Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Τι μας "έλαχε" νυχτιάτικα...

Φοβάμαι ότι έχω χάσει συχνότητες από το δεξί αυτί μου και αναρωτιέμαι αν φταίει η δουλίτσα μου ή αν φταίει ο Λεπά. Η αλήθεια είναι ότι δεν βοηθάω κι εγώ την κατάσταση. Χτες ας πούμε πήγαμε σε ένα Χριστουγεννιάτικο event της δουλίτσας μας, όπου ο dj έβαζε από Αντύπα μέχρι Φαραντούρη με γέφυρα Boney M. και τούμπαλιν, το οποίο δεν ήταν και πολύ ευχάριστο. Επίσης ζήτησα μια ursus σπράιτ και δεν είχαν, δεν κατάλαβα όμως αν δεν είχαν ursus ή αν δεν είχαν σπράιτ, και για να μην τους φέρω σε δύσκολη θέση πήρα μια βότκα λεμόνι, που τελικά ήταν λεμόνι σκέτο, και έτσι κι αλλιώς δεν πρόλαβα να το χαρώ, γιατί έπεσε όλη με ορμή πάνω στην καινούργια μου μπλούζα, στο καινούργιο μου κολάν και στο παλιό μου παλτό (και μην σου πω ότι εκείνη τη στιγμή έκανε γέφυρα με Δάντη). Anyway, τώρα λέμε για την κουφαμάρα μου. Έρχεται λοιπόν μια μαντάμ γνωστή του Γιάννη και της Ποπίτσας και τους πιάνει την κουβέντα. Και μπούρου μπούρου, κι έτσι, κι αλλιώς, και η Πόπη να συμφωνεί, και ο Γιάννης να φέρνει κάποιες αντιρρήσεις, κι εγώ να μην ακούω τίποτα, παρά μόνο τον Παντελίδη remix με Abba - gimme gimme gimme a man after midnight! και να βλέπω το στόμα της μανταμίτσας να ανοιγοκλείνει. Λέω στον Παναγιώτη, -Ρε φίλε νομίζω ότι είμαι κουφή, οι άλλοι εδώ έχουν πιάσει ψιλή κουβέντα με τη μαντάμ και εγώ δεν ακούω Χριστό. Ο Παναγιώτης ψελίζει: -Τιιί?? απάντηση που τολμώ να πω ότι με καθησύχασε ιδιαιτέρως. Εν τω μεταξύ φεύγει και η μαντάμ και η Ποπίτσα μου λέει μες στην αφέλεια, -Πωωω, καλά που έφυγε, μίλαγε συνέχεια δεν άκουγα και τίποτα και όλο ναι και χαχαχα της έλεγα. Άρα όλα καλά με τα αυτιά μου. Το λύσαμε και αυτό.
Και ύστερα έγινε κλήρωση για τα δώρα. Αυτό το έθιμο που μου θύμισε λίγο 90's, όταν μας έτρεχε ο μπαμπάς μου σε κάτι ταβέρνες με τα Πασόκια και κλήρωναν κακόγουστες γούνες και αντικολλητικά τηγάνια. Στην είσοδο μας φόρεσαν ένα βραχιολάκι με τον αριθμό μας, όπως αυτό το all inclusive που σου βάζουν στα ξενοδοχεία. Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια δεν υπήρχε λόγος να είναι και πλαστικό αδιάβροχο, διότι δεν κολυμπήσαμε, μισή ώρα έκανα να το κόψω απ' τη χέρα μου όταν φύγαμε. Τα δώρα τα είχαμε μοιράσει στο μυαλό μας πριν καν γίνει η κλήρωση. Τον ατμομάγειρα ας πούμε, αν τύχαινε στην παρέα μας, θα τον δίναμε στη Νάντια. Εγώ, αφού το είπα σε όλους τους φίλους μου, άρχισα να το λέω και στους άσχετους που παρευρίσκονταν και περνούσαν να χαιρετήσουν: Γεια σου, χάρηκα, Καλά Χριστούγεννα, να σου πω, αν τύχεις τον ατμομάγειρα μπορείς να μου τον δώσεις γιατί τον έχω τάξει στη φίλη μου τη Νάντια;? Η Νάντια οραματιζόταν τον ατμομάγειρα σαν τον Μποτρίνι που μόλις βγήκε από τη σάουνα. Μετά αναγκάστηκα να της αποκαλύψω ότι είναι μηχάνημα και έπαψε να τον ποθεί. Κι έτσι έφυγε η θετική ενέργεια και έτυχε σε έναν άσχετο. Στην παρέα μου όμως πήραμε τα περισσότερα και τα καλύτερα δώρα. Και αυτό το ipad mini που το ζήλευαν όλοι. Και μιας και ήμασταν τυχεροί, σήμερα παίξαμε και Λόττο έτσι ομαδικά, ένα νούμερο ο καθένας μας. Το 26 έβαλα. Ώχου και δεν σας νοιάζει, απλά λέω...
Καλά Χριστούγεννα και καλά να περάσετε, μην πέσετε με τα μούτρα στο φαί, λιτότητα είπαμε.

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Παραμιλάω και παρατραγουδάω

Θα ξεκινήσω από το παρατραγουδάω. Μου κόλλησε που λες αυτές τις μέρες να τραγουδάω Λεπά. Έτσι , από το πουθενά, άνευ λόγου και αιτίας. Η κατάσταση έχει ως εξής: Σάββατο βράδυ βγήκαμε σε ένα μέρος από αυτά που πετάω τη σκούφια μου, αυτά που αρέσουν πολύ και στην Coula, και ας μην το παραδέχεται, και ας λέει ότι τάχα μου τον Παντελίδη στην εκπομπή της τον έβαλε για μένα και έπεσε το επίπεδο "κατάχαμα". Βέβαια ο Παντελίδης είναι κλεισμένος για τους επόμενους μήνες, και πολύ πιο σύντομα σου κλείνουν ραντεβού για εξέταση στο ΙΚΑ, παρά τραπέζι στον Παντελίδη, οπότε βολευτήκαμε στο Empati North με Αδαμαντίδη, Δασκουλίδη και Σπύρο Σπυράκο. Καλά μέχρι εδώ, αλλά για έναν ανεξήγητο λόγο, αντί να προσηλωθούμε στους καλλιτέχνες, εγώ και η Πένυ τραγουδούσαμε χιτ του Λεπά, με αποκορύφωμα το "το'πε το'πε ο παπαγάλος", και δίναμε πόνο μεταξύ μας. Αφού το συνεχίσαμε αυτό το βιολί για καμια ώρα, μετά το κολλήσαμε και στους διπλανούς μας. Στο γύρνα από τα μπουζούκια φάγαμε βρώμικο και ο Κώστας με γύρισε σπίτι και μετά από λίγο μου έστειλε μήνυμα να μου πει "μλκα όταν σε άφησα, στη στροφή έβγαλα το βρώμικο", λες και έπρεπε να ξέρω αυτή τη χρήσιμη πληροφορία πριν πέσω για ύπνο.
Από τα "κατάχαμα", ανέβηκα σκάλα και την Τετάρτη, στην γιορτή των παιδικών χωριών SOS, άκουσα ένα συγκρότημα ονόματι hasta banana, που  αγνοούσα την ύπαρξή του, αλλά ομολογώ ότι ήταν συμπαθέστατο.
Μετά από την πίστα του Σαββάτου ήρθε η πίστα του αεροδρομίου, η οποία κατέληξε σε μία απ' τα ίδια, απλά χωρίς γαρύφαλλα. Ο μηχανικός μας έδειξε τα μέρη του αιρμπασακίου και μας έβαλε να καθήσουμε στο πιλοτήριο, έτοιμες να πετάξουμε για "έβδομο ουρανό". Εκεί όλοι ενθουσιάστηκαν με τα κουμπιά, κι εγώ με το μικρόφωνο του πιλότου. Μην μπορώντας να συγκρατηθώ, το άρπαξα για να ξανατραγουδήσω Λεπά, και-νιώθω-νιώθω-νιώθω-ταααραχήηη, χωρίς καμία αισχύνη, μπροστά στους συναδέλφους μου και στον εκπαιδευτή, ο οποίος αντί να μου κλείσει τον ήχο και το στόμα, έκανε παραγγελιά και το ωραιότερο πλάσμα του κόσμου. Μετά από αυτό το μουσικό διάλειμμα φωτογραφηθήκαμε παντού, ακόμα και μες στην τουρμπίνα, και πήγαμε για καφέ.

Επίσης, είδα το παρακάτω βιντεάκι και έτσι ήρθε και το "παραμιλάω" που λέγαμε. Και αποφάσισα ότι από δω και μπρος θα πηγαίνω παντού με τις σκάλες. Όσοι δεν το έχετε δει, να μπείτε να το δείτε.



Κακή ιδέα για καληνύχτα, καλύτερα να έλεγα ότι έβγαλα το βρώμικο. Ή έστω να σας πόσταρα το Τζουτζούκα.

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Καμβάδες, κιθάρες, κρύο, καιρός για βιβλίο


Είναι πράγματα που θέλεις οπωσδήποτε να κάνεις στη ζωή σου, αλλά στο τέλος πάντα τα αναβάλλεις. Έτσι έπαθα κι εγώ με τη ζωγραφική. Όχι τη ζωγραφική που λέγαμε τις προάλλες, αυτή με τον Φόντα Ινδιάνο, αστυνόμο και σερίφη. Ούτε αυτή που ζωγραφίζεις σαλιγκάρια, ενώ ταυτόχρονα λες για διακοσιοστή έκτη φορά μες στη μέρα "το εισιτήριο σας αλλάζει με ακυρωτικά 30 ευρώ συν διαφορά ναύλου". Την ζωγραφική τη σοβαρή. Αυτή που είσαι αραχτός και έχεις μπροστά σου τον καμβά, τις λαδομπογιές, την έμπνευση, τα πάντα βρε αδερφέ! Απλώς δεν ξέρεις από που να ξεκινήσεις. Ε, αυτό έπαθα κι εγώ! Έχω κι ένα νέφτι και δεν ξέρω που πρέπει να το βάλω - και τώρα που το σκέφτομαι προτιμώ να μην μου απαντήσετε.
Μπαααα, όχι, λέω να αφήσω τον El Greco που κρύβεται μέσα μου να μείνει εκεί κρυμμένος.
Μήπως να δω dvd;; Έτσι, απλά και ανώδυνα; Vampire diaries, 4ος κύκλος, 6ο επεισόδιο. Τι έχω πάθει τώρα με αυτή την μλκία με τα βαμπίρια, δεν μπορώ να καταλάβω. Πιστεύω όμως ότι γενικά ο ανθρώπινος εγκέφαλος τρώει κολλήματα. Ξέρεις, όπως ας πούμε με αυτά τα παιχνίδια στο φέισμπουκ, που φτάνοντας στο υπέρτατο σημείο διαστροφής, βάζεις ξυπνητήρι στις 4 το ξημέρωμα για να ποτίσεις τα μαρούλια σου. Κάπως έτσι έπαθα κι εγώ με τα βαμπίρ. Αφού το πρωί ο καφές μου είχε περίεργη γεύση και αναρωτιόμουν αν μου έχουν ρίξει μέσα ιεροβότανο.
Και το άλλο το καινούργιο είναι ότι βάλθηκα να μάθω κιθάρα, έτσι από το πουθενά. Θα με βοηθήσει λέει και ο Τάσος, ο αδερφός της Μαρίας, που ξέρει να παίζει τον Μενούση. Καημό το έχει ο πατέρας του πως άλλα τραγούδια δεν τους μάθανε στο ωδείο.

Αλλά δεν σας είπα το κυριότερο. Δεν σας είπα για χτες. Για το βιβλιοκαφέ Έναστρον, στην παρουσίαση της Γιαγιάς Αντιγόνης. Αλλά δεν σας είπα, γιατί είναι που δεν έχω λόγια. Μάλλον η μόνη περιγραφή που θα μπορούσε να με καλύψει είναι αυτή του Ντίνου Ηλιόπουλου: "Δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα... είμαστε!".  Πολλοί μπλόγκερς, πολλή συγκίνηση, πολλά χαμόγελα, πολλές αγκαλιές, πολλά τυροπιτάκια, πολλά γενικά τελοσπάντων. Και τώρα που το σκέφτομαι, ποια βαμπίρια και ποια πινέλα, τους "Αύγουστους" θα διαβάσω. Τέλη Νοέμβρη, κάτω από το πάπλωμα. Και επειδή φέτος δεν έχει λεφτά για καλοριφέρ και βλακείες, με τους Αύγουστους λέω να ζεσταθούμε.

Και όποιος θέλει ας ακούσει και αυτό. Μάλλον το τραγουδάει κάποιο τρίχρονο ή ο ιταλόφων Σπύρος Μπιμπίλας. Σας το ποστάρω, έτσι για λίγη αισιοδοξία.


Puoi cambiare camicia se ne hai voglia (αν θέλεις, μπορείς να αλλάξεις το πουκάμισό σου)
E se hai fiducia puoi cambiare scarpe… (και αν έχεις πίστη, μπορείς να αλλάξεις παπούτσια)
Se hai scarpe nuove puoi cambiare strada (αν έχεις καινούργια παπούτσια, μπορείς να αλλάξεις δρόμο)
E cambiando strada puoi cambiare idee (και αν αλλάξεις δρόμο, μπορείς να αλλάξεις ιδέες)
E con le idee puoi cambiare il mondo… (και με καινούργιες ιδέες, μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο)
Ma il mondo non cambia spesso (Αλλά ο κόσμος δεν αλλάζει συχνά)
Allora la tua vera Rivoluzione sarà cambiare tè stesso  (Άρα, η πραγματική σου επανάσταση θα είναι να αλλάξεις τον εαυτό σου)

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Εσύ κρατάς ομπρέλα και εγώ σου βρέχω έουρος

Ας ξεκινήσουμε με τη διαπίστωση του ταξιδιού. Ότι δηλαδή στο αιρμπασάκι μας λείπει η σειρά 13. Πείτε μου παρακαλώ αν όλοι οι υπόλοιποι το είχατε προσέξει και εγώ τόσα χρόνια ζούσα στην άγνοια... Επίσης, δεν θέλω να φανώ υπερβολική, αλλά όταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο μας και μπήκαμε στο ασανσέρ να πάμε στο 6ο, παρατηρήσαμε ότι λείπουν ο 2ος και ο 3ος. Αμέσως μετά από αυτά τα παράδοξα μπήκαμε στο δωμάτιο και η βαλίτσα μου πήρε την πρωτοβουλία να ξαναβγεί στο διάδρομο και να κλείσει και την πόρτα. Από τον γδούπο τρανταχτήκαμε και λογικευτήκαμε και εγώ και οι φίλες μου.
Ο καιρός ήταν καλός και έτσι την πρώτη μας μέρα την μπουκώσαμε αξιοθέατα. Πήγαμε αρχικά προς την piazza Venezia και προς το Campidoglio, όπου φωτογράφισα όλους τους κώλους των αγαλμάτων και οι φίλες μου με είπαν ανωμαλάρα, ενώ εγώ απλώς είχα άποψη. Ο καιρός μας τα χάλασε κάπου στην πορεία, την ώρα που τρώγαμε μακαρονάδα και που ο σερβιτόρος λάτιν λόβερ κοιτούσε τη Βικτώρια στο στόμα με γουρλωμένα μάτια να ρουφάει την ταλιατέλα της με φόντο ένα τσαμπί λεμόνια.

Πηγαίνοντας προς την piazza Navona τραγουδούσαμε οι δύο τα κάλαντα της Βανδή και οι άλλες δύο "να να να να να να απόψε δεν πάμε σπίτι, να να να να να να θα μείνουμε ακρογιαλιά". Κάπου εκεί, στο αποκορύφωμα του μελωδικού συγχρονισμού, αρχίσαμε να γινόμαστε λούτσα και να τρέχουμε. Και όσο βρεχόμασταν πετιόντουσαν οι Πακιστανοί σαν σαλιγκάρια, πασάροντάς μας ένα μάτσο κιτς ομπρέλες με κουάτρο έουρος μπέλλα. Εμείς, συνηθισμένες να τους λέμε νο γκράτσιε, τους προσπεράσαμε όλους και κάπου στο τέρμα της πλατείας, με τα μαλλιά σε wet look χωρίς λιπαρή υφή που διαρκεί, σκεφτήκαμε ότι τζάμπα τους διώχνουμε γιατί την ομπρέλα τη θέλαμε και απλά δεν το είχαμε συνειδητοποιήσει. Ακριβώς την ώρα της σοφής αυτής διαπίστωσης, αρχίσαμε να ψάχνουμε τους Πακιστανούς και την Πετρούλα, οι πρώτοι άφαντοι, η Πετρούλα στο μαγαζάκι πιο κει ρώταγε πόσο έχουν οι ομπρέλες. Πήγα να τη μαζέψω πριν σκάσει τα 11 έουρος και ενώ την τραβούσα από το μπράτσο αυτή μου έλεγε "ό,τι πληρώνεις παίρνεις" και άρες μάρες κουκουνάρες. Και έτσι μείναμε χωρίς ομπρέλα και αναγκαστήκαμε να καθήσουμε σε ένα παγωτατζίδικο που βρέθηκε στο διάβα μας για να στεγνώσουμε. Ο σερβιτόρος με το καλησπέρα σας μας είπε ότι είναι Αλβανός (Χαίρεται, Αχιλλέας Μητρόπουλος, έμπορος και στείρος) και μας έδωσε κουταλάκι να δοκιμάσουμε μια μπλε αηδία, γεύση βιάγκρα. Μας χρέωσε 8 ευρώ το παγωτό, τα μισά για την πρωτοτυπία, και επειδή είχε τύψεις που μας ξεπαράδιασε, μας πρότεινε να μας πάει στο ξενοδοχείο ένα φιλαράκι του "che lavora in nero", πειρατής της ασφάλτου πα' να πει. Την ώρα που του λέγαμε νο γκράτσιε, όπως συνηθίζαμε, έπεσε ένας Πάκης εξ'ουρανού και αγοράσαμε καλόγουστες ομπρέλες, με αποκορύφωμα αυτή τη ροζ μπον μπον.

Την επόμενη μέρα το περπάτημα συνεχίστηκε. Είδαμε το Κολοσσαίο, βγήκαμε από τον χάρτη και στη συνέχεια φτάσαμε μέχρι την Porta Portese, το διάσημο κυριακάτικο παζάρι της Ρώμης, όπου αγοράσαμε την ίδια τσάντα σε όλα τα χρώματα. Στο παζάρι οι μεγάλες ομπρέλες με το μακρύ κοντάρι, αυτό το φονικό όπλο, είχαν 5 έουρος. Οι μικρές δεν ξέρω. Φορτωμένες με ψώνια, πήγαμε για φαγητό στο Trastevere, και μπήκαμε σε ένα εστιατόριο με ωραία λουλούδια, που ήταν γεμάτο κόσμο. Με λίγα λόγια μας φάνηκε μεραβιλιόζο. Εκεί το λοιπόν μας έπιασαν τον κώλο κανονικότατα και ενώ το δικό μου πιάτο ήταν μια χαρά, οι φίλες μου δεν με άφηναν να το απολαύσω, γιατί είχαν στη φάτσα τους αποτυπωμένη την αηδία και σε κάθε μπουκιά άκουγα πράγματα που με απέτρεπαν, από απλά επιφωνήματα τύπου μπλιαααχ, μέχρι περιγραφικές φράσεις, όπως η πίτσα στάζει ζουμιά, το κοτόπουλο είναι σβησμένο με ναφθαλίνη, η πατάτα είναι προπέρσινη και άλλα τέτοια ευχάριστα. Μεγάλη επιτυχία. Γυρίσαμε προς το κέντρο με λεωφορείο γιατί δεν την παλεύαμε και πήγαμε να δούμε την piazza di Spagna και τη Via Condotti, που ωχριούσε μπροστά στην Porta Portese και όλοι την κατέβαιναν κοιτώντας μόνο ευθεία και δεν καταλαβαίνω γιατί...

Η γυναικεία καταναλωτική μανία υπερνίκησε την κούρασή μας, οπότε περπατήσαμε και όλη τη Via del Corso και αποτελειώσαμε το ψώνια μας. Στο μαγαζί της Disney ερωτεύτηκα τον μπλε τριχωτό μπαμπούλα, τον James Sullivan ντεεε, και τα κορίτσια μου έκοψαν τα χέρια και τον άφησαν πίσω στο ράφι με παγερή αδιαφορία. Πιο κάτω αγόρασα ένα κασκόλ για να πνίξω τον πόνο μου.

Με νέες δυνάμεις ξεκινήσαμε την επόμενη μέρα να δούμε τη Fontana di Trevi για δεύτερη φορά, καθώς την πρώτη δεν μπορέσαμε να πλησιάσουμε λόγο των άπειρων Κινέζων που μας την έκρυβαν. Στα τουριστικά τριγύρω οι ομπρέλες είχαν κατά μέσο όρο 7 έουρος. Το εσπρεσάκι 80 λεπτά. Και ξεκινήσαμε για το Βατικανό. Είδαμε τον Άγιο Πέτρο και φωτογραφήθηκα για πολλοστή φορά στο άγαλμα της Santa Veronica, στο άγαλμα που όλοι προσπερνούσαν, εγώ όμως συνηθίζω να φωτογραφίζομαι δίπλα του κάθε φορά που πηγαίνω, έτσι, χωρίς λόγο, κάτι σαν παιχνίδι ας πούμε. Μετά βάζω τις φωτογραφίες δίπλα δίπλα και απλά είμαι κάθε φορά πιο μεγάλη και είμαι ικανή να το κάνω μέχρι να σταθώ δίπλα του με μπαστούνι. Η ευχή μου στην Fontana να βρούμε πίτσα της προκοπής έπιασε, παρότι είχα ρίξει μόνο ένα δίλεπτο, και έτσι ο Θεός μας λυπήθηκε και φάγαμε σαν άνθρωποι. Και ύστερα είχαμε βλέψεις να ξαναδούμε το Πάνθεον και τη Navona, χωρίς βροχή. Την ώρα που κατηφορίζαμε προς τα κει άρχισε να ψιχαλίζει και σκεφτήκαμε ότι δεν μας θέλει αυτή η πλατεία. Τέλος. Τα καταφέραμε να τη δούμε όπως όπως, προσπεράσαμε τους Πακιστανούς που πετάνε μια ντομάτα χλαπάτσα στο πάτωμα με ορμή περιοδικά κάθε 23 δευτερόλεπτα, τους άλλους με τα εκνευριστικά φωτεινά ελικοπτεράκια που τα πετάνε ψηλά και δεν ήξερες από που θα σου'ρθει, και κάναμε μια τελευταία βόλτα στα τουριστικά, όπου στο ταμείο δίπλα μου άκουσα να εκτυλίσσεται ο κάτωθι διάλογος:
Ιταλός: Va bene?? (δεξί χέρι σε γροθιά, το χοντρό δάχτυλο στην ανάταση)
Κωνσταντίνα: I don't speak italian.
Ιταλος: Why???
Κωνσταντίνα: Because I'm not italian. (Τα πιο απλά πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα).
Σκύβω στον κουβά με τις ομπρέλες. 6 έουρος.
Το βραδάκι βγήκαμε για ποτό στο San Lorenzo και ενώ όλοι πίναμε σε ποτήρια, η Πετρούλα έπινε σαγκρία στο μπολάκι για τα φιστίκια. Εναλλακτικό. Αν είχε φιστίκια πιστεύω ότι θα τα έβαζε στο κολονάτο.
Και πίσω στο ξενοδοχείο πάλι, γεμίσαμε τις βαλίτσες μας με τα ψώνια για να είμαστε έτοιμες για την πρωινή αναχώρηση και η ροζ βαλίτσα παραλίγο να εκραγεί από το στούμπωμα. Λίγο πριν ακουστεί το μπαμ, βάλαμε μέσα και την ροζ ομπρέλα. Ασορτί βαλίτσα με ομπρέλα: Έουρος άγνωστα, αξία ανεκτίμητη.



Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Όταν βλέπω αεροπλάνο μου'ρχεται... μου'ρχεται...

Και να' μαι πάλι στην Κέρκυρα. Εγώ, οι φίλοι μου, η γάμπα μου που έχει το σχήμα της εξάτμισης και η Bepanthol μου, 100ml όπως ορίζει ο ευρωπαϊκός κανονισμός για τα αεροδρόμια.
Σε λίγη ώρα στα ίδια μέρη, λιαζόμαστε στην ξαπλώστρα, πίνουμε φραπέ και κουβεντιάζουμε. Εγώ και o Nick μόνο, γιατί ο Τάκης δεν κουβεντιάζει, μιλάει κερκυραϊκά και κάνει μονόλογο. Ο Nick μας λέει για ένα σόου, το Taboo στο κανάλι του National Geographic, όπου πηγαίνουν περίεργοι τύποι. -Σαν τι περίεργοι τύποι δηλαδή; -Να, ας πούμε ήταν ένας που αγαπούσε υπερβολικά το αυτοκίνητό του... -Και είναι περίεργο αυτό; -Ναι, αν θέλεις να το παντρευτείς κιόλας..! Γύρισα στο σπίτι και έσπευσα να το γκουγκλάρω. Έπεσα πάνω σε κάτι τύπους περίεργους. Looners και poppers. Οι looners φτιάχνονται να χαϊδεύονται με μπαλόνια και οι poppers να τα σκάνε.

Το βράδυ πηγαίνουμε για φαγητό και συνεχίζουμε τις περίεργες συζητήσεις. Το κεντρικό θέμα είναι ο Fabio. Ξανθός γόης στην Αμερική, σφάζονταν τα κορίτσια στην ποδιά του. Σε λίγο καιρό όμως χάθηκε, όπως συμβαίνει πάντα με κάτι τέτοιους τύπους, κι έτσι κατέληξε ο δόλιος να διαφημίζει μαργαρίνη και να μείνει σε όλους ανεξίτηλος με το σλόγκαν I can't believe it's not butter. Παρακαλώ κάντε του like. Θα με πάρουν τα ζουμιά.

Επειδή είμαι πολύ προβλέψιμη, κάθε μέρα 19.50, πιστή στην παράδοση, κάθομαι στο Κανόνι τρώγοντας lays με ρίγανη και περιμένω την απογευματινή μας απογείωση. Την Κυριακή κουβάλησα και τους φίλους μου, με το ζόρι. Και στηθήκαμε σε διάφορα σημεία, να το θαυμάσουμε ο καθένας από άλλη οπτική γωνία και να πάρουμε καλλιτεχνικές φωτογραφίες. Με το ένα χέρι βγάζω φωτογραφία, με το άλλο χέρι παίρνω τηλέφωνο τον Κωνσταντίνο να ακούσει την τουρμπίνα. Όπως κάνει κανείς στις συναυλίες, αλλά σε μια πιο ανώμαλη εκδοχή. Ο Nick φυσάει και ξεφυσάει και με μια amstel στο χέρι κάθεται πιο κει και στέλνει μέιλ στο Taboo. Για ένα κορίτσι που έχει οργασμό όταν βλέπει airbus. Ιδού η καλλιτεχνική φώτο μου. Ε;;;;;


Δευτέρα μεσημεράκι, στην ίδια ξαπλώστρα, στην ίδια θέση, το πόδι μου έχει πάθει πολλαπλά εγκαύματα πάνω στο κάψιμο από την εξάτμιση και βρίσκομαι ένα βήμα πριν μου το ακρωτηριάσουν και δεν μπορώ να φορέσω βατραχοπέδιλο κι όμως εκεί. Βράχος. Περνάει μια κοπελίτσα και μοιράζει φυλλάδια για το νέο Escape cafe bar. Δεξιά λέει διάφορα τύπου Ελάτε να πιείτε, να χορέψετε, να απολαύσετε τη θάλασσα, να κάνετε, να ράνετε... Από κάτω τηλέφωνο σταθερό, τηλέφωνο κινητό και σε παρένθεση whats up - για τους τζαμπατζήδες. Από δίπλα ο τιμοκατάλογος. Όλα ωραία και καλά, μόνο που ξέχασαν το βασικότερο. Το που βρίσκεται. Δεν χάνω ευκαιρία και αμέσως στέλνω sms και ρωτάω "που είναι το escape οεο??". Με παίρνει σε μισό λεπτό ένας κυρ Αντώνης και μου κάνει"Έλα ορέ..." και μου εξηγεί ακριβώς πώς θα πάω και ότι θα στρίψω στην πιτσαρία προς τα κάτω και τέτοια. Ότι να' ναι σύστημα. Αν δεν επικοινωνήσεις πρώτα με τον κυρ Αντώνη, καφέ δεν έχει.
Το βράδυ παίρνω τα τουριστικά σβάρνα και ψάχνω να βρω τετράγωνο δαχτυλίδι. Όχι να έχει τετράγωνο σχέδιο από πάνω. Να είναι γύρω γύρω τετράγωνο. Όπως οι τετράγωνες γάτες που λέγαμε. Μα να μην βρίσκω πουθενά!! Fail. Παρατάω την προσπάθεια και πάω για μπύρες με τα κορίτσια στον Κοχλία και κατά τις δωδεκάμιση την κάνω γιατί είμαι πτώμα και θέλω να πάω για ύπνο. Πηγαίνοντας προς το χωριό θυμάμαι ότι έχει πανηγύρι και μου φεύγει η κούραση και η νύστα, πάω να δω τα αρνιά στη σούβλα και τα κερκυραιοτράγουδα. Ποιος νοιάζεται τώρα για τον ύπνο. Εξάλλου είμαστε για τα πανηγύρια. Κέρκυρα φορέβερ λέμε. 

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Αυγουστιάτικες ονειροπολήσεις

Αμμουλιανή, 11 τη νύχτα, κυριακάτικα. Κάνουμε βόλτα στην πόλη και μας θυμιέται ότι θέλουμε να δούμε dvd και δεν έχουμε καλώδιο scart. Ρωτάμε απεγνωσμένα εδώ κι εκεί που θα βρούμε το ρημαδοκαλώδιο και μας λένε για έναν ηλεκτρολόγο τον Θανάση, που το μεσημέρι μάλιστα τον είχαν δει να μαστορεύει στο μαγαζί με τα τουριστικά εκεί απέναντι. Και να πάμε εκεί να τους ρωτήσουμε. Στο δρόμο μπερδέψαμε τα τουριστικά και ρωτήσαμε αλλού, αλλά επειδή ο Θανάσης ήταν πρώτη μούρη, ή μπορεί επειδή ήταν ο μοναδικός ηλεκτρολόγος του νησιού, τον ήξεραν όλοι και έτσι βρέθηκε κάποιος που μας έδωσε και το κινητό του. Υποθέτω για να τον καλέσουμε το πρωί. Εμείς τον καλέσαμε στις 11.30 τη νύχτα. Λογικότατο. Γεια σου κυρ Θανάση, είμαστε τουρίστες στην Αμμουλιανή και ψάχνουμε καλώδιο scart, ΤΩΡΑ όμως! Λοιπόν, σήκω από το κρεββάτι, παράτα το πιρούνι, άσε ό,τι κάνεις βρε αδερφέ και ερχόμαστε σπίτι σου να το πάρουμε. Και πήγαμε. Εγώ τον φανταζόμουν γύρω στα 40. Μελαχρινό. Απλό παιδί και τίμιο. Δουλευτή. Τελικά ήταν 60χρονος με καράφλα. 

