Τελοσπάντων. Στο σπίτι του θείου Γιώργου δεν είχα πάει ποτέ, παρά μόνο όταν πέθανε, και είχε τις ζωγραφιές μου κολλημένες στον τοίχο πάνω από το κρεββάτι του. Το βρήκα πολύ συγκινητικό να έχει μοστράρει τα σπιτάκια μου και τις πριγκίπισσές μου. Ωραίο πράγμα να χαίρεται κανείς με παιδικές ζωγραφιές. Φαντάσου να ήξερα να ζωγραφίζω και τον Φόντα ινδιάνο δηλαδή.

Όποιος γνωρίζει που θα βρω το βαλιτσάκι του Φόντα να μου πει. Να φύγει και αυτό το μικρό παράπονο από την παιδική μου ηλικία. Το θυμήθηκα τώρα και όλο το βράδυ θα τον σκέφτομαι, θα ονειρεύομαι πως ζωγραφίζω τον Φόντα πιλότο με απλές γραμμές.
Πάω να κοιμηθώ στο παιδικό μου κρεββάτι.
27 χρονών μουλάρα.


Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Θα σαλτάρω

Χαμένη με τη Νάντια στον Άγιο Στέφανο.
Σταματάμε να ρωτήσουμε τον κύριο με το μωρό στο χέρι.
-Συγνώμη, πώς βγαίνουμε στη Λεωφόρο Μαραθώνος;
-Θα πάτε εδώ όλο ευθεία και μετά το φανάρι, θα δείτε μια ταβέρνα που λέγεται "Αστακός"
(τι να του πεις τώρα)
-Αστακός στην πεντελική κοινότητα;
-Βασικά παϊδάκια σερβίρει, δεν ξέρω γιατί λέγεται αστακός!
(δικαιολογήθηκε κιόλας)

Η Πένυ και ο Χρήστος έχουν πάει θερινό σινεμά στο κέντρο κι έχουν τα πράγματά τους κάτω στα πόδια τους. Ξαφνικά δονείται το κινητό του Χρήστου και αναβοσβήνει στην οθόνη Μάνα. Η Πένυ του ψιθυρίζει "έλα η μάνα σου" και του το βάζει στο αυτί.
-Έλα μάνα!
-Που είστε παιδί μου;
-Είμαστε σινεμά στο κέντρο.
-Τιιιι;; Να φύγετε από το κέντρο, γίνονται επεισόδια!!!! Ακούυυυυς;
Ρε συ Πένυ αυτή δεν ήταν η μάνα μου, ποιανού είναι το κινητό;;;;
Ξέρω γω, στο πάτωμα το είδα, κάτσε να το ξαναφήσω κάτω.
Και τώρα που είπαμε για θερινό, κάπου πήρε το αυτί μου ότι παίζουν τη ζωή του Μπράιαν σε ένα στο κέντρο.
Excuse me. Are you the Judean People's Front?
Fuck off! We're the People's Front of Judea.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Απορίες της ημέρας


Βαριέμαι. Βαριέμαι και δεν ξέρω τι θέλω. Βαριέμαι να ξυρίσω τα πόδια μου και πώς θα πάω για μπάνιο αύριο, οέο; Έχω έναν καφέ στο χέρι από το πρωί ως το βράδυ. Βαριέμαι να κάτσω σπίτι, βαριέμαι και έξω. Ποιος στολίζεται τώρα και ποιός βγαίνει... πφφφφ... τουλάχιστον κλείσαμε τα δωμάτια για τις διακοπές μας. Απόψε μπορεί να πάμε εδώ παρακάτω, σπίτι του Κώστα να αράξουμε. Αυτός θα θέλει να δούμε τηλεόραση. Θα ακούσουμε πάλι για την διπλή κυβέρνηση, για τις περικοπές και για τους αγανακτισμένους. Τα γνωστά. Τι έκανε ο κόσμος παλιά που δεν υπήρχε τηλεόραση; Και όχι ότι είμαι από τα άτομα που καρφώνονται στην οθόνη και με έπιασαν οι ανησυχίες μου, ίσα ίσα μάλιστα. Αλλά ας πούμε ότι δεν υπάρχει τηλεόραση. Κατ' αρχάς, πώς θα στολίζαμε το σαλόνι; Θα βάζαμε στον τοίχο κανένα τεράστιο κάδρο με άγρια κύματα κι ένα θαλασσοδαρμένο καράβι καταμεσής της τρικυμίας, όπως οι γιαγιάδες μας; Και μην αρνηθείς ότι και η δική σου γιαγιά έχει τον ανάλογο καμβά στο σαλονάκι της! Στοίχημα ότι έχει και χρυσή κορνίζα, copy paste από το παλάτι της βασίλισσας Σίσυ. Και αν δεν είχαμε τηλεόραση τα σεμεδάκια που θα τα έβαζε η μανούλα, στον φούρνο μικροκυμάτων; Και αντί για ζάπινγκ πώς θα μας περνούσε η ώρα, θα κοιτούσαμε μία τη μαμά, μία το μπαμπά, μία τη μαμά, μία τον μπαμπά, μία το θαλασσοδαρμένο καράβι;
Όταν ήμουνα φοιτήτρια δεν άνοιγα ποτέ τηλεόραση. Πάντως την είχα. Όλα κι όλα. Όταν όμως ερχόταν η Νάντια, έκανε το ζάπινγκ της και μετά κοιμόταν σαν μούσχαρος στο τριπλό κρεβάτι μου. Ωραίες εποχές. Εγώ στο μεταπτυχιακό που ξυπνούσα νωρίς έβλεπα Παπαδάκη για να ανοίξει το μάτι μου και η Δανάη με κορόιδευε. Τελοσπάντων. Βλέπεις τηλεόραση κι έχεις και κάτι να ανοίξεις κουβέντα.
-Το είδες χτες το dancing with the stars; -Όχι έβλεπα οικογενειακές ιστορίες.
Αν δεν είχαμε τηλεόραση τι θα λέγαμε όμως; -Είδες χτες τη μαμά σου;
-Όχι μωρέ, έβλεπα το καράβι να θαλασσοδέρνεται και έτρωγα ποπ κορν.
Από πνιγμό πάνε οι ναυτικοί, όχι από μαγουλάδες - Το Τζέλα Δέλτα είχε πρόβλημα, δεν είχε φουγάρα.
Αν κι εγώ το πιθανότερο να μην είχα καράβι, θα είχα κανένα αεροπλάνο, λάδι σε μουσαμά 55x30.
Το Τζέλα Δέλτα είχε πρόβλημα, δεν είχε τουρμπίνες. Βαριέμαι και να γελάσω.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Πάντα γκρινιάρα ήμουνα κι αγύριστο κεφάλι είχα και την απαίτηση να με υπηρετούν

...Και να μου πεις τώρα αν έχω δίκιο. Τσακώθηκα τις προάλλες με τον αδερφό μου. Ξέρεις, απ' αυτούς τους σοβαρούς τσακωμούς που καταλήγεις στο ότι αυτό το σπίτι δεν χωράει και τους δυο σας και ο ένας πρέπει να πάρει τα μπαγκάζια του και τον τσαμπουκά του και να την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια. Επ, περίμενε ρε άνθρωπε, όχι και οοοόλα τα μπαγάζια σου. Τον καναπέ της βεράντας ας πούμε θα τον αφήσεις στη θέση του, μην γίνουμε από δυο χωριά χωριάτες. Που θα κάθομαι εγώ τώρα καλοκαιριάτικα να πίνω τον φρέντο μου (η καπουτσινιέρα επανέρχεται στη δημοσιότητα) !
Χαμός έγινε με το καναπεδάκι. Και δεν φτάνει που δεν τον άφησα να τον πάρει, τον έβαλα να τον κουβαλήσει και από το υπόγειο στον πρώτο όροφο και να τον στήσει στη βεράντα ΜΟΥ, γιατί ήταν βαρύς και δεν μπορούσα μόνη μου. Και αυτός τον κουβάλησε. Και να, ορίστε τώρα, η στιγμή που πάντα ονειρευόμουν, με την βεράντα όλη δική μου, τον καναπέ όλο δικό μου, και την καπουτσινιέρα στην πρίζα, κι όμως δεν μπορώ να απολαύσω τον φρέντο από τις τύψεις. Κακό πράγμα οι τύψεις.  Ε όχι ρε άνθρωπε, θα πάω να σου πάρω δώρο άλλον καναπέ. Δεν θα με πεις εσύ ζήτουλα και ζητιάνο. Έτσι, λοιπόν, μελαγχολικά εξαιτίας ενός ρημαδοκαναπέ, ξεκίνησε η σημερινή βόλτα στο ΙΚΕΑ.Ο υπάλληλος με την καναρινί μπλουζίτσα και το μολύβι του στρουμφοπροκόπη στο αριστερό αυτί, μου γκρέμισε τα όνειρα σε τρεις απλές κινήσεις, λέγοντάς μου ότι ο συγκεκριμένος καναπές έχει αποσυρθεί από πέρυσι. Τέλοσπάντων, πήρα μια παγοθήκη για παγάκια σε σχήμα ψάρι. Και θα του βρω άλλον καναπέ.

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Έχω και whats up, πάμε μια βόλτα;


Γεμάτη η μέρα μου χτες. Έκανα και το πρώτο μπάνιο. Ήταν μακρύς ο δρόμος για τον Μαραθώνα, ήταν και ο ήλιος και η ζέστη και τη Νάντια την έπιασαν σοβαρά αναπάντητα ζητήματα, γιατί όλο τον χρόνο είμαστε στην ξηρά και το καλοκαίρι ξαφνικά μπαίνουμε στο νερό. Τι να της πεις τώρα. Πάντως η θάλασσα ήταν ωραία και καθαρή. Επιτέλους καλοκαιράκι, είχα βαρεθεί να βρέχει κάθε μέρα στις 13.35.
Βγήκαμε και το βράδυ. Κοριτσοπαρέα, ντυθήκαμε, βαφτήκαμε, πήγαμε κομμωτήριο, βάλαμε τα καλά μας, και καταλήξαμε... στο τελευταίο τελειωμένο σκυλάδικο. Για που αλλού τόση προετοιμασία! Για το κομμωτήριο να μην σας πω λεπτομέρειες, να πω ότι έκανα το μαλλί μου έξαλλο καρφάκι, έτσι για μια αλλαγή βρε αδερφέ. Και έγινα και πάλι η χαρά της κομμώτριας, έκοβε έκοβε και τσιμουδιά δεν έβγαζα. Και το ξέρω ότι τώρα η DaisyCrazy θα γκρινιάξει γιατί θα θέλει φώτο με την πρόκα, αλλά θα την αφήσω με την απορία. Μετά από κανά μήνα θα πάω να βάλω κι ένα λαμπυρίζον εξτένσιον, και θα γίνω πυγολαμπίδα.
Που λες το σκυλομάγαζο ήταν σούπερ. Το οπτικό μας πεδίο ήτο πλημμυρισμένο από μελαχρινούς, μουσάτους μπάκουρες. Είχαμε κεντρικό τραπέζι, τραπέζι κόμβο πα να πει, και αλυχτούσαμε μέχρι τελικής πτώσης. Όλα καλά, μόνο στην τουαλέτα υπήρχε ένα θεματάκι. Έπλενες τα χέρια σου και ταυτόχρονα δροσίζονταν και τα πόδια σου, γιατί από κάτω πιτσιλούσε. Αλλά δεν βαριέσαι, είπαμε καλοκαιράκι. 
Λόγω ντίρλας και κουνήματος, γίναμε η ατραξιόν του μαγαζιού και ο μικρούλης από δίπλα κάρφωνε και ξανακάρφωνε. Πάνω στο ζενίθ του Χάρη Κωστόπουλου -βρείτε μου κάποια που να'χει αισθήματα-, πλησιάζει απειλητικά με το χαμόγελο, και σαν δεύτερος Λάκης ο γλυκούλης, έτοιμος να ανοίξει το στόμα του και να πλημμυρίσει η πίστα ροδόνερο, άνοιξε το στόμα του και άκουσα την Linda Blair από τον Εξορκιστή. Μαμάααα μου!
Μου γκάριζε ότι λέγεται Κώστας.
Σκεφτόμουνα ότι κι αυτός κάτι άλλο θα είχε στο μυαλό του. Γιατί θα είδε το μαύρο το μαλλί το φρικ και θα με οραματιζόταν στο κρεβάτι με μαστίγια και δερμάτινες μπότες. Αλλά οοοόχι, γιατί κι εγώ άνοιξα το στόμα μου και νόμιζες ότι ντουμπλάρω την Candy. Που να ήξερε ότι φορούσα και μια ροζ βράκα με τους Μούμιν (να μην βγει παραέξω). Τελοσπάντων, κέρασε εκεί τα σφηνάκια του αξιοπρεπώς και φεύγοντας μου έδωσε ένα χαρτάκι που έλεγε το τηλέφωνό του και από πάνω είχε βελάκι και έγραφε whats up. Λες και αν είχες vodafone, θα το ξανασκεφτόμουνα. Και από κάτω το κερασάκι στην τούρτα, η σταγόνα που ξεχείλισε το σφηνάκι τεκίλα: Κοκός. 

Κοκός;;;; Κοκός;;;




Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Βρε πως μεγάλωσε ο Μax...

Όλοι στο χωριό αγαπούσαν τον σκύλο της Μαρίας. Νέοι και γέροι, όλοι, όταν τον έβλεπαν από μακριά να έρχεται  φώναζαν καταχαρούμενοι "έρχηται ου Μαξ" και έτρεχαν να τον χαϊδέψουν και να του δώσουν κανένα κόκαλο. Και πάντα έλεγαν για τα κατορθώματά του: "...Ου Μαξ αυτό, ου Μαξ εκείνο...". Μια μέρα βγήκε η Μαρία στο σεργιάνι με τον Μαξ. Τους είδανε στο δρόμο οι χωριανοί και άρχισαν τις χαιρετούρες.
-Καλώς τη Μαρία και τουν Μάκη!
-Ο Μάκης ποιος είναι πάλι;
-Ου Μακ'ς.
-Ααααααα, ωραία.
Και άντε να τους εξηγήσεις τώρα... Μα είναι αξιαγάπητοι οι άνθρωποι στο χωριό. Έτσι κι αλλιώς έχει κρίση προσωπικότητας ο σκύλος. Τι κυνηγόσκυλο είναι αυτό που αντί να φέρνει τα πουλιά, κάθεται και μας τρίβεται για να τον χαϊδολογήσουμε και κάνει παρέα με τις γάτες; Ε, δεν γαμ**ται, ας τον πούνε και Μάκη, αυτό μας πείραξε τώρα;; Και στην τελική, αφού δεν έχει πρόβλημα ο Μακ'ς, εμάς δεν μας πέφτει λόγος....