Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

Εγώ κολλάω, κι αν κολλάω δύσκολα ξεκολλάω

Στις 6 η ώρα το πρωί με τη δροσούλα, τραμπούκισα τον αδερφό μου πάνω στον γλυκό τον ύπνο για να μας πάει στο αεροδρόμιο. Ο Κωνσταντίνος μου δημιούργησε τύψεις ότι τάχα είμαι τύραννος, ενώ εκείνος έχει κάνει την Ίρις προσωπικό σοφέρ, ατζέντη και γραμματέα του. Στο αεροδρόμιο γινόταν της τρελής το πανηγύρι, αλλά επειδή είχαμε gold ναύλους P και N δεν περιμέναμε καθόλου στην ουρά. Όταν φτάσαμε στο νησί, ενδόμυχα θέλαμε και οι δύο να κάτσουμε να δούμε την απογείωση του Airbus, αλλά ντρεπόμασταν να το πούμε. Ευτυχώς πάνω σε μια κρίση ειλικρίνειας το ομολογήσαμε, οπότε καθήσαμε στα φανάρια περιμένοντας τη μεγάλη στιγμή. Όταν κουνήθηκε το Airbus μας έπιασε ταχυπαλμία και κοιτούσαμε σαν να απογειωνόταν ούφο.

Αφήσαμε τα πράγματα στο ξενοδοχείο, όπου ο Κωνσταντίνος ήταν ο μοναδικός φιλοξενούμενος. Στη βόλτα που κάναμε στην πόλη, είδαμε εξέχουσες προσωπικότητες όπως ο Φτούρης, ο Σουργιανός με τον γιακά του Τραβόλτα και ο Ντόβορας με μια αγκαλιά τυρόπιτες, καθώς και εξέχοντα σημεία αναφοράς, όπως το σπίτι μου στην Άρτης, το σπίτι του γιατρόνε και το σπίτι του Freddy Krueger. Το μεσημέρι πήγαμε για ύπνο και ο Κωνσταντίνος ονειρευότανε τη Bimbo στην αγχόνη και αυτός πρώτος τον λίθο βαλέτω, οπότε ξύπνησε με τα χέρια γροθιές για να μην του φύγουν τα χαλίκια. Όταν συνήλθε από το όνειρο, τρέξαμε στο Κανόνι για να δούμε και την απογείωση των 19.50. Από υπερβάλλοντα ζήλο, η Aegean έδιωξε την πτήση πιο νωρίς και μείναμε με τη χαρά.

Στη βραδινή μας έξοδο στο αγαπημένο La famiglia  διηγήθηκα ιστορίες βασανιστηρίων, όπως το καθαρτικό στον καφέ της Νάντιας και το απειλητικό γράμμα στο σπίτι της, που έκαναν τον Κωνσταντίνο να δείξει σε μένα τον θαυμασμό του και στη Νάντια τον οίκτο του. Ήπιαμε ποτό στο Mystique, όπου όλοι με ρωτούσαν που είναι η αδερφή μου. Ο Μακρής πρωτοτύπησε και με ρώτησε γιατί δεν πήγα στο Hook. Οι αποφάσεις της βραδιάς ήταν ποικίλες. Η Βάσω αποφάσισε να έρθει Αθήνα μαζί μου. Εμείς να μην βάλουμε ξυπνητήρι για να δούμε και την πρωινή απογείωση, γιατί θα είμαστε πιο πυροβολημένοι και από τον Μάνο.

Όταν ξύπνησα πήρα τηλέφωνο στη δουλειά για να κλείσω το εισιτήριο της Βάσως και ο Κόντης, από τη χαρά του που θα ερχότανε η Βάσω στην Αθήνα, μας έκλεισε το εισιτήριο μια μέρα νωρίτερα με το ζόρυ και μετά με παρακαλούσε να μην τον κάνω (πολύ) ρεζίλι.

