Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011

Αν χαθείς, θα χαθώ

Ας αρχίσουμε από το βασικό πρόβλημα της Βενετίας. Όλοι οι δρόμοι δεν οδηγούν στο San Marco, ούτε στο Rialto, την κεντρική γέφυρα του Μεγάλου Καναλιού. Στρίβεις όπου βρεις, χωρίς ίχνος προσανατολισμού, και δεν ξέρεις που βρίσκεσαι, ούτε στο περίπου. Και πριν σου πω όλα τα υπόλοιπα, σαν παθούσα (και μαθούσα), σε συμβουλεύω: Αν δεις κάτι ενδιαφέρον για να ψωνίσεις, το ψωνίζεις, γιατί δεν θα το ξαναβρείς, που να χτυπιέσαι. Επίσης, αν δεις κάτι ενδιαφέρον για φαγητό, φωτογραφίζεις την ταμπελίτσα με την οδό και τουλάχιστον τις 2 οδούς πιο δίπλα, μπας και ξεστραβωθείς με τον χάρτη σου. Γιατί αλλιώς ξέχνα το, τρως κάπου αλλού. Έτσι πάθαμε κι εμείς. Ψάχναμε την οδό Fava γύρω γύρω περίπου μιάμιση ώρα, γιατί το πρωί είχαμε κοζάρει ένα εστιατόριο. Και ψάχναμε, ψάχναμε, ψάχναμε....Την ώρα που περιφερόμασταν περάσαμε διάφορα άλλα εστιατόρια και μάλιστα θυμάμαι κάπου έναν κράχτη να γκαρίζει Venite ragazzi, la piiiiizzzzαααα, la paaasta, και ξανά μανά, buongiorno ragazzi, ciao beeeeeella. Στο τέλος απηύδησε και ψέλλισε ξεφυσώντας Tutti caminano, nessuno mangia (Όλοι περπατάνε, κανείς δεν τρώει). Κρίση. Τι να σου κάνουμε τώρα κι εσένα! Και πουθενά η Fava. Κάποιο λάκκο θα είχε. Φάγαμε σε ένα άλλο, που μας έβγαλε ο δρόμος. Ο υδάτινος δρόμος.
-Αγάπη μου, σύμφωνα με τον χάρτη μου, πρέπει να στρίψουμε στο επόμενο στενό αριστερά.
-Οκ αγάπ....μπλουμ....μπλμπλμπλ.....
-Αγάπη μου κράτα ψηλά τον χάρτη, μην μου τον βρέξεις.

 Μέσα στα παραπάνω προβλήματα, να προσθέσω ότι ήμασταν μια αγέλη 8 ατόμων, που έπρεπε να σφιγγόμαστε για να μην χαθούμε και αναμετάξυ μας. Ευτυχώς, είχαμε κι εμένα που ήμουν τόσο οργανωτική και προνοητική ώστε να σηκώνω διάφορα πράγματα που είχα εύκαιρα, όπως εφημερίδες, μπουφάν, σακούλες, κλπ. όπως κάνουν οι ξεναγοί με την ομπρέλα, και να γκαρίζω Παιδάααακια μου, έρχεστε όλα;;;;

Στο bar που καθήσαμε για καφέ και πίτσα (θανατηφόρος συνδυασμός) μας μιλούσαν ισπανικά με το ζόρι, και ήταν φειδωλοί στα ποτήρια, πίναμε και οι οχτώ από τρία. Και εγώ ήμουν και κρυωμένη και φοβόμουν μην μοιράσω τα μικρόβια και στους άλλους. Όλο το βράδυ ξεροέβηχα και σπαρταρούσα στο κρεββάτι. Βρυκολάκιασα. Άσε που δεν μπορούσα να φτιάξω κι ένα τσάι, γιατί η κουζίνα ήταν με gas και ήθελε αναπτήρα. Σε κάτι τέτοιες στιγμές αναπολείς τους φίλους σου-παθητικούς καπνιστές που τους έβριζες, καταλήγεις να βρίζεις τους αντι-παθητικούς αντι-καπνιστές συγκατοίκους σου και να σκέφτεσαι ότι ο αντικαπνιστικός νόμος είναι φασιστικός, ρατσιστικός και τραγικός ταυτοχρόνως. Μέσα σ' αυτές τις σκέψεις προσπαθούσα να κοιμηθώ και το ροχαλητό του Γιάννη αντιλαλούσε από τη σοφίτα ως το ισόγειο, οπότε είδα το Ιταλία έχεις ταλέντο και όλα τα καμμένα σόου του Ράι1 για να μου περάσει η ώρα. Το πρωί που επιτέλους ανάψαμε την κουζίνα, ανακάλυψα ότι το φακελάκι δεν ήταν τσάι, αλλά φινόκιο. Μαραθόριζα δηλαδή. Μπλιαχ.

Από την επόμενη μέρα τέρμα τα άρρωστα ροφήματα. Θα στρώσω το λαιμό μου με καπουτσίνο. Τον ήπιαμε για αρχή στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, έτσι για να γουστάρουμε. 9 ευρώ είχε - μας τον έπιασαν κανονικά. αχ ήταν ωραία! 7 καπουτσίνο πήραμε, 7 γιατί η Δανάη πάλι πήρε τη μαλακία της, δεν άντεξε. Caffe orzo. Κάποιος εναλλακτικός ντεκάφ, που μύριζε χαρούπι. Νομίζω είναι αυτό που πίναν οι γιαγιάδες μας στην κατοχή αντί για καφέ. Και τουλάχιστον εμάς μας τον έπιασαν και μας άρεσε. Αυτή που ήπιε το χειρότερο πράγμα ever και έπρεπε να το πληρώσει κιόλας, τι να πει! Την άλλη μέρα, φτιάξαμε εσπρεσάκι στο σπίτι, στη moka. Ο Γιάννης είχε όρεξη για μάθηση και του έδειξα όλα τα μυστικά της moka. Γιατί μετά από τόσο καιρό στη Ρώμη, έχω κάψει ήδη δύο, την πρώτη επειδή ξέχασα να βάλω το νερό και έβαλα μόνο τον καφέ και απορούσα γιατί μυρίζει καμμένο και τη δεύτερη επειδή δυνάμωσα πολύ το gas (γαμώ το gas μου) και καψάλισα το πλαστικό χερούλι στο πλάι, το οποίο μαλάκωσε και άρχισε να λιώνει και να διαλύεται προς τα κάτω, σαν το μουράνο που είδαμε να πλάθουν στο εργαστήριο την επόμενη μέρα.

Μας πήγαν που λες στα νησάκια Murano, Burano και Torcello και γυρίσαμε με ενθύμιο 7 αλογάκια από μουράνο και ένα ρόδι από έναν κήπο. Το φάγαμε σκέτο, ενώ ονειρευόμασταν φύλλα ρόκας και παρμεζάνα ή τουλάχιστον κανένα κόλυβο να μας πιάσει. Η ξεναγός είχε βάλει κασέτα και τα έλεγε όλα σε 4 γλώσσες. Σε μια φάση αφαιρέθηκε και ξέχασε να αλλάξει κασέτα, οπότε την ώρα που βλέπαμε τον τεχνίτη να φτιάχνει το βάζο από μουράνο, εκείνη έλεγε μες στη φυσικότητα ότι βλέπουμε μπροστά μας το νησί Μπουράνο και μετά χασκογελούσε μόνη της. Μέχρι να κάνουμε όλο τον γύρο, η πείνα μας χτύπησε κόκκινο και με συνοδεία γουργουρητών ακούγονταν φανταστικοί διάλογοι:
Τάσος: - Λέω τώρα που θα γυρίσουμε στην πόλη να κάνουμε καμιά βόλτα για ψώνια και πάμε μετά για φαί.
Γεωργία: - Ναι αν θες να σου δαγκώσω το χέρι την ώρα που θα ψωνίζεις. 
Δανάη: - Εγώ λέω να ψωνίσω πένες με σπαράγγια και μία καπρέζε.
Επειδή μας έτρεχαν τα σάλια, βάλαμε για στόχο του βραδιού να φάμε στο εστιατόριο φορώντας μωρουδιακές σαλιάρες και εννοείται ότι δεν ντραπήκαμε καθόλου. Η διπλανή κυρία μας κοιτούσε με σοκ και δέος και η σερβιτόρα προσπαθούσε να το παίξει αδιάφορη. Μετά σκουπιστήκαμε με τη σαλιάρα μας και φάγαμε και ένα παγωτό. Ο Κωνσταντίνος μάλιστα ένιωσε πανευτυχής, γιατί θεώρησε τον εν λόγω στόχο πολύ λάιτ, και νόμιζε ότι θα τον βάζαμε να κυκλοφορήσει στο δρόμο με βενετσιάνικη μάσκα, και συγκεκριμένα αυτή με τη μυτόγκα, για να μην μπορεί να πιεί ούτε καφέ. Εκείνη την ώρα του χαϊδεύω συμπονετικά την πλάτη, και συνειδητοποιώ ότι κυκλοφορεί με το καρτελάκι στη μπλούζα, και μάλιστα εν γνώσει του, γιατί δεν έβρισκε ψαλίδι να το κόψει.

Γνωριμία της ημέρας: Περιπτωσάρας σερβιτόρος που ερωτεύτηκε τη Δανάη και της πρόσφερε ένα κουτί από φελιζόλ. Και αντί να το ανοίξει και να βρει ένα μονόπετρο, βρήκε ένα μανιτάρι τρούφα, το οποίο και απεχθάνεται.
Γνωριμία της ημέρας νούμερο 2: Σερβιτόρος-Πάκης, που προ δεκαετίας στοιβαζόταν στο 724 και πήγαινε για δουλειά από τα Πατήσια στο Μενίδι, ώσπου κατέληξε στη Βενετία να σερβίρει εσπρεσάκια μακιάτο.

Το τελευταίο μας βράδυ στη Βενετία, χωρίς συγκινήσεις και χωρίς κλάματα, αφού την επόμενη μέρα ακολουθεί ταξιδάκι με τρένο τη Μπολόνια. Η Μαρία μας είπε τρομακτικές ιστορίες για καληνύχτα. Δηλαδή όχι όλη την ιστορία. Μας έλεγε μόνο την τελευταία φράση, κι εμείς έπρεπε να μαντέψουμε τα προηγούμενα. Μάθαμε έτσι ότι η γλαρόσουπα δεν είναι από γλάρο και από τότε φυσάμε και τον εσρπέσο. Επίσης μας έβαλε να ψάχνουμε κανά δύωρο τον δολοφόνο των 2 πτωμάτων, που τελικά ήταν χρυσόψαρα. Και άλλα τέτοια που μας δυσκόλευαν. Και αν θεωρείς ότι είσαι καλός σε αυτά, σε προκαλώ να μου λύσεις τώρα το δικό μου μυστήριο, το μυστήριο που ακολούθησε την τελευταία νύχτα της Βενετίας, το μυστήριο της Μπολόνια:
Ένα χέρι μπαίνει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και σε 2 λεπτά ξαναμπαίνει το ίδιο χέρι με ένα τηλεκοντρόλ.
Βρες μου τώρα την ιστορία που προηγήθηκε, πριν στην αμολήσω στο επόμενο ποστ.
Για να σε δούμε...

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Εγώ, εσύ, οι γύρω μας και οι Λαπίθες


Είδαμε επιτέλους και αυτό το μουσείο της Ακρόπολης. Στο ισόγειο είχε αγγεία, σκεύη και εργαλεία. Ευτυχώς που στην ταμπελίτσα με την περιγραφή κάτω από τα εκθέματα, τα έγραφε και στα αγγλικά, γιατί στα ελληνικά είχαμε άγνωστες λέξεις. Ήταν και η Αθηνά Παλλάς (Για να είμαι ειλικρινής, απ' όλο αυτό το κατεβατό ξέρω μόνο το Παλλάς. Το ξέρω δηλαδή γιατί έχω πάει.) Οι πιο πολλοί βέβαια έψαχναν τα εκθέματα προς τα πάνω,κοιτώντας κάτω από τις φούστες των γυναικών που περπατούσαν στο γυάλινο πάτωμα του τρίτου ορόφου. Συμπεριφορά που αρμόζει στους απογόνους του Ικτίνου και του Καλλικράτη, βεβαίως βεβαίως. Άπλωσε και ένας Ιταλάρας τη χερούκλα του να χαϊδέψει το πέλμα της Αθηνάς, λες και έπιανε τα λεμόνια στο μανάβη, και η ξεναγός του γκάριζε μες στην ηρεμία του μουσείου ΝΟΝ ΤΟΚΑΑΑΡΕ, μια τσιρίδα που κόντεψε να ραγίσει τα λιγοστά αετώματα που μας έχουν απομείνει.

Στις μετόπες στον πάνω όροφο βλέπαμε παντού Λαπίθες. Κένταυρος και Λαπίθης. Κένταυρος καταβάλλει Λαπίθη. Λαπίθης καταβάλλει κένταυρο. Πάλη μεταξύ Κένταυρου και Λαπίθη. Η αρπαγή της Λαπίθαινας από τον κένταυρο. Ο Λαπίθης, η Λαπίθαινα και τα μυστήρια.
Ντρέπομαι που το λέω, αλλά από 7 άτομα παρέα, κανένας δεν ήξερε τι είναι ο Λαπίθης. Ο Γιάννης μας έβγαλε από τη δύσκολη θέση και το γκούγκλαρε αμέσως στο μαραφέτι αφής, αυτό που στα δικά μου δάχτυλα αρνείται πεισματικά να υπακούσει. Οι Λαπίθες λοιπόν ήταν λαός της Θεσσαλίας. Αρχικά, οι Έλληνες πίστευαν ότι οι Λαπίθες έχουν την ίδια καταγωγή με τους Κενταύρους, αργότερα όμως τους διαχώρισαν και τους έδωσαν ανθρώπινη μορφή. Η Κενταυρομαχία προέκυψε όταν ο βασιλιάς των Κενταύρων, καλεσμένος στο γάμο του βασιλιά των Λαπιθών, πήγε να αρπάξει τη νύφη. Έτσι ξέσπασε μάχη και οι Λαπίθες κόντεψαν να ηττηθούν, με τη βοήθεια όμως του Θησέα απώθησαν τους Κενταύρους κάπου κοντά στον Πηνειό.
Κάπου σε εκείνο το σημείο είναι που από το ισόγειο θα είδαν όλοι το βρακί της Νάντιας με το Hello Kitty. Είδαμε και τις Καρυάτιδες. Τις πέντε, γιατί τη μία την άρπαξε ο Έλγιν. Και για όποιον ενδιαφέρεται, μαζεύω υπογραφές για να τη φέρω πίσω.

Κάναμε και βόλτα στην Πλάκα, όπου καθήσαμε να φάμε σε μια γραφική ταράτσα με θέα τα σελοφάν του απέναντι σπιτιού. Στη σκάλα προς την ταράτσα ανεβαίναμε σαν τους κάβουρες, για να αποφύγουμε να σφηνώσουμε περπατώντας στην ευθεία. Ο Κωνσταντίνος υποπτεύομαι ότι φρίκαρε με το όλο περιβάλλον, αλλά ήπιε λίγο ούζο και τα ξέχασε όλα, έγινε βασιλιάς, δικτάτορας, θεός και κοσμοκράτορας. Ο Αντώνης και η Νάντια είχαν μπαφιάσει για τσιγάρο και ξέχασαν να πάρουν. Το άκουσε η κοπελιά από το δίπλα τραπέζι και άπλωσε ένα χέρι με ένα πακέτο τσιγάρα προς το μέρος μας. Πωωω, να'χα μια μπύρα τώρα, που είπε και ο Γκουσκούνης και του έσκασε το χέρι να κραδαίνει μια πράσινη. Κάπως έτσι φαντάσου το σκηνικό. Από ευγένεια, τα παιδιά της πήραν μόνο ένα τσιγάρο και μετά, για να δουν ποιός θα το καπνίσει, έπαιξαν πέτρα-μολύβι-ψαλίδι-χαρτί. Ο Αντώνης, σύμφωνα με τον νόμο των πιθανοτήτων, αποφάσισε να κάνει συνέχεια πέτρα, που έχει πιθανότητα 3/4 να μην χάσει, η έστω να βγει ισοπαλία. Η Νάντια, σύμφωνα με το νόμο του Μέρφι, αποφάσισε να κάνει ότι γουστάρει και έτσι κέρδισε εκείνη το τσιγάρο και τη δόξα.
Που λες καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, ποιος θα πλύνει τα πιάτα; (Λέξη κλειδί αναζήτησης στο μπλογκ μου, μα καλά ποιος γκουγκλάρει αυτό το πράγμα;)
Και αυτό το σουφλέ με το σπανάκι... άλλο πράγμα σε λέω.

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Γάμοι και αηδείες. Άντε να μην τρελαθώ.

Ε ναι λοιπόν, απόψε χάνουμε άλλη μια κοπέλα από το εργένικο κλαμπ. Μα τι πάθανε όλοι και παντρεύονται; Ξεκινήσαμε με το μπάτσελορ την προηγούμενη βδομάδα - γαμπρός και νύφη κάνανε μπάτσελορ στο ίδιο μαγαζί, λες και δεν υπήρχαν άλλα ξενυχτάδικα στον κόσμο, ήθελαν ακόμα και αυτή τη μέρα να βλέπουν τις φάτσες τους μέχρι να σιχαθούν. Πάντως ωραία περάσαμε, χορέψαμε και το νέο σουξέ του Κιάμου "Ολοκαίνουργιος από πάνω μέχρι κάτω, ευτυχώς προχωράω παρακάτω", στίχος αρκετά γελοίος τώρα που το σκέφτομαι νηφάλια, και δη όταν το τραγουδάει κανείς με πάθος, ξεπροβάλλοντας μέσα από καπνούς.

Είχαμε και το κρεββάτι προχτές. Η νύφη ήταν μια ξανθιά κούκλα Μπάρμπι με γυαλιστερή γόβα και πορτοκαλίζον φόρεμα, ήταν η Μπάρμπι-σορμπέ. Το έθιμο λέει ότι οι παρθένες κοπέλες πρέπει να στρώσουν το κρεββάτι και ο γαμπρός να το ξεστρώσει 3 φορές. Για να μην μείνει το κρεββάτι ξέστρωτο, τελικά το στρώσαμε οι ανύπαντρες. Κάναμε ότι καλύτερο μπορούσαμε, βέβαια δεν έχουμε κάνει και φαντάροι. Ε, μετά το έθιμο λέει ότι πρέπει να ρίξεις πάνω ένα παιδάκι, για καλούς απογόνους, Παιδάκι δεν είχαμε και πετάξαμε μια 25χρονη, ήταν ότι μικρότερο μας βρισκόταν στο χώρο, αλλιώς θα έπρεπε να ξυπνήσουμε το γειτονάκι που είχε σχολείο την άλλη μέρα και ήταν κρίμα.

Στη συζήτηση στο τραπέζι, η κουμπάρα έκανε δημοσκόπηση για το πώς βολεύει καλύτερα να αλλάξει τα στέφανα. Δηλαδή, να ξεκινήσει με σταυρωμένα χέρια ή να ξεκινήσει με τα χέρια παράλληλα και να τα σταυρώσει στην πορεία; Εγώ πάντως τη δεύτερη εναλλακτική δεν την κατάλαβα. Εδώ και μία βδομάδα βλέπει σχετικά βιντεάκια στο γιουτιούμπ λέει. Μα αν είσαι λογικός άνθρωπος, καταλαβαίνεις ότι για να έχουν ανέβει εκεί, είναι από ατυχείς στιγμές, από στιγμές που αντί να βάλεις το στέφανο στο γαμπρό αφηρημένος το βάζεις στον παπά, ή μπλέκεσαι στην κορδέλα και παρασέρνεις μαζί την πεθερά, κτλ., οπότε με αυτά τα βιντεάκια πανικοβάλλεσαι περισσότερο. Και στην τελική πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να αλλάξεις δυο κουλούρες τελοσπάντων; Φαντάσου να σου τύχαινε να αλλάξεις κάτι άλλο, πιο απαιτητικό, πχ. λάστιχο. Ή μωρό!!-τι έγινε, χάσαμε το χρωματάκι μας; Λοιπόν, κούνα τις χερούκλες σου και άλλαξε τα στέφανα να τελειώνουμε. Σάμπως θα προσέχει κανείς αν τα αλλάζεις σωστά;

Πάνω σε αυτές τις φοβερές στιχομυθίες πιάσαμε κουβέντα για τρίχες. Πώς θα χτενιστείς εσύ στον γάμο, πώς θα χτενιστεί η άλλη, και τέτοια. Άκουσα όλα τα φοβερά χτενίσματα με τις ανάλαφρες μπούκλες και χάρηκα πάρα πολύ που θα είμαι και πάλι χτενισμένη Ντράγκονμπολ, γιατί αυτό είναι το στυλ που μου ταιριάζει, τέλος. Άλλωστε και αν τύχει ποτέ να γίνω νύφη (χτύπα ξύλο), με το μαλλί όρθιο θα παντρευτώ. Το νυφικό κοντό και άσπρες μπότες. Και αν είναι να πάθει συγκοπή ο πατέρας μου, τότε ας μην με πρήζει να γίνω νυφούλα. Λοιπόν, πάω να καλλωπιστώ τώρα, έχω να βάψω και νύχι. Και να θυμηθώ όταν πεταχτεί η ανθοδέσμη να μιλάω στο κινητό μου. Καλό μήνα είπα, δεν είπα!


Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Πρόσεχε τι εύχεσαι !

Coraline, το σπίτι στην ομίχλη. Θα μου πεις από το 2009, τώρα το θυμήθηκες; Καθήσαμε που λες το Σάββατο να τη δούμε με την εντύπωση ότι θα είναι παιδικό. Αλλά τελικά δεν ήταν.

Η Coraline, το κορίτσι με τα μπλε μαλλιά, ζει με τους εργασιομανείς γονείς της οι οποίοι δεν της δίνουν την πρέπουσα σημασία και όλη μέρα ασχολούνται με τη συγγραφή του βιβλίου τους για τα βότανα. Πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά, αν και κάπου πήρε το αυτί μου ότι οι Κινέζοι έχουν ήδη βρει το βότανο που χρειάζεται σε κάθε νοικοκυριό, το βότανο που θα σε σώσει από τη μάστιγα του αιώνα, δηλαδή από την οικονομική κρίση. Βέβαια, αυτό δεν ξέρω πότε θα κυκλοφορήσει. Και μέχρι τότε τρώω ροζ καραμελίτσες σε σχήμα καρδούλας. Μου τις έφερε ο Αντώνης από το Μεξικό. Piquete de San Valentin τις λένε. Είναι για να θεραπεύουν την ερωτική απογοήτευση, να κάνουν τον άντρα των ονείρων σου να τρέχει από πίσω σου και να σου φέρνουν ερωτική διάθεση. Και αν φτάσεις στο σημείο να έχεις τέτοια διάθεση, δεν σε νοιάζει για την κρίση. Δυο δυο τις τρώω, γιατί νομίζω ότι δεν φτάνει μόνο μία.

Η Coraline λοιπόν βαριέται αφόρητα σε αυτή τη μίζερη ζωή και εύχεται να ήταν αλλιώς η καθημερινότητά της. Μια μέρα ανακαλύπτει στο σπίτι μια μαγική πόρτα που την οδηγεί σε μια άλλη πραγματικότητα, παρόμοια με τη δική της - όμως πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Στην καινούργια αυτή πραγματικότητα, η μαμά της μαγειρεύει κοτόπουλο γεμιστό που μοσχομυρίζει και ο μπαμπάς της όταν κάθονται να φάνε δεν ρεύεται, αντίθετα έχει καλούς τρόπους και ξέρει γαλλικά και πιάνο. Νομίζω ότι δεν θα υπήρχε στον κόσμο πιο αστείο θέαμα από το να δω τον μπαμπά μου να παίζει Μπαχ, αλλά αφού άρεσε στην Coraline ας πούμε ok. Σε λίγο καιρό η παράλληλη αυτή ζωή αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη και οι καινούργιοι της γονείς θέλουν να την κρατήσουν εκεί μαζί τους για πάντα, αλλά για να μείνει πρέπει να της βγάλουν τα μάτια και να της ράψουν στη θέση τους κουμπιά. Λογικότατο. Τι να σκεφτόταν άραγε ο ψυχανώμαλος συγγραφέας τη στιγμή που είχε αυτή την έμπνευση!

Ευτυχώς η Coraline συνειδητοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά και, με τη βοήθεια του Wybie, του γάτου που μιλάει, καταφέρνει να τους ξεφύγει και να γυρίσει στην πραγματικότητά της. Δηλαδή εκεί που κανείς δεν της δίνει σημασία, αλλά έχει τα μάτια της στη θέση τους. Εκεί που όλοι είναι άξεστοι χωριάτες και την λένε Caroline αντί για Coraline. Δεν καθόταν εκεί στους ψεύτικους γονείς, καλύτερα να σου βγει το μάτι λένε - και να γίνει κουμπί - παρά το όνομα. Άβυσσος η ψυχή της Coraline. Και το ηθικό δίδαγμα της ταινίας; Πρόσεχε τι εύχεσαι, γιατί μπορεί και να γίνει πραγματικότητα. Και σκεφτόμουν κάποια στιγμή να ευχηθώ να σταματήσει η κυβέρνηση τα χαράτσια στον λαό, αλλά φοβήθηκα μην γυρίσω και δω τον Αντώνη και αντί για μάτια έχει κουμπιά.

Και αυτό το Coraline τι όνομα, ξεχνάω να γυρίσω τη γραμματοσειρά και γράφω Ψοραλάιν. Έλεος.



Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Στο Αττικό Πάρκο



1.
-Μαμά, γιατί οι χελώνες ζουν στο βρωμόνερο;
-Δεν είναι βρωμόνερο αγάπη μου, είναι άλγη, φυτό που εμφανίζεται στους βιότοπους και κάνει το νερό να φαίνεται πράσινο και από αυτό τρέφονται τα χελωνάκια, κατάλαβες;
-Όχι, είναι βρωμόνερο.
(μαλακιστήρι)

2.
Μούμπλε μούμπλε. Αυτό το πουλί με το μαύρο πεταχτό λοφίο, σαν να μου φέρνει λίγο... Μπααα, όλο μαλακίες σκέφτομαι.
-Ρε συ σαν να σου φέρνει λιγο το τροπικό πουλί.

Χμμμμ.

3.
Φοβερή επίδειξη με δελφίνια και θαλάσσιους ελέφαντες - ή μήπως θαλάσσια λιοντάρια; Κάτι που είναι σαν φώκια, αλλά με μουστάκια τέλοσπάντων. Ή οι φώκιες είχαν μουστάκια και αυτά όχι; Ο Τσάρλι και ο Μίμο λέγονταν. Ή μήπως ο Τσάρλι και η Μάρα; Ππφφφφ, κάποιος δεν πρόσεχε τον εκφωνητή.

4.
Σουρικάτα, το αγαπημένο του Γιάννη. Σαν όνομα πόκεμον δεν είναι; Και μεταξύ μας, εγώ μαγκούστα νόμιζα ότι λέγεται, αλλά επειδή δεν ξέρω να ξεχωρίζω και τα θαλάσσια θηλαστικά, ας μου εξηγήσει κάποιος πιο έμπειρος τι διαφορά έχουν η σουρικάτα, η μαγκούστα και η νυφίτσα. Η μία σουρικάτα κάθεται και κόβει βόλτες φυλώντας σκοπιά, μην τυχόν και επιτεθεί ο Πίκατσου και ο Τσάρμαντερ, ενώ οι άλλες ξεψυρρίζονται. Ανά μία ώρα αλλάζουν βάρδια. Σαν εύζωνοι πα'να πει.

5.
Η Νάντια συζητάει με τον μπούφο.
Νάντια: Μπούφεεε... ου οοουυυυ...
Μπούφος: Ου οοουυυυ...

6.
Ερπετά. Όλα τα φίδια τυλιγμένα σαν το λάστιχο του ποτίσματος και μέσα στο πήλινο του γιαουρτιού. Έτοιμα για φούρνο. Νέες απορίες μου γεννήθηκαν, ας πούμε πώς κάνουν σεξ τα φίδια; Και πώς ξέρεις ποιό είναι το αρσενικό και ποιό το θηλυκό; Να μου πεις γιατί, ξεχωρίζεις ας πούμε τα καναρίνια; Οπότε σταμάτα να ρωτάς μλκίες. Αυτά μεταξύ τους το καταλαβαίνουν. Και σίγουρα θα κάνουν σεξ, αφού κάνουν και αυγά. Το αυγό του φιδιού δεν λέμε; Ή αυτό το λέμε μόνο για τον εθνικοσοσιαλισμό; Να μου πεις και για το αυγό του Κολόμβου λέμε, αλλά υποθέτω ότι ο Κολόμβος δεν έκανε αυγά. Ξέχνα το, πάλι λάθος συμπεράσματα βγάζω.

7.
Όρνιο. Bang bang Λούκυ Λουκ. Έλειπε μόνο ο νεκροθάφτης, ξέρεις αυτός ο ξερακιανός με τη μυτόγκα.

8.
Λύσαξα να φωτογραφηθώ με την καμηλοπάρδαλη. Μέχρι να κάνω 20 βήματα να φτάσω μπροστά της, αυτή έκανε μόνο ένα και εξαφανίστηκε, οπότε δεν φωτογραφήθηκα. Δεν γ***έται, είχε περάσει και η ώρα, είχε και ζέστη και κυρίως θέλαμε να πάμε μετά και στο McArthurGlen. Τουλάχιστον μου έμεινε για ενθύμιο η φώτο με την Κλάρα, την αγελάδα που έχεσε όλο το μέγκα τσάνελ. Ας μην είμαι αχάριστη.

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Λα τρίπ μαντάμ!

Σαββατόβραδο με το μάξι μου φόρεμα και κρατάω στο χέρι ένα τεράστιο ποτήρι ντάκιουρι μάγκο. Θυμίστε μου να μην ξαναπαραγγείλω μλκίες όταν βγαίνω έξω! Καλά δεν ήμουνα και με την korona μου; Η πολλή παρέα με τη Δανάη φταίει. Αυτή έχει πάρει μάστερ στους θανατηφόρους συνδυασμούς, όπως πχ. ζεστή σοκολάτα με γεύση πεπόνι και χοιρινή μπριζόλα με σάλτσα γαρίδας. Θυμάμαι και τα χαΐρια της στη Γαλλία! Που πήγαμε σε ένα κόζι συνοικιακό εστιατόριο και από ολόκληρο κατάλογο διάλεξε la tripe, γιατί της έβγαζε μια φινέτσα, κάτι το αριστοκρατίκ, μια σικ γαλλικίλα βρε αδερφέ. Να ήταν το ρου που έγινε γου, να ήταν το άηχο έψιλον στο τέλος, δεν ξέρω. Πάντως ακόμα έχω σφηνωμένη στα ρουθούνια μου τη μυρωδιά του χοντροκομμένου αχνιστού πατσά που ήρθε σε λίγο στο τραπέζι μας, και η Δανάη δεν ήξερε από που να φύγει. Μα είναι τρελοί αυτοί οι Γάλλοι! Από που κι ως που τγιπ ο ντουσλαμάς! Βέβαια, δεν μπορείς να πεις ότι έχεις ζήσει, αν δεν έχεις διαλέξει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή σου μια ακατανόητη αηδία από ξένο μενού. Οπότε ας πούμε δικαιολογημένη η Δανάη.


Τρελή ρέκλα που λες σήμερα. Όλο το πρωί στη δουλειά φτιάχναμε αεροπλανάκια οριγκάμι. Με πιάσανε και όλα τα κόκκινα φανάρια στο δρόμο προς το σπίτι. Βαριέμαι στα κόκκινα φανάρια, χάνεις χρόνο από τη ζωή σου. Εκτός αν είσαι ζευγαράκι, οπότε φιλιέσαι.
Η ρέκλα συνεχίζεται και στο σπίτι. Έλεγα τώρα να αράξω στο κρεββατάκι μου και να δω καμιά ταινία. Μετά είδα αυτό, και τώρα κόλλησα και κάθομαι με το σταράκι του Superman να κάνω κόμπους. Δεν ξέρω που θα με βγάλει αυτό το βράδυ. Μου τελείωσε και το κρασί.

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Η κόκκινη κλωστή

Θυμάστε τον μύθο του Maneki Neko?
Ε, τώρα θα μάθετε κι άλλη κινέζικη ιστορία. Και τώρα το ξέρω ότι νυστάζετε και χασμουριέστε κρυφά, και δεν είναι ωραίο αυτό που κάνετε, εγώ όμως θα σας την πω:

Κατά την περίοδο της Δυναστείας Tang, υπήρχε κάποιος ονόματι Wei. Ο Wei ήταν ορφανός από μικρός και έτσι, άμεσως μόλις μεγάλωσε ήθελε να παντρευτεί και να κάνει δική του οικογένεια.
Σε κάποιο ταξίδι του, πέρασε από την πόλη Song, και κάποιος άγνωστος του προσέφερε φιλοξενία. Ο Wei του είπε για τη δυσκολία που αντιμετώπιζε να βρει γυναίκα, και εκείνος του είπε ότι θα μιλούσε αμέσως στον στρατηγό, ο οποίος είχε μια ανύπαντρη κόρη. Και συμφώνησαν να βρεθούν το επόμενο πρωί για να τα ξαναπούν έξω από τον ναό.

Από την αγωνία του, ο Wei έφτασε στον ναό πολύ νωρίτερα απ' όσο είχαν κανονίσει, και είδε κάτω από  ένα δέντρο έναν γέροντα να κάθεται πάνω σε κάτι σακιά και να διαβάζει υπό το φως του φεγγαριού. Πλησίασε πάνω από τον γέροντα και κοίταξε το βιβλίο, αλλά δεν καταλάβαινε λέξη.

-Συγνώμη γέροντα, αλλά τι βιβλίο είναι αυτό που διαβάζεις; Εγώ έχω γυρίσει όλο τον κόσμο και έχω μάθει πολλές γλώσσες, γλώσσες περίεργες από χώρες μακρινές, αλλά ποτέ μου δεν έχω ξανασυναντήσει αυτή τη γλώσσα.
-Αυτό το βιβλίο το έφερα από άλλο κόσμο.
-Και τι κάνεις εδώ αν έρχεσαι από άλλο κόσμο;
-Σηκώθηκες πολύ νωρίς, συνήθως δεν κυκλοφορεί άνθρωπος έξω τέτοια ώρα. Εμείς ερχόμαστε εδώ γιατί δουλειά μας είναι να τακτοποιούμε τα ανθρώπινα ζητήματα. Εγώ, ας πούμε, ασχολούμαι με τον γάμο.
-Είμαι μόνος στον κόσμο και εδώ και χρόνια ψάχνω μια γυναίκα για να παντρευτώ και να κάνω οικογένεια. Και τώρα ελπίζω να παντρευτώ τη γυναίκα του στρατηγού. Πες μου, γέροντα, θα πραγματοποιηθεί το όνειρό μου;
Ο γέρος κοίταξε το βιβλίο του και είπε:
-Όχι, δεν είναι αυτή η γυναίκα που προορίζεται για σένα. Η γυναίκα που θα πάρεις είναι τώρα τριών ετών και θα την πάρεις όταν γίνει δεκαεφτά.
Απογοητευμένος από την απάντηση του γέρου, ο Wei κοίταξε τα σακιά όπου καθόταν ο γέρος και τον ρώτησε τι είχαν μέσα.
-Κόκκινη κλωστή, για να δένω τα χέρια των ζευγαριών. Δεν είναι ορατή, αλλά από τη στιγμή που δένονται, δεν μπορούν να ξαναχωριστούν ποτέ. Είναι ήδη δεμένοι από την ώρα που γεννιούνται, και παρά την απόσταση που μπορεί να υπάρχει μεταξύ τους, παρά την κοινωνική θέση τους, παρά τις αντίξοες συνθήκες, αργά η γρήγορα θα ενωθούν σαν αντρόγυνο. Και αυτή την κλωστή δεν μπορείς να την κόψεις. Γιατί, αφού είσαι ήδη δεμένος με τη μέλλουσα γυναίκα σου, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Η δική σου γυναίκα είναι η κόρη της Chen, που έχει έναν πάγκο κάτω στην αγορά.
-Μπορώ να τη δω;
-Αν το θέλεις πολύ θα σου τη δείξω, αλλά θυμήσου ότι το μέλλον σου δεν μπορείς να το αλλάξεις.

Μόλις είχε φέξει, και αφού δεν είχε φανεί ακόμα και ο άνθρωπος που περίμενε ο Wei, πήγαν μαζί στην αγορά. Πίσω από τον πάγκο με τα φρούτα στεκόταν μια φτωχή γριά, τυφλή από το ένα μάτι, με ένα κοριτσάκι περίπου τριών ετών, ντυμένες και οι δύο με κουρέλια.
-Να η γυναίκα σου!, είπε ο γέρος και έδειξε τη μικρή.
-Και αν τη σκοτώσω;
-Ό,τι και να κάνεις δεν μπορείς να αλλάξεις τη μοίρα.
O Wei, αποφασισμένος να σκοτώσει τη μικρή, βρίσκει ένα κοφτερό μαχαίρι, και το δίνει στον υπηρέτη του, διατάζοντάς τον να σκοτώσει τη μικρή με αντάλλαγμα εκατό χρυσές λίρες.
Την επόμενη μέρα, ο υπηρέτης πηγαίνει στην αγορά και κατευθύνεται προς τον πάγκο, με το μαχαίρι κρυμμένο στην τσέπη του. Με μια απότομη κίνηση το βγάζει έξω, χτυπάει τη μικρή και εξαφανίζεται τρέχοντας.
-Εντάξει; τον ρωτάει ο Wei όταν γύρισε.
-Προσπάθησα να τη χτυπήσω στην καρδιά, αλλά τελικά τη χτύπησα ανάμεσα στα μάτια.
Ο υπηρέτης πήρε την αμοιβή του και ο Wei, ήσυχος ότι μπορεί πια να παντρευτεί όποια θέλει, συνέχισε τη ζωή του και με τα χρόνια ξέχασε όλα αυτά που είχαν συμβεί.
Όλες οι προσπάθειες που έκανε να παντρευτεί απέβησαν μάταιες και έτσι πέρασαν 14 χρόνια.
Εκείνον τον καιρό δούλευε σε ένα μέρος που λεγόταν Shiangzhou και τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά, τόσο καλά μάλιστα που ο ανώτερός του, ο άρχοντας του τόπου, του έδωσε την κόρη του για γυναίκα. Έτσι, ο Wei απέκτησε μια πανέμορφη γυναίκα από καλή οικογένεια. Ο Wei παρατήρησε ότι η γυναίκα έδενε ένα μαντήλι στο μέτωπό της, που δεν το έβγαζε ούτε όταν πήγαινε για ύπνο. Θυμήθηκε τότε την ιστορία με τη μικρή στην αγορά και αποφάσισε να τη ρωτήσει γιατί κρύβει το μέτωπό της με αυτό το μαντήλι. Και εκείνη είπε του είπε κλαίγοντας:
-Δεν είμαι η κόρη του άρχοντα του Shiangzhou, αλλά είμαι ανιψιά του. Κάποιον καιρό ο πατέρας μου ήταν άρχοντας της πόλης Song, μα πέθανε νωρίς, όπως και η μαμά και ο αδερφός μου. Η νταντά μου, η Chen, με λυπήθηκε και με κράτησε κοντά της. Ήμουν τριών ετών όταν μια φορά στην αγορά μου επιτέθηκε έναν τρελός με μαχαίρι και με χτύπησε στο μέτωπο. Το σημάδι δεν μου έφυγε ποτέ και γι' αυτό φοράω το μαντήλι. Πριν από εφτά χρόνια, ο θείος μου με πήρε στο σπίτι του και με μεγάλωσε για να με παντρέψει σαν να ήμουν πραγματική του κόρη.
-Η κυρία Chen ήταν τυφλή από το ένα μάτι;
-Και που το ξέρεις;
-Εγώ έβαλα να σε σκοτώσουν, είπε ο Wei, και εξήγησε στην γυναίκα του ό,τι είχε συμβεί.
Και ξέροντας πια και οι δύο την αλήθεια, αγαπήθηκαν περισσότερο από πριν και έζησαν για πάντα ευτυχισμένοι.