Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

Διακοπές στο χωριό

Κρητικός γάμος σε χωριό είκοσι κατοίκων. Φτάνουμε Σάββατο πρωί στο Ηράκλειο, όπου αντί για το cinquecento που είχαμε νοικιάσει online, βρισκόμαστε στο αεροδρόμιο με ένα τεράστιο αμάξι και μια τρελάρα που μας βάζει να υπογράψουμε τα χαρτιά και μιλά μια ακατανόητη διάλεκτο. Ακολουθούμε οδηγίες από email του Γιώργου για να φτάσουμε στο χωριό. Oi odhgies htan sta greeklish kai egrafan oti na'nai. Αποφασίζουμε να καταφύγουμε σε οδηγίες γηγενών, θα πας εδώ στη γωνίιιια που'ναι ο Σύνδεσμος τσε θα στρίψεις - το εβλέπεις ετσεί το σημείο που εσμίγουν οι δρόμοι;;; Ε.. ετσεί στρίβεις.
Βρίσκουμε το χωριό μετά βασάνων, γιατί δεν ξέραμε τι είναι ο Σύνδεσμος, ούτε καταλάβαμε που εσμίγουν οι δρόμοι. Αφήνουμε τα πράγματα και κάνουμε βουτιά, γκανιάσαμε να κυκλοφορούμε τόση ώρα στη λαλάκα.

Αμέσως μετά καθόμαστε στη μοναδική ταβέρνα να φάμε καλαμαράκια και να τα βουτήξουμε στο τζατζίκι, συνδυασμό που σκέφτηκα την ώρα που κολυμπούσα και που ο καλός μου επέμενε ότι τάχα δεν  ταιριάζει, αλλά τελικά κρυφοβουτούσε κι εκείνος. Με το που καθόμαστε, περνάει και ο κυρ Μπάμπης. Κάθεται δύο λεπτά να μας χαιρετήσει (τελικά μπαστακώθηκε καμιά ώρα), μας πίνει και τη μπύρα και αρχίζει τις ιστορίες του. Ότι έκανε λέει τον φωτορεπόρτερ στα γήπεδα της Ιταλίας, ότι έκανε τον γύρο της Αυστρίας σε 80 ημέρες και ότι παραλίγο να γίνει πρωθυπουργός στη θέση του πρωθυπουργού. Κρεμόμαστε από τα χείλη του, και σε λίγο πετιέται και ο Γιώργος κάπου πιο πέρα.
-Πατέρα φύγε από το τραπέζι, άσε τα παιδιά στην ησυχία τους!
-Μα ούτως ή άλλως τα παιδιά δεν έχουν τι να πουν!!!
Τα ισοπέδωσε όλα με μια απλή πρόταση.
Το βουλώσαμε και στουμπώσαμε καλαμάρι με έξτρα τζατζίκι. 
-Που λέτε παιδιά εδώ έχει πολλή ζέστη, βράζει η άμμος ολάκερη, αν πάρεις ένα αυγό και το θάψεις μέσα θα ψηθεί. Το θάβετε, καρφώνετε από πάνω κι ένα ξύλο για να μην το χάσετε, κάνετε μια βουτιά και σε λίγο το βγάζετε. Εγώ φεύγω.

Είπε τη μικρή του μλκία και εξαφανίστηκε και ένιωθες ότι κρυβόταν από πίσω κάτι άλλο, μεγαλύτερο. Λέω στον Αντώνη ότι αν δεν ψήσουμε το αυγό εγώ δεν φεύγω από το χωριό.
Πηγαίνουμε στην κυρά Μαρία, τη γυναίκα του, να ζητήσουμε αυγό.
Η κυρά Μαρία μες στη φυσικότητα:
-Ναι αμέσως παιδιά, θέλετε να το ψήσετε στην άμμο; (καθημερινό φαινόμενο γαρ)
-Ναι ναι, μας είπε ο κυρ Μπάμπης ότι πετυχαίνει.
Εν τω μεταξύ παρασκύφτει και η γειτόνισσα.
-Τι γίνεται, τι κάνουν τα καλά παιδιά; Τι είναι τούτο, αυγό; Αααα, θα το ψήσετε στην άμμο; Ωραία, μπράβο, κι εγώ τώρα θα κατέβω μια βόλτα για μπάνιο, έχει κύμα;
Τώρα εμείς ήμασταν οι περίεργοι ή οι υπόλοιποι που τους φάνηκε φυσιολογικό το πείραμα του αυγού και δεν πεταρίζαν βλέφαρο, δεν ξέρω. Εμείς μια φορά ξεκινήσαμε αποφασισμένοι να το ψήσουμε στη χόβολη. Όπως κατεβαίνουμε ο κυρ Μπάμπης μας δίνει την τελευταία συμβουλή και μας αποτελειώνει:
-Μην το βάνετε πολύ βαθιά κι έχει υγρασία, γιατί δεν θα ψηθεί καλά.
Μιλάς με γρίφους γέροντα.
Το αυγό παρέμεινε ωμό και είπαμε ψέματα ότι ψήθηκε, για να μην τον στεναχωρήσουμε.