Κάναμε βόλτα στην Αχαράβη για καφέ και φαγητό και ήμασταν εμείς, ο κούκος και οι σκύλοι. Μετά μπήκαμε στο αμάξι, που ακόμα δεν μάθαμε τι μάρκα είναι, και επιστρέψαμε, ο Κωνσταντίνος για να φύγει και εγώ για να πιω καφέ στα Starbucks μόνη σαν το λεμόνι. Παρόλη τη βροχή, βγήκα έξω στο μπαλκόνι 10 λεπτά νωρίτερα για να μην ξαναχάσω την απογείωση και για είκοσι λεπτά έτρωγα τη βροχή και με μαστίγωνε αλύπητα ο άνεμος. Την ώρα που άκουσα τη μελωδία από τις τουρμπίνες που μόνο ένα Airbus της Aegean θα μπορούσε να προκαλέσει, μου ξανανέβηκε ο σφυγμός και χαιρετούσα τον Κωνσταντίνο, με την ελπίδα ότι θα αποχωριστεί για λίγο τη θέση 27C και θα γείρει προς την A για να με δει κι εκείνος. Για να μην ξεφύγω από το θέμα πήγα βόλτα στο αεροδρόμιο για να δω και την πτήση του προδότη και οσονούπω συνεργάτη, που ήταν λίγο αργότερα. Οι τουρμπίνες τους ήταν ηχορύπανση και οι κύκλοι στην ουρά καμιά σχέση με τους γλάρους.

Το βράδυ στο σπίτι της Ματίνας κοιμόμουνα και παραμιλούσα την ώρα που εκείνη μελετούσε συγκινημένη το Απολείπειν ο θεός Αντώνιον. Ξυπνήσαμε νωρίς για να βρούμε τη Σπυριδούλα στην πόλη και περιμέναμε το λεωφορείο τρία τέταρτα, για να πάρουμε τελικά ταξί επειδή βαρεθήκαμε. Στο Persona Grata, βρεθήκαμε με τη Σπυριδούλα και την υπόλοιπη Κέρκυρα, εκτός από τον Μακρή που είναι πιστός στην παράδοση του Libro. Εκεί στον δεύτερο όροφο του Libro, στο τραπεζάκι κάτω από τη φανέστρα με θέα τα βόρτα και τους κουτσούλους από τα περιστέρια, ο Μακρής μου παρέδωσε τα κοσμογυρισμένα ερβετικιά σαπούνια. Όταν τόλμησα να του προτείνω να φύγουμε μου είπε "τί από τώρα; κάτσε να τα πούμε ορή", πράγμα που μόνος του αναίρεσε στα επόμενα πέντε λεπτά. Εκεί που καθότανε το λοιπόν άρχισε να ανεβοκατεβάζει το πόδι του και να κοιτάζει γύρω του σαν να είδε καμιά μορόζα που δεν έπρεπε ή σαν να τον έπιακε τρελή κολιάντσα ή σαν να έψαχνε τον σερβιτόρο - άκουσον άκουσον - για να πληρώσει τους καφέδες. Ποτέ δεν μάθαμε τι από όλα συνέβη.

Πριν γυρίσω στο σπίτι της Ματίνας για να πάρω τα μπογαλάκια μου πέρασα και από το Internet cafe να χαιρετήσω τον Άρη και τον Afex. Εκεί βγάλαμε αναμνηστική φωτογραφία τις μούρες μας και τον σκύλο για να μην ζηλέψει. Καθε λίγο και λιγάκι η κυρία Όλγα έμπαινε μέσα με ένα φακιόλι και μας έλεγε τα δικά της, οπότε έφυγα γιατί δεν άντεχα άλλους τρελούς.

Όταν απογειωθήκαμε από την Κέρκυρα αναρωτιόμουνα αν υπήρχε άραγε άλλος πειραγμένος που να μας κοιτάζει από το Κανόνι εκείνη τη στιγμή. Ο Κωνσταντίνος μου έταξε ένα ολόκληρο σουκού στο νησί μόνο για βλέπουμε τα Airbus. Ανωμαλία; Ή πόρωση;

Δεν υπάρχουν σχόλια: