Πολύ καθισιό αυτές τις μέρες. Είχα χρωστούμενη άδεια και την πήρα με το ζόρι, έχω λιώσει στο Petville, στο Yoville και σε όλα τα εις -βιλ. Εννοείται ότι από 15-20 Νοέμβρη έβαλα και τη φωτογραφία του αγαπημένου παιδικού ήρωα Μελένιου, θεέ μου δεν μπορώ να αντέκθω τόθη ομορφιά.
Πήγαμε και λίγο Κολωνάκι χτες βράδυ, ξέρεις, για ψώνια. Αλλά ρε συ πολύ ψώνια, τι να ψωνίσουμε; Πάλι στο δικαστήριο club θα καταλήξουμε μου φαίνεται, εκεί τουλάχιστον κουνιόμαστε και τραγουδάμε και κανάν Βασιλείου άμα λάχει. Μπες μες στο καμπριολέ, πάμε για κανάν καφέ, μπες μπες μπες μπες μπες (εφέ repeat για να γουστάρεις, λέγε γουστάρεις;). Κάναμε και πάρτι έκπληξη στο σπίτι της Έρης την Κυριακή. Δεν ξέρω γιατί το κάναμε ακριβώς. Εγώ ήμουνα σίγουρη ότι το πάρτι γινότανε για τα γενέθλια του Σπύρου, αλλά όταν σβήσαμε τα φώτα, αρχίσαν όλοι να αγκαλιάζουν τη Ζωή. Μάλλον το κάναμε επειδή η Ζωή φεύγει για Κρήτη. Εγώ όμως που ζω σε παράλληλο σύμπαν είπα στον Σπύρο να τα εκατοστήσει κι ας γιορτάζει σε μια βδομάδα.
Ε κανάν καφέ, καμιά βόλτα, πήγαμε και σινεμά Δευτέρα βράδυ να δούμε το Social Network, μόνοι μας ήμασταν στην αίθουσα. Καλά, ήταν και μια γιαγιά, ή μπορεί και παππούς, ήταν απροσδιορίστου φύλου, είχε και σκοτάδι. Πριν ξεκινήσει θυνήθηκα να πάρω τον καθηγητή Ισπανικών που είχα βρει στη Χρυσή Ευκαιρία. Το σήκωσε ο ανθρωπάκος και τον πήρα μονότερμα. Ενδιάμεσα σ' αυτόν τον λογοχείμαρρο (με δύο ρου ή με δύο μι;) ακουγόταν ένα ξεψυχισμένο ναι ανά 10 δευτερόλεπτα περίπου. Αρχικά τον πέρασα για βλαμμένο. Μετά σκεφτόμουνα ότι μπορεί ο κακομοίρης την ώρα που πήρα να έτρωγε, να έχεζε, να έβλεπε τη Σπιναλόγκα και να τον ξύνανε οι πληγές του βρε αδερφέ. Πάντως ας πούμε ότι συνεννοηθήκαμε.
Η ταινία συμπαθητική ήταν, ο Mark Zuckerberg ήταν λίγο άσχημος, αλλά και ο πραγματικός δεν είναι και κουκλί ζωγραφιστό. Τέλοσπάντων, σχολιάσαμε μετά την ταινία τρώγοντας cheeseburger. Μάλιστα την ώρα που ήμουνα στο ταμείο και περίμενα την coca cola και το αργκουντάκι, ένα παιδί που ήταν δίπλα μου μου έτρωγε τις πατάτες από το δίσκο με τις χερούκλες. Του λέω "συγνώμη κιόλας, αλλά μπορείς να μην μου τρως τις πατάτες;;;" Κι αυτός γύρισε έντρομος στον φίλο του και του λέει "Μαλάκα, ποιός είναι ο δικός σου δίσκος;;;" Οι πατάτες λοιπόν ήταν λειψές και σιχαμένες και το αργκουντάκι τάρανδος με μπλουζάκι Ρουβά. Πολύ μπροστά!
Τον Ισπανό σήμερα στο μάθημα τον αποτρελλάναμε. Τον κεράσαμε εκεί κι έναν καφέ ξεροσφύρι, και μάλιστα γαλλικό, γιατί η Μαρία -άκουσον άκουσον- δεν είχε καπουτσινιέρα. Ούτε νερό δεν του βάλαμε, κάθε λίγο που κοράκιαζε σηκωνότανε κι έβαζε μόνος του. Ήπια κι εγώ τον εκατοστό καφέ της εβδομάδας. Θα πάθουν τα νέυρα μου ως το Σάββατο που θα γυρίσω στη δουλίτσα. Από 20-25 Νοέμβρη βάζουμε τη φωτογραφία της δουλειάς μας στο προφίλ μας. Σκοπός αυτού του παιχνιδιού είναι να μετράμε τις μέρες αντίστροφα εμείς οι ανώμαλοι. Astakoulis likes this.
Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010
Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010
Οι κόκκινες γόβες
Σάββατο βράδυ πήγαμε να δούμε τη Φουρκέτα. Μην ψάχνεις τι σχέση έχει ο τίτλος με τη σαββατιάτικη έξοδο, απλώς ήθελα να σας πω ότι πήρα κάτι κόκκινες γόβες και δεν κολλούσε πουθενά.
Πήρα λοιπόν το μετρό, σταμάτησα στο Σύνταγμα και περπάτησα μέχρι το Θησείο για να συναντήσω τον Κωνσταντίνο. Ε είπα να περπατήσω και λίγο, όλη τη μέρα στην καρέκλα είμαι. Επηρεάστηκα και από έναν γνωστό. Πήρε λέει προσωπική γυμνάστρια. Για 50 ευρώ την ώρα, τον έβαζε να κάνει τα ζωάκια. πχ. το βατραχάκι. Καθόμαστε σαν τον βάτραχο και χοροπηδάμε μέχρι την άκρη του δωματίου και πάλι πίσω. Ή το καβουράκι. Προχωράμε την ίδια διαδρομή πλαγίως. Ρε συ, δεν μου δίνεις 30 να σου βελάζω εγώ;
Τελοσπάντων, φτάνω στο Σύνταγμα και κατά την έξοδο στην κυλιόμενη σκάλα, ακούω πίσω μου αυτή την ενδιαφέρουσα συζήτηση:
Αυτός: Κάνεις γενικά παρέα με άντρες;
Αυτή: Να σου πω, ενώ με τους άντρες σαν φίλους τα πηγαίνω πάρα πολύ καλά, όσον αφορά τη σχέση μου....
Αυτός: ΠΡΟΤΙΜΑΣ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ;;;
Αυτή: Σσσσσ!! Τι φωνάζεις παιδάκι μου μες στον κόσμο, εννοούσα ότι στις σχέσεις μου οι άντρες δεν μου φέρονται καλά!!
Βγαίνω από το μετρό κρυφογελώντας και περπατάω πιο κάτω για να συναντήσω τον Κωνσταντίνο, ο οποίος ήρθε φτιαγμένος. Εγώ όταν του είπα να έρθει φτιαγμένος εννοούσα να ντυθεί καλά για το θέατρο, όχι να κοπανήσει πρώτα σαμπάνιες στο Doors. Λάθος συνεννόηση τελοσπάντων. Χικ. Η Καβογιάννη αξιολάτρευτη -χικ. Να μην σας πω παραπάνω, φαντάζομαι όλοι θυμόμαστε φανταστικές ατάκες από Κορίνα-ιερόδουλη στα Εγκλήματα.
Σωσώ: Πουτάνα!!
Κορίνα: Ναι?
Η κοπέλα που τραγουδούσε πολύ καλή επίσης, αν θέλετε να τις κόψουμε παρέα μπορείτε να γκουγκλάρετε Βικτώρια Ταγκούλη...
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Για μια βαφή και ένα αυτοκίνητο
Έβαψα τις προάλλες το μαλλί μου μαύρο. Από λάθος υπολογισμό στον καθρέφτη, βάφτηκε και το μέτωπο και τα αυτιά.
Είχα διαβάσει ότι η βαφή βγαίνει από το δέρμα με στάχτη από τσιγάρο. Εγώ δεν καπνίζω, αλλά έτυχε να έχω κάτι τσιγάρα που είχε ξεχάσει στο σπίτι μου μια φορά η Νάντια πριν κάτι μήνες. Οκ, μπορεί και να μην τα ξέχασε, μπορεί και να της τα βούτηξα για να μην τα καπνίσει. Πάντως τα είχα στο συρτάρι. Παίρνω που λες τον αναπτήρα και πάω να το ανάψω. Είμαι τόσο άσχετη που νόμιζα ότι το τσιγάρο θα ανάψει μόνο του σαν καυσόξυλο, δεν το είχα καταλάβει ότι έπρεπε να ρουφήξω.
Όντας ανίδεη, πηγαίνω στον αδερφό μου, ο οποίος το έχει κόψει από πέρυσι.
-Ηλία θα ρουφήξεις λίγο να ανάψουμε το τσιγάρο;
-Εγώ δεν ξαναβάζω τσιγάρο στο στόμα μου, ξέχασέ το.
Τον πατέρα μου εννοείται ότι τον αποκλείουμε μετά το τετραπλό μπαι πας.
-Μαμά μπορείς να ρουφήξεις λίγο το τσιγάρο;
-Τι λες παιδάκι μου, θες να το ξαναρχίσω τώρα σε τέτοια ηλικία; Ρούφα το εσύ.
-Ρε μάνα δεν ξέρω να το ρουφήξω, θα πνιγώ.
-Δεν θα το κατεβάσεις παιδί μου, άναψέ το και φύσα αμέσως έξω.
-Δεν ντρέπεσαι, θες να αρχίσω το κάπνισμα στα 27 μου μετά από προτροπή των γονιών μου; Θα σας βγάλω στα κανάλια, θα σας πάω στα παρατράγουδα.
Αποφασίσαμε να κάνουμε κλήρωση για το ποιός θα ρουφήξει το τσιγάρο -δίκαια πράγματα- ναι είμαστε γελοίοι οικογενειακώς, το ξέρω! Κι ο κλήρος πέφτει στη μανούλα, που ήταν σαν πριγκίπισσα, σαν σκυλόψαρο, σαν δεν ξέρω κι εγώ τι, πάντως το άναψε και έτσι πήρα τη στάχτη και τρίφτηκα με μανία, μύριζα σαν να κυλιόμουνα στο τζάκι.
Σαν άλλη σταχτομπούτα, πήγα να βρω τον πρίγκιπα Μανώλη για να πάμε βόλτα στην ακροθαλασσιά γιατί είμαστε και ρομαντικοί Νοέμβρη μήνα. Ευτυχώς ήταν νωρίς γιατί αν μας έπιαναν μεσάνυχτα θα έπρεπε να παρατήσω τη μια μου μπότα μέσα στο σμαρτάκι του και αυτός να γυρνάει την Πάρνηθα για να βρει ποια λεπτεπίλεπτη πριγκίπισσα φοράει μπότες νούμερο 40.
Αλλά το μεγάλο πρόβλημα ήταν άλλο. Έχεις ακούσει το δεν το ξανακάνω σε οτομπιάνκι; Ε κάτι παρόμοιο, αλλά με σμαρτάκι. Δεν είχαμε και πολλές δυνατότητες, αφού πίσω κάθισμα έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε. Πας να ανέβεις πάνω στον καλό σου και όσο αγωνίζεσαι να περάσεις τον πόδα σου από πάνω του για να καθίσεις σαν άνθρωπος, πατάς την κόρνα με την πλάτη, αλλάζεις ταχύτητες με το αριστερό πόδι, το δεξί σου πόδι έχει σφηνώσει κάπου μεταξύ πόρτας και καθίσματος και δεν πάει πουθενά και το κεφάλι σου κουτουλάει ρυθμικά στην οροφή. Συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει περίπτωση να συνεχίσεις έτσι και πας τουλάχιστον να ανοίξεις λιγουλάκι την πόρτα μπας και ξεσφηνώσετε κάπως. Και τότε έρχεται το δεύτερο πρόβλημα, το φωτάκι δεν σβήνει με κανέναν τρόπο όταν η πόρτα δεν είναι καλά κλειστή. Αρχίζουμε να κάνουμε πειράματα, να περιμένουμε μπας και θέλει τον χρόνο του, να ψάχνουμε στην πόρτα για να βρούμε την εγκοπή που κλείνει και να το κοροιδέψουμε, να καλύψουμε το φωτάκι με το σουτιέν ή ακόμα καλύτερα να το σπάσουμε και να ησυχάσουμε.
Και μετά έρχεται και η ερώτηση-κερασάκι στην τούρτα.
ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;;;;
Ε μα αγάπη μου αν δεν διπλωθώ στα τέσσερα, δεν γεμίσω μελανιές από το χειρόφρενο, δεν στραβολαιμιάσω ως τα πρόθυρα του λουμπάγκο δεν το φχαρισιστιέμαι. ΤΕΛΟΣ.
Είχα διαβάσει ότι η βαφή βγαίνει από το δέρμα με στάχτη από τσιγάρο. Εγώ δεν καπνίζω, αλλά έτυχε να έχω κάτι τσιγάρα που είχε ξεχάσει στο σπίτι μου μια φορά η Νάντια πριν κάτι μήνες. Οκ, μπορεί και να μην τα ξέχασε, μπορεί και να της τα βούτηξα για να μην τα καπνίσει. Πάντως τα είχα στο συρτάρι. Παίρνω που λες τον αναπτήρα και πάω να το ανάψω. Είμαι τόσο άσχετη που νόμιζα ότι το τσιγάρο θα ανάψει μόνο του σαν καυσόξυλο, δεν το είχα καταλάβει ότι έπρεπε να ρουφήξω.
Όντας ανίδεη, πηγαίνω στον αδερφό μου, ο οποίος το έχει κόψει από πέρυσι.
-Ηλία θα ρουφήξεις λίγο να ανάψουμε το τσιγάρο;
-Εγώ δεν ξαναβάζω τσιγάρο στο στόμα μου, ξέχασέ το.
Τον πατέρα μου εννοείται ότι τον αποκλείουμε μετά το τετραπλό μπαι πας.
-Μαμά μπορείς να ρουφήξεις λίγο το τσιγάρο;
-Τι λες παιδάκι μου, θες να το ξαναρχίσω τώρα σε τέτοια ηλικία; Ρούφα το εσύ.
-Ρε μάνα δεν ξέρω να το ρουφήξω, θα πνιγώ.
-Δεν θα το κατεβάσεις παιδί μου, άναψέ το και φύσα αμέσως έξω.
-Δεν ντρέπεσαι, θες να αρχίσω το κάπνισμα στα 27 μου μετά από προτροπή των γονιών μου; Θα σας βγάλω στα κανάλια, θα σας πάω στα παρατράγουδα.
Αποφασίσαμε να κάνουμε κλήρωση για το ποιός θα ρουφήξει το τσιγάρο -δίκαια πράγματα- ναι είμαστε γελοίοι οικογενειακώς, το ξέρω! Κι ο κλήρος πέφτει στη μανούλα, που ήταν σαν πριγκίπισσα, σαν σκυλόψαρο, σαν δεν ξέρω κι εγώ τι, πάντως το άναψε και έτσι πήρα τη στάχτη και τρίφτηκα με μανία, μύριζα σαν να κυλιόμουνα στο τζάκι.
Σαν άλλη σταχτομπούτα, πήγα να βρω τον πρίγκιπα Μανώλη για να πάμε βόλτα στην ακροθαλασσιά γιατί είμαστε και ρομαντικοί Νοέμβρη μήνα. Ευτυχώς ήταν νωρίς γιατί αν μας έπιαναν μεσάνυχτα θα έπρεπε να παρατήσω τη μια μου μπότα μέσα στο σμαρτάκι του και αυτός να γυρνάει την Πάρνηθα για να βρει ποια λεπτεπίλεπτη πριγκίπισσα φοράει μπότες νούμερο 40.
Αλλά το μεγάλο πρόβλημα ήταν άλλο. Έχεις ακούσει το δεν το ξανακάνω σε οτομπιάνκι; Ε κάτι παρόμοιο, αλλά με σμαρτάκι. Δεν είχαμε και πολλές δυνατότητες, αφού πίσω κάθισμα έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε. Πας να ανέβεις πάνω στον καλό σου και όσο αγωνίζεσαι να περάσεις τον πόδα σου από πάνω του για να καθίσεις σαν άνθρωπος, πατάς την κόρνα με την πλάτη, αλλάζεις ταχύτητες με το αριστερό πόδι, το δεξί σου πόδι έχει σφηνώσει κάπου μεταξύ πόρτας και καθίσματος και δεν πάει πουθενά και το κεφάλι σου κουτουλάει ρυθμικά στην οροφή. Συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει περίπτωση να συνεχίσεις έτσι και πας τουλάχιστον να ανοίξεις λιγουλάκι την πόρτα μπας και ξεσφηνώσετε κάπως. Και τότε έρχεται το δεύτερο πρόβλημα, το φωτάκι δεν σβήνει με κανέναν τρόπο όταν η πόρτα δεν είναι καλά κλειστή. Αρχίζουμε να κάνουμε πειράματα, να περιμένουμε μπας και θέλει τον χρόνο του, να ψάχνουμε στην πόρτα για να βρούμε την εγκοπή που κλείνει και να το κοροιδέψουμε, να καλύψουμε το φωτάκι με το σουτιέν ή ακόμα καλύτερα να το σπάσουμε και να ησυχάσουμε.
Και μετά έρχεται και η ερώτηση-κερασάκι στην τούρτα.
ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ;;;;
Ε μα αγάπη μου αν δεν διπλωθώ στα τέσσερα, δεν γεμίσω μελανιές από το χειρόφρενο, δεν στραβολαιμιάσω ως τα πρόθυρα του λουμπάγκο δεν το φχαρισιστιέμαι. ΤΕΛΟΣ.
Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010
Από που πας; Από κει! Κι εγώ από κει πάω, πάμε μαζί!
2005. Ο Κωνσταντίνος αγοράζει ανυποψίαστος ένα μουχλιασμένο τυρί και αποφασίζει να καταγγείλει το γεγονός στο κέντρο προστασίας καταναλωτών.
2010. Μετά από πέντε χρόνια, κατά τα οποία η εν λόγω εταιρεία κυκλοφορεί ανενόχλητη κεφαλοτύρι υπό μορφή ροκφόρ και σκορπίζει δηλητηριάσεις, ο Κωνσταντίνος λαμβάνει κλήση για κατάθεση και ούτε καν θυμάται την υπόθεση.
Όταν μου πρότεινε να πάμε μαζί την Παρασκευή στο δικαστήριο, νόμιζα ότι έλεγε για το καταγώγι στην Πετρούπολη και άρχισα να δοκιμάζω τα λαμέ μου τραγουδώντας Τερλέγκα. Η χαρά μου κόπηκε όταν μου είπε ότι θα ξυπνήσουμε από τις έξι το πρωί. Μα καλά τόσο after είναι;
Αντικρίζοντας τα κτίρια των δικαστηρίων στην Ευελπίδων, ο Κωνσταντίνος νόμιζε ότι ανακάλυψε το στρουμφοχωριό. Ω, πόσο σας μισώ απαίσιοι δικαστές! Με βάλατε να πάρω άδεια από τη δουλίτσα μου και να τρέχω πρωί πρωί στο κέντρο! Ευτυχώς στην είσοδο του στρουμφοχωριού μας έκαναν έλεγχο χειραποσκευών και κάπως συνήλθαμε - είδες εξέλιξη τα στρουμφ; Βρήκαμε το μανιτάρι νούμερο 5, και καθήσαμε στην αίθουσα να περιμένουμε τη σειρά μας, η οποία δεν θα έφτανε ποτέ, γιατί ήταν το νούμερο 54. Μέσος όρος ηλικίας εναγόντων 65. Μέχρι να φτάσουμε στο νούμερο 30, είχαμε ακούσει παρεμφερείς ιστορίες για μουχλιασμένα αυγά, σπανάκια με ποντίκια, γάλα με επιπλέουσα χαρτοπετσέτα και ένα κομμάτι ξύλο δώρο, χαλασμένα λουκάνικα Fra (Φρανκφούρτη σε αεροπορικό τριγράμματο). Χαλασμένα χταπόδια, μαριδίτσες, καλαμαράκια, ρομάντζες, το κυματάκι κι έρχονται τα κακόμοιρα τα άστεγα. Άστεγα; Ποιά άστεγα; Τα ζευγαράκια, κύριε πρόεδρε. Ξαπλώνουν στα βοτσαλάκια τους, κάνουν τα μπανάκια τους και ούτω καθεξής. Γύλος. Ιστορικές ατάκες, ιστορικές στιγμές.

Ο Πρόεδρος λίγο μπούλης, αλλά γλυκούλης, τον συμπάθησα. Ο γραμματέας είχε βαρεθεί τη ζωή του και ατένιζε το μέλλον, σκεφτόταν που θα πάει το σουκού ή τι θα φάει το μεσημέρι ή αν ξέχασε το θερμοσίφωνα αναμμένο. Αναγκαζόταν ο κακομοίρης να κρατάει σημειώσεις παρά τη θέλησή του. Γραμματεύς... γράψε. Σπαγγελοδη... Σπανοβαγγελονικολόπουλος Δημήτριος... Σπανοβαγγελοδημήτρης Νικόλας του Νικόλα. Ο δε εισαγγελέας έδειχνε ότι πρόσεχε και στο τέλος έκανε σε όλους την ίδια ερώτηση-κλειδί: Οι συνθήκες ψύξης ήταν κατάλληλες;;;;
Εννοείται ότι δεν φτάσαμε ποτέ στο νούμερο 54, πράγμα που σημαίνει ότι τζάμπα ξυπνήσαμε πρωί πρωί και ότι θα ξαναπάμε και του χρόνου. Τώρα όμως ξεψαρώσαμε. Θα πάμε μετά τις 12 το μεσημέρι και θα ξέρουμε πλέον την ερώτηση SOS Οι συνθήκες ψύξης ήταν κατάλληλες; Αν έχει αλλάξει ο εισαγγελέας μπορεί να ρωτήσουν τίποτα άλλο για να μας δοκιμάσουν, αλλά ευελπιστούμε (ευελπίδων γαρ) να είναι βατά τα θέματα Δεν ξέρω γιατί μιλάω σε πληθυντικό αριθμό, εγώ για θεατής πήγα, απλά με συνεπήρε το όλο κλίμα. Εννοείται ότι θα πάω και του χρόνου για παρέα, καλέ ήταν πολύ ωραία εκεί! Προτείνω να μπει στο επόμενο τεύχος του Exodos.
2010. Μετά από πέντε χρόνια, κατά τα οποία η εν λόγω εταιρεία κυκλοφορεί ανενόχλητη κεφαλοτύρι υπό μορφή ροκφόρ και σκορπίζει δηλητηριάσεις, ο Κωνσταντίνος λαμβάνει κλήση για κατάθεση και ούτε καν θυμάται την υπόθεση.
Όταν μου πρότεινε να πάμε μαζί την Παρασκευή στο δικαστήριο, νόμιζα ότι έλεγε για το καταγώγι στην Πετρούπολη και άρχισα να δοκιμάζω τα λαμέ μου τραγουδώντας Τερλέγκα. Η χαρά μου κόπηκε όταν μου είπε ότι θα ξυπνήσουμε από τις έξι το πρωί. Μα καλά τόσο after είναι;
Αντικρίζοντας τα κτίρια των δικαστηρίων στην Ευελπίδων, ο Κωνσταντίνος νόμιζε ότι ανακάλυψε το στρουμφοχωριό. Ω, πόσο σας μισώ απαίσιοι δικαστές! Με βάλατε να πάρω άδεια από τη δουλίτσα μου και να τρέχω πρωί πρωί στο κέντρο! Ευτυχώς στην είσοδο του στρουμφοχωριού μας έκαναν έλεγχο χειραποσκευών και κάπως συνήλθαμε - είδες εξέλιξη τα στρουμφ; Βρήκαμε το μανιτάρι νούμερο 5, και καθήσαμε στην αίθουσα να περιμένουμε τη σειρά μας, η οποία δεν θα έφτανε ποτέ, γιατί ήταν το νούμερο 54. Μέσος όρος ηλικίας εναγόντων 65. Μέχρι να φτάσουμε στο νούμερο 30, είχαμε ακούσει παρεμφερείς ιστορίες για μουχλιασμένα αυγά, σπανάκια με ποντίκια, γάλα με επιπλέουσα χαρτοπετσέτα και ένα κομμάτι ξύλο δώρο, χαλασμένα λουκάνικα Fra (Φρανκφούρτη σε αεροπορικό τριγράμματο). Χαλασμένα χταπόδια, μαριδίτσες, καλαμαράκια, ρομάντζες, το κυματάκι κι έρχονται τα κακόμοιρα τα άστεγα. Άστεγα; Ποιά άστεγα; Τα ζευγαράκια, κύριε πρόεδρε. Ξαπλώνουν στα βοτσαλάκια τους, κάνουν τα μπανάκια τους και ούτω καθεξής. Γύλος. Ιστορικές ατάκες, ιστορικές στιγμές.

Ο Πρόεδρος λίγο μπούλης, αλλά γλυκούλης, τον συμπάθησα. Ο γραμματέας είχε βαρεθεί τη ζωή του και ατένιζε το μέλλον, σκεφτόταν που θα πάει το σουκού ή τι θα φάει το μεσημέρι ή αν ξέχασε το θερμοσίφωνα αναμμένο. Αναγκαζόταν ο κακομοίρης να κρατάει σημειώσεις παρά τη θέλησή του. Γραμματεύς... γράψε. Σπαγγελοδη... Σπανοβαγγελονικολόπουλος Δημήτριος... Σπανοβαγγελοδημήτρης Νικόλας του Νικόλα. Ο δε εισαγγελέας έδειχνε ότι πρόσεχε και στο τέλος έκανε σε όλους την ίδια ερώτηση-κλειδί: Οι συνθήκες ψύξης ήταν κατάλληλες;;;;
Εννοείται ότι δεν φτάσαμε ποτέ στο νούμερο 54, πράγμα που σημαίνει ότι τζάμπα ξυπνήσαμε πρωί πρωί και ότι θα ξαναπάμε και του χρόνου. Τώρα όμως ξεψαρώσαμε. Θα πάμε μετά τις 12 το μεσημέρι και θα ξέρουμε πλέον την ερώτηση SOS Οι συνθήκες ψύξης ήταν κατάλληλες; Αν έχει αλλάξει ο εισαγγελέας μπορεί να ρωτήσουν τίποτα άλλο για να μας δοκιμάσουν, αλλά ευελπιστούμε (ευελπίδων γαρ) να είναι βατά τα θέματα Δεν ξέρω γιατί μιλάω σε πληθυντικό αριθμό, εγώ για θεατής πήγα, απλά με συνεπήρε το όλο κλίμα. Εννοείται ότι θα πάω και του χρόνου για παρέα, καλέ ήταν πολύ ωραία εκεί! Προτείνω να μπει στο επόμενο τεύχος του Exodos.
Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010
Arrivederci Roma, it's time for us to part!
Ο καφές στο Βενιζέλο περιμένοντας τον Κωνσταντίνο μου βγήκε από τη μύτη. Πάνω που πήρα τον ωραίο μου καπουτσίνο και έκατσα την κωλάρα μου στο τραπέζι, να' σου πετιέται ένας τρελάρας, βρίζει όσους συναντάει στο διάβα του και έρχεται και κατσικώνεται δίπλα μου.
-Σε πειράζει που έκατσα μαζί σου;
-Ε δεν είναι και το καλύτερο μου..
-Γιατί εεεε…εεπειδή είμαι..είμαι… νευρικός; Να φφφφύγω;?
Για να δείτε τι καλός άνθρωπος είμαι έφυγα εγώ! Καπουτσίνο στο χέρι και αρχίζω να περιφέρομαι με τη βαλίτσα μου, με τα πόδια να πατάνε Αθήνα και τη σκέψη να περιφέρεται κάπου στη Via del Corso, στο μαγαζί με τα λαχανί στριγκ και στο ζαχαροπλαστείο του Carmignani. Ξέχασα να σας πω ότι είχαμε αποφασίσει εκ των προτέρων να μην δούμε κανένα μουσείο και αξιοθέατο, αφού εγώ τα είχα χιλιοδεί σαν φοιτήτρια και ο Κωνσταντίνος σαν καμένος ταξιδιώτης στο έλεος του μπλε γλάρου.
Όταν φτάσαμε στη Ρώμη, βρήκαμε έναν μαφιόζο ταρίφα, τον Ρομπέρτο, ο οποίος μας πήγε στο ξενοδοχείο και μας είπε εξαρχής ότι θα μας γδύσει (ήταν κύριος, δεν μπορώ να πω). Το ξενοδοχείο που λέτε ήταν λίγο μακριά, αλλά ήταν ωραίο και γεμάτο μυρωδιές. Ο διάδρομος για παράδειγμα μύριζε ξίδι και το δωμάτιο χλωριούχο ροδάκινο. Ξεκουραστήκαμε λίγο και, ακριβώς ένα βήμα πριν την ασφυξία, είπαμε να κατεβούμε προς το κέντρο. Το γκομενάκι στη ρεσεψιόν, ονόματι Amadeus ή κάτι τέτοιο λατινογενές, μας πρότεινε να πάρουμε το βανάκι του ξενοδοχείου. Υποστήριζε ότι είναι γεμάτο, ενώ καθημερινά ήμασταν οι μοναδικοί επιβάτες και ο οδηγός μας έλεγε χαμογελαστός buongiorno και από μέσα του vaffanculo, γιατί τον βάζαμε να ετοιμάζει ταξίδια μοναχά για πάρτη μας. Στο κέντρο ξεποδαριστήκαμε, αφού ο Κωνσταντίνος έβαλε στόχο να κάνει το γύρο της Ρώμης σε 80 ώρες. Σαν εναλλακτικά αξιοθέατα, είδαμε τη φίλη μου τη Manuela, τον Michael Jackson να χορεύει στην αρχαία αγορά, τον κήπο με τις πορτοκαλιές όπου χαλβαδιάζονταν ζευγαράκια και τον Άγιο Πέτρο από την κλειδαρότρυπα. Παρόλο που ταράξαμε τον cappuccino και τον espresso, το βράδυ κοιμηθήκαμε σαν μούσχαροι και ξυπνήσαμε για να δούμε το αντίστοιχο Ερωτοδικείο του Rai1: Τη λυπηρή υπόθεση του 22χρονου φοιτητή μηχανολογίας που σπούδαζε στο Τορίνο και η μάνα του τού έστελνε 800 ευρώ το μήνα, μέχρι τη στιγμή που ερωτεύτηκε μια κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερη με ένα πεντάχρονο παιδί στην αγκαλιά, οπότε άρχισε να δουλεύει σε ένα μπαρ για να τη συντηρήσει και έμεινε πίσω στο πτυχίο του. Η μάνα του, από την κακία της, του μείωσε το έμβασμα στα 200 ευρώ. Μια σοβαρή κατάσταση θέλει και σοβαρή λύση, πήγαν λοιπόν στο Ερωτοδικείο και, μετά την απόφαση του δικαστή ενώπιον όλης της Ιταλίας, υποχρέωσαν τη μάνα να σκάει και τα υπόλοιπα 600, για να βοηθήσει το παιδί στη νέα του ζωή. Ο Κωνσταντίνος ψέλλιζε τρομοκρατημένος Συγνώμη κι αν αυτή δεν θέλει να τα δώσει;
Θα τα δώσει με το ζόρι, ερωτοδικεία δεν μου ήθελε;;;;
Ξαναπήραμε το βανάκι για να κατεβούμε στο κέντρο και διαπιστώσαμε ότι κάθε φορά ο οδηγός ήταν ο ίδιος, ο οποίος είχε βάρδια 20 ώρες τη μέρα. Συνεχίσαμε να περπατάμε για πάντα, με απώτερο στόχο να διασχίσουμε κατά μήκος όλο τον Τίβερη (ιδέα του Κωνσταντίνου ήτανε). Κοράκιασα κι έψαχνα απεγνωσμένα νερό για καμιά ώρα, ενώ δίπλα μου είχα ολόκληρο ποτάμι. Αργότερα πήγαμε και στο Rinascente, το γνωστό εμπορικό κέντρο, το οποίο ωχριούσε μπροστά στην ομορφιά του Τίβερη και το οποίο, σε αντίθεση με το ποτάμι, περπατιόταν μόλις σε 7 λεπτά.
Φάγαμε μακαρόνια σε κάτι άλλους μαφιόζους από τη Νάπολη -πρωτότυπο- και μετά αποχωρίστηκα τον έρωτά μου που έφερνε σβούρες ακούραστα, για να πάω για τσάι με τη Manuela. Περάσαμε πρώτα από τη μπουτίκ της Roma για το δώρο του Μανώλη που ζει μόνο για το ποδόσφαιρο και απεχθάνεται τα χρωματιστά μακαρόνια. Εκεί, υποχρέωσα τον κακόμοιρο υπάλληλο που ήταν στα μέτρα του Μανώλη να δοκιμάσει τα φούτερ που μου άρεσαν και να κάνει γύρους για να διαλέξω. Ο Κωνσταντίνος γύρισε με μια μεγάλη σακούλα στο χέρι και αρνιόταν να μας πει τι ψώνισε, γιατί φοβότανε ότι βαδίζει προς την αποκλήρωση λόγω υπερβολικής σπατάλης και ότι από βδομάδα θα κατέληγε στο Ερωτοδικείο αντιμέτωπος με τη μάνα του σε κατάσταση υστερίας. Η κατηγορία θα αφορούσε τα συνεχή ταξίδια, τα 35 ζευγάρια παπούτσια, τα 99 πουκάμισα και το σαββατιάτικο έθιμο που ακούει στο όνομα Doors. Περιττό να σας πω ποιός θα κέρδιζε. Είχα λυσιάξει για κάστανα και δεν πρόλαβα να πάρω, οπότε όλο το βράδυ έψελνα τον Κωνσταντίνο ότι το πρωί το πρώτο πράγμα που θα κάνει είναι να μου βρει κάστανα, αλλιώς καφέ δεν έχει. Πράγματι, όλο το πρωί γυρνοβολούσαμε με την τσίμπλα στο μάτι κι ευτυχώς μετά από ώρα βρέθηκε ένας καλός μαυρούλης στο διάβα μας, γιατί ο Κωνσταντίνος ετοιμαζόταν να ρίξει νόμισμα στη φοντάνα και να ζητήσει κάστανα σαν μάννα εξ ουρανού. Αφού ευχαριστήσαμε τον Μαροκινό, καθήσαμε στο bar να πιούμε τον καπουτσίνο και η σερβιτόρα ήταν στρίντζω από τις λίγες, τραμπούκισε τη διπλανή χωρίς λόγο και εμάς μας έφερε τον λογαριασμό με το ζόρι, χωρίς να τον ζητήσουμε. Εννοείται ότι μου ήταν εντελώς αδιάφορη, γιατί ήδη είχα προσηλωθεί στον ψηλό με τα μπλε στο ταμείο, εν δυνάμει γιο του ιδιοκτήτη, και οραματιζόμουνα να παίρνω τη θέση της στριμμένης και να σερβίρω καφέδες happily ever after.
Κάναμε τα τελευταία ψώνια μας, δηλαδή τα χρωματιστά μακαρόνια, που ο Κωνσταντίνος πήρε για διακοσμητικά κι εγώ για να τα φάω χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Επειδή ήταν εύθραυστα γεμίσαμε χειραποσκευές και ο Κωνσταντίνος κουβαλούσε μαζί και τα κουτιά από τα παπούτσια που δεν χωρούσαν στη βαλίτσα και δεν μπορούσε να τα αποχωριστεί με τίποτα. Ο ταξάρας μας ρώτησε αν φεύγουμε με Alitalia και ετοιμαζόμασταν να βγάλουμε το περίστροφο, αλλά κρατούσαμε πολλά πράγματα και τη γλίτωσε. Εξηγήσαμε στον μπουρτζόβλαχο τι είναι η Aegean, και φτάσαμε στο αεροδρόμιο, όπου αυξήσαμε τις χειραποσκευές μας με ένα κρασί και καταλήξαμε φορτωμένοι σαν γαϊδούρια. Και μην ρωτήσει κανείς αν πετάει ο γάιδαρος! Πετάει και τρώει και σουτζουκάκι!!
Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010
Μεγαλώσαμε και φέτος!
Η έξοδος για τα 27α γενέθλια έγινε σε ένα ρεμπετάδικο. Όταν κάλεσα για να κλείσω τραπέζι ο διάλογος ήταν απολύτως φυσιολογικός για κάθε νορμάλ άνθρωπο, αλλά εντελώς σουρεάλ για μένα, που μάλιστα κάλεσα και από το τηλέφωνο της δουλειάς.
-Γεια σας, θέλω να κάνω μια κράτηση για το βράδυ.
-Πόσα άτομα;
-Οχτώ.
-Ωραία, σε τι όνομα είναι;;;
-Γεωργία (..........Συγνώμη αυτός γιατί μου κλέβει τις ερωτήσεις; Τώρα θα μου δώσει και προθεσμία;................)
-Ευχαριστούμε που μας καλέσατε.
(ΝΑΙ μου κλέβει τις ατάκες, it's official!).
Ο Κώστας είχε βάλει ένα στουπί νέφτι στον κώλο και το Peugeot απογειώθηκε . Έτσι, ενώ το μαγαζί λεγότανε Αργώ, εμείς φτάσαμε γρήγορο, και μάλιστα πολύ γρήγορο.
Όταν καθήσαμε στην αρχή όλοι κοιτούσαν την ορχήστρα, εκτός από την Πένυ που κοίταζε την πιατέλα με τα ορεκτικά, και από το παιδάκι στο δίπλα τραπέζι που κοίταζε το Nintendo του. Μετά πείνασε κι αυτό και κοίταζε το Nintendo μπουκωμένο με λουκάνικο. Αφού μαζευτήκαμε όλοι η Έρη περιχαρής έκανε πρόποση για τα 27 μου χρόνια και για την καινούργια της δουλειά φωνάζοντας "ΤΟ ΞΕΡΕΤΕ ΟΛΟΙ ΟΤΙ ΕΧΩ ΑΠΟΛΥΘΕΙ". Έτσι το έμαθε και το υπόλοιπο μαγαζί. Μετά από αυτή την ευχάριστη πληροφόρηση φάγαμε το κατιτίς μας, κι εμείς τα κορίτσια της παρέας σηκωθήκαμε να χορέψουμε ένα χασαποσέρβικο που ήταν πιο αργό και από τον θάνατο και η Πένυ σιγοψιθύριζε ότι αν έβαζε πιο γρήγορο σίγουρα θα ξέρναγε. Αλλά και η απέναντι παρέα ήταν πολύ χορευταράδες. Ένας από αυτούς, ο Λευτέρης, είχε γενέθλια, καλή ώρα. Εκτός από γενέθλια, είχε και έντονο προγναθισμό (είμαι κακιά;). Αφού γίναμε όλοι σούρα, μες στην παραζάλη της φωνής του κυρ Πάνου, του μερακλή τραγουδιάρη, ο Σπύρος έριξε τη ζεμπεκιά του, ο Παναγιώτης έκανε παραγγελιές, και εγώ ανέβηκα στο τραπέζι λες και ήμουνα σε κανένα τελειωμένο σκυλάδικο. Ταυτόχρονα, το σαγόνι του Λευτέρη μας φαινότανε μικρό και ο γέρος τραγουδιάρης σαν εικοσάχρονο τεκνό. Φύγαμε κατά τις 4 και κάτι, πριν μας διώξουν με τις κλωτσιές.
Σήμερα το πρωί πήγα για ψώνια με τον πατέρα μου - ε να μην τον απομυζήσω μέρα που είναι; Από τα κρασιά και την αφυδάτωση, έπινα συνέχεια νερά. Ο πατέρας μου ανησύχησε, παιδί μου έχεις πιει τρία λίτρα νερό σε μια ώρα, για υπέρηχο θα πας; Εξυπνάδες γιατρού. Τα ψώνια πήγανε καλά πάντως. Αύριο το πρωί Ρώμηηηηηηηηη!
ΥΓ. Η καπουτσινιέρα κι εγώ σας ευχόμαστε καλή εβδομάδα με πολύ καπουτσίνο. Φιλάκια!
-Γεια σας, θέλω να κάνω μια κράτηση για το βράδυ.
-Πόσα άτομα;
-Οχτώ.
-Ωραία, σε τι όνομα είναι;;;
-Γεωργία (..........Συγνώμη αυτός γιατί μου κλέβει τις ερωτήσεις; Τώρα θα μου δώσει και προθεσμία;................)
-Ευχαριστούμε που μας καλέσατε.
(ΝΑΙ μου κλέβει τις ατάκες, it's official!).
Ο Κώστας είχε βάλει ένα στουπί νέφτι στον κώλο και το Peugeot απογειώθηκε . Έτσι, ενώ το μαγαζί λεγότανε Αργώ, εμείς φτάσαμε γρήγορο, και μάλιστα πολύ γρήγορο.
Όταν καθήσαμε στην αρχή όλοι κοιτούσαν την ορχήστρα, εκτός από την Πένυ που κοίταζε την πιατέλα με τα ορεκτικά, και από το παιδάκι στο δίπλα τραπέζι που κοίταζε το Nintendo του. Μετά πείνασε κι αυτό και κοίταζε το Nintendo μπουκωμένο με λουκάνικο. Αφού μαζευτήκαμε όλοι η Έρη περιχαρής έκανε πρόποση για τα 27 μου χρόνια και για την καινούργια της δουλειά φωνάζοντας "ΤΟ ΞΕΡΕΤΕ ΟΛΟΙ ΟΤΙ ΕΧΩ ΑΠΟΛΥΘΕΙ". Έτσι το έμαθε και το υπόλοιπο μαγαζί. Μετά από αυτή την ευχάριστη πληροφόρηση φάγαμε το κατιτίς μας, κι εμείς τα κορίτσια της παρέας σηκωθήκαμε να χορέψουμε ένα χασαποσέρβικο που ήταν πιο αργό και από τον θάνατο και η Πένυ σιγοψιθύριζε ότι αν έβαζε πιο γρήγορο σίγουρα θα ξέρναγε. Αλλά και η απέναντι παρέα ήταν πολύ χορευταράδες. Ένας από αυτούς, ο Λευτέρης, είχε γενέθλια, καλή ώρα. Εκτός από γενέθλια, είχε και έντονο προγναθισμό (είμαι κακιά;). Αφού γίναμε όλοι σούρα, μες στην παραζάλη της φωνής του κυρ Πάνου, του μερακλή τραγουδιάρη, ο Σπύρος έριξε τη ζεμπεκιά του, ο Παναγιώτης έκανε παραγγελιές, και εγώ ανέβηκα στο τραπέζι λες και ήμουνα σε κανένα τελειωμένο σκυλάδικο. Ταυτόχρονα, το σαγόνι του Λευτέρη μας φαινότανε μικρό και ο γέρος τραγουδιάρης σαν εικοσάχρονο τεκνό. Φύγαμε κατά τις 4 και κάτι, πριν μας διώξουν με τις κλωτσιές.
Σήμερα το πρωί πήγα για ψώνια με τον πατέρα μου - ε να μην τον απομυζήσω μέρα που είναι; Από τα κρασιά και την αφυδάτωση, έπινα συνέχεια νερά. Ο πατέρας μου ανησύχησε, παιδί μου έχεις πιει τρία λίτρα νερό σε μια ώρα, για υπέρηχο θα πας; Εξυπνάδες γιατρού. Τα ψώνια πήγανε καλά πάντως. Αύριο το πρωί Ρώμηηηηηηηηη!
ΥΓ. Η καπουτσινιέρα κι εγώ σας ευχόμαστε καλή εβδομάδα με πολύ καπουτσίνο. Φιλάκια!
Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010
Μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ!
Η Κυριακή μας ήταν παραγωγικότατη. Η Έρη είχε συνέντευξη για μια δουλειά και της έδωσαν και ένα τεστάκι για το σπίτι. Μαζευτήκαμε μια οικονομολόγος, μια αγγλικού, ένας φιλόλογος και μια μεταφράστρια για να ενώσουμε τις γνώσεις μας και να απαντήσουμε στην εν λόγω δοκιμασία, τύπου ecdl, βαθμού δυσκολίας μηδέν - ή ας πούμε 1, επειδή μας άγχωνε και ο χρόνος. Με το Word πήγαμε πολύ καλά, αλλά το Excell το ψιλοήξερα μόνο εγώ. "Έρη μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ"!
Παρένθεση:
Τελευταία φορά θυμάμαι μου είχε πει αυτή τη φράση η Πένυ. Είχα τρακάρει Παρασκευή βράδυ και την επόμενη μέρα είχα κάτι εξετάσεις ιταλικά στο κέντρο. Πάιρνω έντρομη την Πένυ να πω τον πόνο μου.. "Γεωργία μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ". Έρχεται πρωί πρωί από το σπίτι να με πάρει. Για να μην πάμε μέχρι κέντρο το αφήνουμε σε έναν σταθμό του ηλεκτρικού. Δϊνω τις εξετάσεις, κάνουμε βόλτα, τρώμε, ψωνίζουμε, χαζεύουμε και γυρνάμε το απόγευμα. Πηγαίνοντας προς το αμάξι είχαμε πιάσει την πάρλα και περπατούσαμε, περπατούσαμε... Ρε βλάκα μιλάμε και περάσαμε το αμάξι! Πάμε πάλι πίσω. Ξαναπιάνουμε την πάρλα και το ξαναπερνάμε. Και πάλι πίσω. Και πάλι μπρος.
Γεωργία: Ρε συ εδώ δεν ήτανε το αμάξι;?
Πένυ: Μαλ**α...πάει το αμάξι...πώς θα πάμε το βράδυ στο club??
(Σοβαρή απορία ανθρώπου που μόλις έχασε το αμάξι του. Τελικά το είχε πάρει ο γερανός)
Στο θέμα μας τώρα: Της λέω λοιπόν "Έρη μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ"! Ξεκινάμε το Excell και αφού κάναμε το μισό, με παίρνει ο Μανώλης και σπεύδω να το σηκώσω για να λύσουμε κάτι δικά μας λες και δεν μπορούσαμε να τα λύσουμε σε ένα τέταρτο, αφήνοντας τους άλλους τρεις στο έλεος των κελιών και του V look up. Η Έρη ήθελε να είμαι η αφή στην άκρη των δακτύλων της, ότι αγγίζει να χει κάτι από μένα, αλλά επειδή απεδείχθη συνειδητοποιημένη πάτησε ότι βρήκε μπροστά της.
Αφού τελειώσαμε την εξέταση επιδοθήκαμε στο Trivial. Το ζάρι είχε δημιουργήσει μαγνητικό πεδίο εκεί στη μπαρμπουτιέρα-καπάκι του παιχνιδιού και έφερνε συνέχεια 3, οπότε τρελλαθήκαμε στα "Αθλητικά". Εννοείται ότι δεν ξέραμε τίποτα και ο Σπύρος τα απαντούσε χωρίς να πεταρίζει βλέφαρο. Ας μου πει κάποιος γιατί οι άντρες μαζεύουν τόσες άχρηστες πληροφορίες για το πότε πήρε μεταγραφή ο απαυτούλης και που πήγε την τάδε άσχετη χρονιά, που ενδεχομένως να μην υπήρχες καν; Έπαιξαν και κάτι άκυρες ερωτήσεις γεωγραφίας για ακατοίκητα νησιά του Αιγαίου, δεν ξέραμε που πάνε τα τέσσερα, και κάτι ερωτήσεις Ιστορίας -τετάρτης δημοτικού νομίζω- για τους Μινωίτες (δεν είμαι πιο έξυπνη από ένα δεκάχρονο). Ο Σπύρος, καθόσον ιστορικός, τα ήξερε πάλι όλα και μας προσέφερε πολύτιμη βοήθεια-μην-ανησυχείς,-εγώ-είμαι-εδώ, την ώρα που σφιγγόμασταν να απαντήσουμε σε απλές, καθημερινές ερωτήσεις: Πως λεγόταν ο Κορίνθιος ληστής που έριχνε τους διαβάτες από τον γκρεμό και τον σκότωσε ο Θησέας; "Λοιπόν, παιδιά είναι ξέρετε εκεί στην κακιά σκάλα, έχει και το τούνελ το όνομα του, όχι όπως πας για Κόρινθο όμως, όταν επιστρέφεις". Πες μου έτσι, με τη μία το βρήκα τώρα!
Γύρισα γεμάτη γνώσεις και αισθάνομαι περήφανη γιατί τώρα ξέρω ότι...
1) Η Κίμωλος έχει σχήμα κανονικό πεντάγωνο. Εγώ πάντως την γκούγκλαρα και τη βλέπω στραβοχυμένη.
2) Οι δροσουλίτες βγαίνουν τον Μάη. Γι' αυτό φαίνεται δεν τους είδαμε στις διακοπές.
3) Η Μυτιλήνη έχει δύο κόλπους. Μην ρωτήσεις τα ονόματα.
Και..για να μην νομίζετε ότι σήμερα το ξέχασα. Θα σας πω και για το ξεπαρθένιασμα της καπουτσινιέρας: Μια ιστορία γεμάτη κακουχίες, πόνο και δάκρυα. Τη βάλαμε στην πρίζα. βάλαμε και το νερό στην ειδική θήκη και την κάψουλα και η καπουτσινιέρα καμία αντίδραση. Ο Κωνσταντίνος την κοιτούσε σαν το πιλοτήριο του airbus, μόνο που έλειπαν οι οθόνες, το σύστημα παραγωγής συμβολογίας, ο ψηφιακός χάρτης και το modem δεδομένων. Βασικά ένα κουμπί είχε, με ένα φλιτζανάκι ζωγραφισμένο! Δεν ξέρω γιατί τρομοκρατηθήκαμε! "Κάτσε ρε Κωνσταντίνε, μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ". Βγάλαμε το χαρτάκι με τις οδηγίες. Είχε 4 απλά βήματα, για ηλίθιους: Βάλτε το νερό. Τικ. Κλείστε το καπάκι. Τικ. Πατήστε το κουμπάκι. Τικ. Βάλτε το φλιτζάνι από κάτω. Τικ. Ρε συ θα είναι χαλασμένο το πολύμπριζο! Ο Κωνσταντίνος έβαλε το κινητό του για να δει αν φορτίζει. Το κινητό ένιωσε, η καπουτσινιέρα τίποτα. Κατά τύχη είδαμε ένα on/off στο πίσω μέρος. Αγαπητοί κατασκευαστές: Κάντε τα βήματα 5, για τους πανηλίθιους. Ευχαριστούμε.
Παρένθεση:
Τελευταία φορά θυμάμαι μου είχε πει αυτή τη φράση η Πένυ. Είχα τρακάρει Παρασκευή βράδυ και την επόμενη μέρα είχα κάτι εξετάσεις ιταλικά στο κέντρο. Πάιρνω έντρομη την Πένυ να πω τον πόνο μου.. "Γεωργία μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ". Έρχεται πρωί πρωί από το σπίτι να με πάρει. Για να μην πάμε μέχρι κέντρο το αφήνουμε σε έναν σταθμό του ηλεκτρικού. Δϊνω τις εξετάσεις, κάνουμε βόλτα, τρώμε, ψωνίζουμε, χαζεύουμε και γυρνάμε το απόγευμα. Πηγαίνοντας προς το αμάξι είχαμε πιάσει την πάρλα και περπατούσαμε, περπατούσαμε... Ρε βλάκα μιλάμε και περάσαμε το αμάξι! Πάμε πάλι πίσω. Ξαναπιάνουμε την πάρλα και το ξαναπερνάμε. Και πάλι πίσω. Και πάλι μπρος.
Γεωργία: Ρε συ εδώ δεν ήτανε το αμάξι;?
Πένυ: Μαλ**α...πάει το αμάξι...πώς θα πάμε το βράδυ στο club??
(Σοβαρή απορία ανθρώπου που μόλις έχασε το αμάξι του. Τελικά το είχε πάρει ο γερανός)
Στο θέμα μας τώρα: Της λέω λοιπόν "Έρη μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ"! Ξεκινάμε το Excell και αφού κάναμε το μισό, με παίρνει ο Μανώλης και σπεύδω να το σηκώσω για να λύσουμε κάτι δικά μας λες και δεν μπορούσαμε να τα λύσουμε σε ένα τέταρτο, αφήνοντας τους άλλους τρεις στο έλεος των κελιών και του V look up. Η Έρη ήθελε να είμαι η αφή στην άκρη των δακτύλων της, ότι αγγίζει να χει κάτι από μένα, αλλά επειδή απεδείχθη συνειδητοποιημένη πάτησε ότι βρήκε μπροστά της.
Αφού τελειώσαμε την εξέταση επιδοθήκαμε στο Trivial. Το ζάρι είχε δημιουργήσει μαγνητικό πεδίο εκεί στη μπαρμπουτιέρα-καπάκι του παιχνιδιού και έφερνε συνέχεια 3, οπότε τρελλαθήκαμε στα "Αθλητικά". Εννοείται ότι δεν ξέραμε τίποτα και ο Σπύρος τα απαντούσε χωρίς να πεταρίζει βλέφαρο. Ας μου πει κάποιος γιατί οι άντρες μαζεύουν τόσες άχρηστες πληροφορίες για το πότε πήρε μεταγραφή ο απαυτούλης και που πήγε την τάδε άσχετη χρονιά, που ενδεχομένως να μην υπήρχες καν; Έπαιξαν και κάτι άκυρες ερωτήσεις γεωγραφίας για ακατοίκητα νησιά του Αιγαίου, δεν ξέραμε που πάνε τα τέσσερα, και κάτι ερωτήσεις Ιστορίας -τετάρτης δημοτικού νομίζω- για τους Μινωίτες (δεν είμαι πιο έξυπνη από ένα δεκάχρονο). Ο Σπύρος, καθόσον ιστορικός, τα ήξερε πάλι όλα και μας προσέφερε πολύτιμη βοήθεια-μην-ανησυχείς,-εγώ-είμαι-εδώ, την ώρα που σφιγγόμασταν να απαντήσουμε σε απλές, καθημερινές ερωτήσεις: Πως λεγόταν ο Κορίνθιος ληστής που έριχνε τους διαβάτες από τον γκρεμό και τον σκότωσε ο Θησέας; "Λοιπόν, παιδιά είναι ξέρετε εκεί στην κακιά σκάλα, έχει και το τούνελ το όνομα του, όχι όπως πας για Κόρινθο όμως, όταν επιστρέφεις". Πες μου έτσι, με τη μία το βρήκα τώρα!
Γύρισα γεμάτη γνώσεις και αισθάνομαι περήφανη γιατί τώρα ξέρω ότι...
1) Η Κίμωλος έχει σχήμα κανονικό πεντάγωνο. Εγώ πάντως την γκούγκλαρα και τη βλέπω στραβοχυμένη.
2) Οι δροσουλίτες βγαίνουν τον Μάη. Γι' αυτό φαίνεται δεν τους είδαμε στις διακοπές.
3) Η Μυτιλήνη έχει δύο κόλπους. Μην ρωτήσεις τα ονόματα.
Και..για να μην νομίζετε ότι σήμερα το ξέχασα. Θα σας πω και για το ξεπαρθένιασμα της καπουτσινιέρας: Μια ιστορία γεμάτη κακουχίες, πόνο και δάκρυα. Τη βάλαμε στην πρίζα. βάλαμε και το νερό στην ειδική θήκη και την κάψουλα και η καπουτσινιέρα καμία αντίδραση. Ο Κωνσταντίνος την κοιτούσε σαν το πιλοτήριο του airbus, μόνο που έλειπαν οι οθόνες, το σύστημα παραγωγής συμβολογίας, ο ψηφιακός χάρτης και το modem δεδομένων. Βασικά ένα κουμπί είχε, με ένα φλιτζανάκι ζωγραφισμένο! Δεν ξέρω γιατί τρομοκρατηθήκαμε! "Κάτσε ρε Κωνσταντίνε, μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ". Βγάλαμε το χαρτάκι με τις οδηγίες. Είχε 4 απλά βήματα, για ηλίθιους: Βάλτε το νερό. Τικ. Κλείστε το καπάκι. Τικ. Πατήστε το κουμπάκι. Τικ. Βάλτε το φλιτζάνι από κάτω. Τικ. Ρε συ θα είναι χαλασμένο το πολύμπριζο! Ο Κωνσταντίνος έβαλε το κινητό του για να δει αν φορτίζει. Το κινητό ένιωσε, η καπουτσινιέρα τίποτα. Κατά τύχη είδαμε ένα on/off στο πίσω μέρος. Αγαπητοί κατασκευαστές: Κάντε τα βήματα 5, για τους πανηλίθιους. Ευχαριστούμε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