Ανηφορίζουμε άπραγοι προς το δωμάτιο και στο δρόμο συναντάμε τον συμπαθή γείτονα στην αυλή του, όπου κραδαίνει το λάστιχο και μας γνέφει να πάμε να ξεπλυθούμε για να μας φύγουν τα αλάτια. Κοιταζόμαστε με απορία. Του λέμε ευγενικά ότι συνηθίζουμε να πλενόμαστε στη μπανιέρα.
Καθόμαστε λίγο στη βεράντα να ηρεμήσουμε και βλέπουμε σε ένα σπίτι πιο κει ένα αντρόγυνο να πλενετε στην αυλή με το λάστιχο. Τι σκατά, το' χουν συνήθειο; Διώροφο σπίτι, δεν έχουν μπανιέρα;
Πάνω στην απορία μας, βουτάνε και το μωρό τους, το βάζουν κάτω και ο ένας το σαπουνίζει, ο άλλος του ρίχνει με το λάστιχο σαν να' ταν τριανταφυλλιά (είχε βάλει και τον αντίχειρα για πίεση) και το μωρό πλαντάζει και το ακούει όλη η γειτονιά. Το σαπουνίζουν για να πάει στο γάμο το βράδυ. Το μεγάλο γεγονός του Ιουλίου.

Χίλια άτομα στον γάμο, τραπέζια και χοροί καταμεσής του δρόμου. Μπαλοθιές δεν είχε, είχε όμως λυράρη, φαΐ και καλή παρέα. Επίσης είχε ωραία κατανομή φαγητού. Για ορεκτικό είχε γίδα με μακαρόνια και για κυρίως πιάτο μπριζόλα με πατάτες. Ή μπορεί να μην είχε ορεκτικό και να είχε δύο κυρίως που απλώς ήρθαν ετεροχρονισμένα, ακόμα δεν έχουμε καταλάβει. Στην συζήτηση στο τραπέζι μαθαίνουμε την άχρηστη πληροφορία της ημέρας, ότι δηλαδή το χωριό παράγει αγγούρια. Χορέψαμε μαλεβιζιώτη με δική μας αυτοσχέδια μέθοδο και ευτυχώς μες στον χαμό κανένας δεν κοιτούσε τα πόδια μας. Ο γάμος κράτησε μέχρι τις οχτώ, βέβαια εμείς φύγαμε κάπου στο ενδιάμεσο γιατί δεν την παλεύαμε άλλο από την κούραση. Θέλαμε να ξυπνήσουμε και το πρωί να πιούμε καφέ κάτω από τον πλάτανο.

Όλη μέρα τη βγάλαμε στη θάλασσα, εγώ μάζευα πετραδάκια και ο Αντώνης μάζευε το μαγιώ του που του το επαιρναν τα κύματα. Και όταν νύχτωσε και γέμισε ο ουρανός αστέρια εμένα με πιάσανε οι ρομαντισμοί και τον έβαζα να μου δείξει τους αστερισμούς έναν έναν. Όχι ότι τους ήξερε δηλαδή..
-Ρε μωρό μου κάτσε να ανοίξω λίγο το ipod να δω.
-Καλά είσαι βλάκας;;;
-Λοιπόν περίμενε να φωνάξω τον Γιώργο μήπως ξέρει.
Έρχεται ο Γιώργος.
-Γιώργο μήπως ξέρεις τους αστερισμούς;
-Καθήστε να ανοίξω λίγο το ipod. 
Άλλος από κει. Το ανοίγει το υψώνει προς τον ουρανό, και το μαραφέτι μας μαρκάρει τους αστερισμούς σε 3 απλές κινήσεις. Ρε τους κερατάδες, τι φτιάχνουν, θα έλεγε τώρα ο πατέρας μου.
Αφού εντυπωσιάστηκα κι εγώ είναι η αλήθεια. Κι αυτή η κόμη της Βερενίκης τι ήταν, μήτε που την είχα ξανακούσει. Θα κάτσω να μελετήσω τώρα. Μόνο την Μεγάλη Άρκτο ξέρω να ξεχωρίζω ο στούρνος.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Έμαθα πως είσαι manga

Πώς θα γίνει να πάρω την τσάντα από τα Κεμ; Δεν με πιάνει ύπνος τα βράδια...

Και στη δουλειά τώρα τελευταία έχουν λυσάξει οι Κινέζοι. Αγγλικά ότι να' ναι, αλλά παίρνουν τηλέφωνο να κλείσουν. Must προορισμός η Σαντορίνη. Και πώς να στα κλείσω ρε φίλε, αφού δεν υπάρχει συνεννόηση. Κάνεις συνέχεια ωωωωω και μετά λες κάτι ακαταλαβίστικα με παρήχηση του λάμδα και πάλι ωωωωω. Κλείστα από το ίντερνετ να τελειώνουμε. Εφιάλτης είσαι. Ονειρεύτηκα τις προάλλες volcanic ash στη Σαντορίνη. Να ακυρωθούν οι πτήσεις και να πρέπει να τους ενημερώσεις στα αγγλικά. Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Καλό μου ηφαίστειο, σε παρακαλώ πολύ, κοιμήσου για πάντα!!


Με βασανίζει και η σκέψη του μικρού λαμπραντόρ που πρέπει να γίνει δικό μου. Για όποιον δεν κατάλαβε, μιλάμε γι' αυτά τα μπεζουλί σκυλάκια που όλοι αγαπήσαμε στη διαφήμιση με τα κωλόχαρτα Κλίνεξ καπιτονέ. Για καπιτονέ απαλότητα και μοναδική απορροφητικότητα. Βέβαια έχω ήδη τον Φρεντάκο, αλλά να μην έχει κι αυτός παρέα; Σκυλο-βαριέται όλη μέρα να μην μιλάει σε σκύλο. Έπρηξα τον πατέρα μου, μου είπε "θα δούμε" και συνέχισε να διαβάζει την εφημερίδα του. Η μαμά μου αυτές τις μέρες είναι στο χωριό, οπότε της το ξεστόμισα τηλεφωνικώς και μου είπε "δώσε μου τον πατέρα σου ΤΩΡΑ". Δεν ξέρω τι επιχειρήματα είχε, αλλά εκείνος όσο τον έκραζε κρατούσε το ακουστικό σε απόσταση δέκα εκατοστών από το αυτί του και μετά της είπε ένα ξερό "καλά" και άλλαξαν θέμα. Είπαν για το καρπούζι. Γεμάτο κουκούτσια λέει.

Το άλλο Σάββατο Κρήτη, γάμος σε χωριό. Το γλέντι θα γίνει στην πλατεία του χωριού. Δεν ξέρω ποιοι παντρεύονται και θα πάω απρόσκλητη με άλλη παρέα, όπως έκαναν στο wedding crashers για να φάνε και να βρουν γκόμενες. Τώρα παρακολουθώ σοβαρά μαθήματα άνευ διδασκάλου στο youtube για να μάθω μαλεβιζιώτη. Αλλά με τέτοια βιντεάκια δεν παίζει. Χοχοχο. Όντως, ο άνθρωπος κάτι παίρνει. Μάλλον αύριο στο λάτιν θα πω στη δασκάλα να κάνουμε μια εξαίρεση και να χορέψουμε Ζωιδάκη μπας και ξεστραβωθώ. Μα να μην μπορώ να σούρω τα πόδια μου στο γάμο;


Επίσης. Γνώρισα έναν τύπο περίεργο που κυκλοφορεί με βέσπα. Με έκανε βόλτα και ήταν σούπερ. Φλας δεν είχαμε, άπλωνα τη χέρα μου. Του είπα ότι μοιάζει με Ιταλό. Μου είπε ότι μοιάζω με γιαπωνέζικο manga. Σας τα έλεγα εγώ, φτυστά είμαστε. Μαλλί καρμπόν σου λέω. Μεγάλα μάτια και μικρό στόμα. Ω, ναι. Κάπου από κει κρατάει η σκούφια μου. Στοίχημα.
 

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Ονειρευτείτε γιατί χανόμαστε

Καλημέρα. Ονειρεμένο καλοκαιρινό βράδυ, κοιμήθηκα σαν βόδι και τώρα σηκώθηκα και τρώω παστίτσιο κρύο από το ψυγείο για πρωινό, ποιος το ζεσταίνει τώρα...
Θα πάω για μπάνιο σε λίγο, λες να πάω στον πάτο;
Το πολύ να πλατσουρίζω πάλι στα ρηχά σαν τις γιαγιάδες. Και μιας και το ανέφερα, πήγα βόλτα στη γιαγιά προχτές. Είχα μήνες να πάω να τη δω, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν με ξέρει, οπότε κανένα πρόβλημα. Μπαίνω στο σπίτι και με κοιτάζει από πάνω ως κάτω:
-Χεχε, ποιο είναι το κοριτσάκι;;
Με λένε Γεωργία, της λέω.
-Κι εμένα!!! (Τυχαίο, δεν νομίζω)
Ο διάλογος επαναλήφθηκε περίπου 130 φορές.
Στο τέλος έδειξε σαν να με θυμήθηκε. Είμαι εγώ που παίζαμε μαζί αμάδες στο δρόμο.
Δεν ήξερα τι είναι οι αμάδες για να ανησυχήσω, μετά το γκουκλάρισμα ταράχτηκα.
Επειδή μου αρέσουν οι γλώσσες, η Λίντια, η Βουλγάρα που προσέχει τη γιαγιά, άρχισε να μου μαθαίνει χαιρετισμούς στα βουλγάρικα. Στραμπούληξα τη γλώσσα μου με το παχύ το s. Η γιαγιά βαρέθηκε τα ξενόγλωσσα μαθήματα και άρχισε παράπονα στον μπαμπά:
Γιαγιά: Πονάει το δόντι μου!
Μπαμπάς: Ποιο απ' τα δύο;;;
Ο σοβαρός διάλογος διακόπτεται από τις τουρμπίνες του αεροπλάνου μας και το κοιτάζω με νοσταλγία. Παραλίγο να μας σηκώσει τον ηλιακό θερμοσίφωνα - πέντε λεπτά από το αεροδρόμιο η τυχερή η γιαγιά. Τα κοιτάζει συνέχεια τα αεροπλάνα και χαιρετάει. Αυτή τη φορά χαιρέτησα κι εγώ. Η γιαγιά επιμένει ότι ο πιλότος μας είδε, και αναβόσβησε τα φώτα. Ήταν χαρούμενη και δεν της χάλασα το όνειρα. Ποια είμαι εγώ που θα της πω να μην ονειρεύεται αεροπλάνα;

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Κερνάω απόψε εγώ

Ήμουνα που λες στο αμάξι και ήταν στενός ο δρόμος, αλλά διπλής κατεύθυνσης, παρκαρισμένοι δεξιά και αριστερά (δικαιολογούμαι με κάθε μέσο), και τσουπ σφηνώνω με ένα σχολικό. Ε, πήγα δεξιά, πήγα δεξιά, δεξιά, και έλα δεξιά, έλα δεξιά, γκντουπ, έλα μαλάκω να δεις τι έκανες. Τον κοπάνησα τον παρκαρισμένο, και μάλιστα ήταν εκεί πιο δίπλα και καθόταν για καφέ. Έρχεται ο κύριος τρομοκρατημένος και του νιαουρίζω περιχαρής "Σας κέρασα κάτι γρατζουνιές κι ένα βαθούλωμα, αλλά μην ανησυχείτε θα σας δώσω τα στοιχεία μου". Νιαου. Κοιτάει από δω, κοιτάει από κει... "να πας στο καλό κορίτσι μου και να προσέχεις". Ευγενέστατος. Αναρωτιέμαι, αν είχα μούσια, θα μου έλεγε το ίδιο; Γυναίκες οδηγοί σου λέει μετά. Τι τα θέλω τα τιμόνια!

Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Φυσάει πολύ και μπαίνει κρύος ο βοριάς

Πρόβλημα νούμερο 1. Κάθε φορά που δουλεύω πρωί και πρέπει να ξυπνήσω στις 6, δεν φχαριστιέμαι ύπνο, γιατί φοβάμαι μήπως δεν ακούσω το ξυπνητήρι και στριφογυρίζω σαν σουβλάκι.
Πρόβλημα νούμερο 2. Παθαίνω το ίδιο και πριν από ταξίδι.
Πρόβλημα επακόλουθο. Το πρωί πάω στην Άνδρο. Τρεις και κάτι τη νύχτα, δεν μπορώ να προσδιορίσω αν διψάω ή αν κατουριέμαι. Καθώς αμφιταλαντεύομαι για να αποφασίσω, σηκώνομαι από το κρεβάτι και βλέπω φως στο γραφείο του μπαμπά. Βρυκολακιάζει γιατί έμαθε το google, πρόβλημα γενικότερο.

Ευχάριστες στιγμές στο λιμάνι της Ραφήνας, όπου μύριζε ψαρίλα, και τα μαλλιά της Νάντιας γέμισαν μυγάκια και φτερωτά μυρμήγκια. Ευχάριστες στιγμές και στην άφιξη στην Άνδρο, όπου μας περίμενε το ασπρουλί μας αυτοκίνητο. Το ξενοδοχείο μας ήταν παραδεισένιο. Για την ακρίβεια απευθείας σύνδεση με παράδεισο. Βρισκόταν στη στροφή μις καρμανιόλα 2011. Έβγαινες από την πόρτα και έπεφτες πάνω στη διπλή στροφή του δρόμου (πόσο στοιχίζει μια παράβαση του νόμου). Ρομαντικότατο κατά τα άλλα. Ασπρουλί, με κουνουπιέρες και τούλια. Είχε μείνει εκεί και ο αδερφός μου, όταν πήγαν εκδρομή με το μεταπτυχιακό και αναγκάστηκε να κοιμηθεί κάτω από τα τούλια με έναν μουσάτο συμφοιτητή του. Αφού τσακίσαμε τα welcome στραγάλια, βάλαμε τα μαγιό και φύγαμε για παραλία. Για κακή μου τύχη έσερνα στις διακοπές και την περίοδό μου. Και μου το διάβασε το ζώδιο η Νάντια, ακατάλληλη περίοδος για διακοπές. Ή μήπως ακατάλληλες οι διακοπές με περίοδο; Κάτι τέτοιο. Και το να πας τουαλέτα στο beach bar δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Διότι αυτοί εκεί νόμιζαν ότι κάτι πολύτιμο φυλούσαν στο wc τους και το κλειδαμπάρωναν. Το κλειδάκι έπρεπε να πηγαίνεις κάθε λίγο και λιγάκι να το ζητάς στο μπαρ. Απλούστατο. Για να ξέρουν όλοι πότε αλλάζεις ταμπόν ή πότε σε έχει πάει mayday mayday και θες να τα αμολήσεις να γλιτώσεις.



Παίξαμε με τη χρωματιστή μας αερόμπαλα, σαν πεντάχρονα.
Βουτήξαμε μέχρι το γόνατο, σαν γιαγιάδες.
Έπειτα ανεβήκαμε ραχούλες και φτάσαμε σε ένα εστιατόριο με θέα. Φάγαμε κόκκορα κοκκινιστό, χοιρινό και φρουτάλια τηγανισμένη σε λίπος γουρουνιού. Κάτι ελαφρύ τελοσπάντων. Μετά η Νάντια έκανε κι ένα τσιγάρο για να φράξει και την τελευταία αρτηρία που είχε απομείνει σε λειτουργία. Μας έφεραν για τη χώνεψη ένα γλυκό με προοπτικές αμυγδαλωτού, που τελικά απεδείχθη κουραμπιές.

Στα διακριτικά στροφιλίκια του δρόμου πηγαίναμε με δεύτερη και παρατηρούσαμε τα σπίτια και τις μάντρες από πέτρα. Πολλά είχαν και κάτι τρίγωνα σχέδια, βαθουλωτά, μάλλον θα είναι κάποια τεχνική του νησιού, αλλά η Νάντια προσπαθούσε να μας πείσει ότι είναι περιστερώνες. Η Πόπη δεν της είπε τίποτα για να μην της χαλάσει το όνειρο. Πίσω στη Χώρα, κάναμε βόλτα στα μαγαζάκια και στο μνημείο του αφανούς ναύτη. Ο ναύτης ήταν όντως αφανής, γιατί νυχτώνει και καμουφλάρεται στη μαύρη νύχτα, δεν βλέπεις τίποτα σου λέω. Πήραμε παγωτό από το περίπτερο, στο πόδι, γιατί η κοπελιά στο Haagen dazs αρνιόταν πεισματικά να μας πάρει παραγγελία για κανά μισάωρο. Μετά καθήσαμε για μπύρα. Το μαγαζί σέρβιρε μόνο bud και σε όποιον αρέσει.

Ετοιμαζόμαστε για ύπνο και τα κορίτσια θέλουν παραμύθι. Τους είπα ότι στο δάσος ήταν κάτι νεράιδες. Η πιο μεγάλη, η ασχημούλα, έφτιαξε μια τεράστια σκάλα, για να ανεβούν οι φίλοι της οι νάνοι στο φεγγάρι. Η Λευκή νεράιδα κάποτε μεταμορφώθηκε σε αηδόνι. Η Κόκκινη νεράιδα διάβασε ένα ξόρκι και έγινε  τοσοδούλα. Και η Γαλάζια νεράιδα πέθανε, καθώς προσπαθούσε να ζεστάνει τους φίλους της τους νάνους με την ανάσα της, ένα κρύο βράδυ του χειμώνα. Απ' ό,τι τους διηγήθηκα, αυτό το τελευταίο κράτησαν μόνο. "Τι παραμύθι είναι αυτό, που πεθαίνουν οι καλοί", είπε η Πόπη και μου γύρισε πλευρό. Κουκουλώνομαι και το βουλώνω. Άντε από δω που θέλετε και παραμύθια.

Μπάνιο γιοκ και την επόμενη μέρα, λόγω αέρα και κρύου. Φάγαμε κλαμπ σάντουιτς στο Κόρθι με συνοδεία ζεστού καφέ. Η Νάντια βούταγε μέσα τις πατάτες και έκανε παπάρα. Το αμάξι μας παρκαρισμένο απέναντι, είχε τη δροσερή ευωδιά της θάλασσας και το μαστίγωνε αλύπητα το κύμα. Ήμουνα που ήμουνα φρικιό, πήρε και το μαλλί μου την πινελιά του ανέμου και πέρασε ο παπάς κοιτώντας με τρομοκρατημένος. Η Πόπη μας έσερνε στης γριάς το πήδημα και κάναμε ελεύθερη κατάβαση με τη σαγιονάρα. Επέμενε ότι ο βράχος μοιάζει με γριά και της είπαμε ότι είναι ξεκάθαρο, αλλά ήταν απλά ένας βράχος. Μετά χοροπηδούσαμε για να βγάλουμε φωτογραφία στον αέρα και στις περισσότερες βγαίναμε στο έδαφος, αλλά η προσπάθεια μετράει, το είπε και ο Pierre de Coubertin μου φαίνεται.


Μας πήρε και μας σήκωσε ο αέρας. Μπάνιο με την καμία. Πάλι για καφέ καταλήξαμε. Από δίπλα ήταν κι ένας σκύλος, ο Μπατσής. Έτσι έλεγαν και έναν συμμαθητή μου στο σχολείο. Βέβαια, ο σκύλος μπορεί και να λεγόταν αλλιώς, αλλά εμείς ονοματίζαμε τους σκύλους ανάλογα με την περιοχή. Ο σκύλος που μας ακολουθούσε στη Χώρα πχ. λεγόταν Άνδρος. Πριν νυχτώσει, ξαναπήγαμε να δούμε τον καμουφλαρισμένο ναύτη. Και τον είδαμε, υπήρχε. Βγάλαμε κι εκεί φωτογραφίες, όπου έχουμε τα μαλλιά στη μούρη και κρατιόμαστε από το κάγκελο για να μην απογειωθούμε, η Πόπη κρατάει και τη φούστα που έχει γίνει αερόστατο. Πήραμε και κάτι δωράκια για τα παιδιά. Και στον μπαμπά μου μια μελιέρα, για να βγάζει το μέλι από το βάζο σωστά και να μην τον κοροϊδεύει η μαμά.

Την επομένη, το κλίμα ήταν πρωτότυπο. Φυσούσε και είχε κρύο. Κάναμε βόλτα στην πηγή, όπου μας την έπεσε μια που ήθελε να βγάλει φωτογραφίες με το κινητό της, αλλά δεν ήξερε πώς βγάζει φωτογραφίες. Μας είχε βάλει να το ψάχνουμε και δεν μας άφηνε να φύγουμε αν δεν τη φωτογραφήσουμε να πίνει νερό στη βρύση τη βουνίσια, κάτω απ' τη φλαμουριά. Εμείς οι καχύποπτες, νομίζαμε ότι μας απασχολεί για να μας ανοίξουν το αμάξι, αλλά τελικά απλώς ήταν πυροβολημένη. Αφού ξεμπερδέψαμε με την τρελή, πήγαμε βόλτα στο μοναστήρι. Και σαν να μην ήμασταν αρκετά σεμνά ντυμένες, φορέσαμε και κάτι μελιτζανί φούστες στην είσοδο, διακριτικότατες. Κι άλλα στροφιλίκια, κι άλλοι περιστερώνες. Και φτάσαμε κάποια στιγμή στο Μπατσί και πήγαμε να φάμε στου Γιαννούλη. Το σαγανάκι ήταν must. Τζατζίκι δεν πήραμε αυτή τη φορά, γιατί λυπηθήκαμε τους διπλανούς μας στο καράβι. Αυτοί πάλι δεν μας λυπήθηκαν καθόλου. Όταν μπήκαμε στο Ferry, η Νάντια πήγε να καθήσει στην καρέκλα, και όσο ήταν ακόμα στο αέρα της την τράβηξε μια κυρά λίγο πριν κάτσει τον κώλο της. Κι αντί να της πει συγνώμη την έβρισε κιόλας. Πεθάναμε στο γέλιο.

Κλείνω με αυτό το τραγουδάκι



Το καλοκαίρι άρχισε λέμε. Αφήστε την κλάψα.



Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Το βασίλειό μου για το βαλιτσάκι του Φόντα

Θυμάται κανείς που κυκλοφορούσε πριν καμιά εικοσαριά χρόνια αυτός ο Φόντας Ινδιάνος και σεϊχης και ξέρω γω τι, που τον ζωγράφιζες με απλές γραμμές; Αυτό το πετυχημένο βαλιτσάκι του τελεμάρκετιγκ; Ε, εμένα οι γονείς μου δεν μου το έπαιρναν, και μου έμεινε ψυχολογικό τραύμα. Δεν μου το έπαιρναν "γιατί ήξερα ήδη να ζωγραφίζω τέλεια". Ήμουν γεννημένη καλλιτέχνης.

Τεσσάρων χρονών και κάτι. Κλαίω και χτυπιέμαι στο σπίτι, γιατί ο αδερφός μου γράφτηκε στο νήπιο και κάθε πρωί εξαφανίζεται σε αυτό το πράγμα που λέγεται σχολείο και εγώ κάθομαι σπίτι μόνη μου. Στο τέλος τους κατάφερα και με έστειλαν κι εμένα μαζί, πριν της ώρας μου. Δύο φορές πήγα στο νήπιο, γι' αυτό και έγινα καλλιτέχνης. Ήμουν που λες εκεί μέσα η πιο μικρή και όταν παίζαμε μουσικές καρέκλες δεν προλάβαινα να καθήσω, οπότε προτιμούσα να πιάνω εκεί μια γωνίτσα και να ζωγραφίζω. Τα σπίτια που έφτιαχνα είχαν μόνο μία διάσταση. Ήταν τετράγωνα με τρίγωνη σκεπή. Αυτό με τη σκεπή δεν ξέρω γιατί συνέβαινε σε όλους μας, πάντως κανένα σπίτι δεν είχε ταράτσα. Και, παρότι μονοδιάστατα, μπορούσες να δεις και μέσα. Ένα τραπέζι με δύο καρέκλες και, must η λάμπα στο ταβάνι. Και για έναν περίεργο λόγο, εκεί στο κεραμιδόσπιτο, δεν έμεναν απλοί άνθρωποι. Έμεναν πριγκίπισσες. Με μακρύ ροζ φόρεμα και κορώνα. Σίγουρα κάπου υπήρχε και ένας ήλιος. Στον κήπο είχε λουλούδια, περίπου στο ίδιο ύψος με την πριγκίπισσα, αλλά και δέντρα, στο ίδιο ύψος με τα λουλούδια, άρα και με την πριγκίπισσα (α=β, β=γ, άρα α=γ). Τα αυτοκίνητα που έφτιαχνα ήταν τετραγωνισμένα, με ρόδες ακτινωτές, ποδηλάτου, και συνήθως είχαν και μια σημαία από πάνω - γιατί ήμουν παιδί με εθνική συνείδηση, ή μάλλον γιατί έτσι τα έκανε και ο αδερφός μου που τα έκανε όλα τέλεια.

Τα βράδια πήγαινα συνέχεια στο σπίτι της γιαγιάς. Έσερνα μαζί και ένα λούτρινο κουνέλι που είχα τότε, και που δεν μπορούσα να αποχωριστώ με τίποτα. Όνομα δεν είχε, κουνέλι το λέγαμε. Ερχόταν και ο θείος Γιώργος και καθόμασταν, ή μάλλον αυτοί κάθονταν και εγώ ζωγράφιζα πάλι. Και κάθε φορά, όταν έφευγε ο θείος Γιώργος, τον γέμιζα ζωγραφιές και του τις έδινα με το ζόρι. Έμενε μόνος, γυναίκα δεν είχε, παδιά, σκυλιά δεν είχε. Ή μάλλον σκυλί είχε, ένα αδέσποτο που είχε περιμαζέψει από τη γειτονιά για παρέα. Καλός άνθρωπος. Όταν δεν είχε λεφτά για φαγητό, έτρωγε αυτός ψωμί και στον σκύλο αγόραζε σουβλάκι - ενώ ο θείος Ιωσήφ από την άλλη, μια φορά που πεινούσε έφαγε τη σκυλοτροφή. Τελοσπάντων. Στο σπίτι του θείου Γιώργου δεν είχα πάει ποτέ, παρά μόνο όταν πέθανε, και είχε τις ζωγραφιές μου κολλημένες στον τοίχο πάνω από το κρεββάτι του. Το βρήκα πολύ συγκινητικό να έχει μοστράρει τα σπιτάκια μου και τις πριγκίπισσές μου. Ωραίο πράγμα να χαίρεται κανείς με παιδικές ζωγραφιές. Φαντάσου να ήξερα να ζωγραφίζω και τον Φόντα ινδιάνο δηλαδή.

Όποιος γνωρίζει που θα βρω το βαλιτσάκι του Φόντα να μου πει. Να φύγει και αυτό το μικρό παράπονο από την παιδική μου ηλικία. Το θυμήθηκα τώρα και όλο το βράδυ θα τον σκέφτομαι, θα ονειρεύομαι πως ζωγραφίζω τον Φόντα πιλότο με απλές γραμμές.
Πάω να κοιμηθώ στο παιδικό μου κρεββάτι.
27 χρονών μουλάρα.


Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Θα σαλτάρω

Χαμένη με τη Νάντια στον Άγιο Στέφανο.
Σταματάμε να ρωτήσουμε τον κύριο με το μωρό στο χέρι.
-Συγνώμη, πώς βγαίνουμε στη Λεωφόρο Μαραθώνος;
-Θα πάτε εδώ όλο ευθεία και μετά το φανάρι, θα δείτε μια ταβέρνα που λέγεται "Αστακός"
(τι να του πεις τώρα)
-Αστακός στην πεντελική κοινότητα;
-Βασικά παϊδάκια σερβίρει, δεν ξέρω γιατί λέγεται αστακός!
(δικαιολογήθηκε κιόλας)

Η Πένυ και ο Χρήστος έχουν πάει θερινό σινεμά στο κέντρο κι έχουν τα πράγματά τους κάτω στα πόδια τους. Ξαφνικά δονείται το κινητό του Χρήστου και αναβοσβήνει στην οθόνη Μάνα. Η Πένυ του ψιθυρίζει "έλα η μάνα σου" και του το βάζει στο αυτί.
-Έλα μάνα!
-Που είστε παιδί μου;
-Είμαστε σινεμά στο κέντρο.
-Τιιιι;; Να φύγετε από το κέντρο, γίνονται επεισόδια!!!! Ακούυυυυς;
Ρε συ Πένυ αυτή δεν ήταν η μάνα μου, ποιανού είναι το κινητό;;;;
Ξέρω γω, στο πάτωμα το είδα, κάτσε να το ξαναφήσω κάτω.
Και τώρα που είπαμε για θερινό, κάπου πήρε το αυτί μου ότι παίζουν τη ζωή του Μπράιαν σε ένα στο κέντρο.
Excuse me. Are you the Judean People's Front?
Fuck off! We're the People's Front of Judea.