-Συγνώμη κυρ Θανάση που ήρθαμε στο σπίτι σου νυχτιάτικα.
-Δεν πειράζει παιδιά. Ρωτώντας πας στην πόλη.
Αν ήμουν εγώ θα μας είχα διαολοστείλει. Και γυρίσαμε στο δωμάτιο κραδαίνοντας το scart και ένα καλαμπόκι που αγοράσαμε στο δρόμο. Δηλαδή δύο καλαμπόκια, ένα ψητό και ένα βραστό δώρο. Επειδή είχε πολλούς Σέρβους, το καλαμπόκι το αποκαλούσαν και "κούκουρουστ" ή κάτι τέτοιο, που φάνταζε τόσο γελοίο στα αυτιά μου, ώστε να με αναγκάσει να το googlάρω και να δω αυτό το πράγμα: кукуруз. Το έχω συνέχεια στο μυαλό μου και γελάω μόνη μου, πράγμα διόλου ανησυχητικό, διότι το συνηθίζω τα τελευταία χρόνια. Και γελάω μόνη μου παντού, ακόμα και στο αμάξι οδηγώντας και σκέφτομαι τι θα λέει άραγε ο κόσμος στα δίπλα αμάξια αν τύχει και κοιτάξει προς τα κει. Και καταλήγουμε πάλια στα ίδια: γελάει καλύτερα όποιος γελάει μόνος του.

Παρασκευή 24 Αυγούστου, στη δουλίτσα μου, με τα ακουστικά στο κεφάλι, μπροστά σε μια μαύρη οθόνη με πράσινα γράμματα γεμάτη αεροπορικούς τριγράμματους. Είμαι σε μια φάση περίεργη, έχω και ρεπό το σουκου, και αποφασίζω ότι αύριο θέλω να πάω στην Κέρκυρα, έτσι για να κάνω μπάνιο, να φάω το pollarollo μου και να γυρίσω πίσω. Και κάνω κράτηση στο εαυτό μου. Ούτε τηλέφωνα, ούτε αναστάτωση, ούτε Χατζηδάκις στην αναμονή, ούτε τίποτα. Σε περίπου 28 δευτερόλεπτα. Τόσο το έχω χρονομετρήσει. Και έξω από την πόρτα. Σε λίγες ώρες είμαι στο αιρμπασάκι και πίνω καφέ. Όλα πήγαν όπως τα υπολόγισα. Το μπάνιο στο Γυαλισκάρι και μετά τα καλαμαράκια στην ταβέρνα πιο πάνω και ο κόκορας που τριγυρνάει ανάμεσα στα πόδια μας. Πάντα θυμάμαι να έχει κοκόρια η συγκεκριμένη ταβέρνα. Η Κατερίνα θα το ξέρει σίγουρα. Πίνω μια Μύθος με μια σφίγγα μέσα, είναι η νέα μόδα όπως το σκουλήκι στην τεκίλα. Συζητάμε πάλι για τις τετράγωνες γάτες (τελευταία φορά που το ανέφερα με έβγαλαν τρελή), λέω για αυτή την κινέζικη εξυπνάδα που βάζουν τις γάτες σε βαζάκια και παίρνουν το σχήμα και κινεζογουστάρουν. Και το κάνουν και στα καρπούζια, για να τα φορτώνεις λέει καλύτερα στο φορτηγό. Η συζήτηση με συνεπαίρνει και όσο κολυμπάω σκέφτομαι τετράγωνες γάτες να παίζουν με τετράγωνα κουβάρια δίπλα σε τετράγωνες γιαγιάδες και μες στη θολούρα μου βλέπω μια τετράγωνη τσούχτρα. Πάω κοντά και βλέπω ότι είναι το διάφανο χαρτάκι από ένα πακέτο τσιγάρα. Ουφ. Πάλι καλά! Άντε τώρα να τους πεις ότι είδες τέτοιο πράγμα και να σε πιστέψουν. Άσε που είχα ήδη επιβαρύνει τη θέση μου και με το άλλο: είπα πως κάθε βράδυ, στο νερό του σκύλου μου "μπαίνουν κάτι πλάσματα". Σαν γιγάντιοι γυμνοσάλιαγκες, σαν βδέλλες, σαν δεν ξέρω κι εγώ τι. Μπαίνουν μέσα στο νερό και κολλάνε στα τοιχώματα. Και το πρωί εξαφανίζονται. Αλήθεια.

19.55 βρίσκομαι στο Κανόνι με τα αλάτια και περιμένω να δω την απογευματινή μας απογείωση. 20.10 και ακόμα τίποτα. Λες να πήγε από αλλού επειδή φυσάει;;;; Πιάνω έναν κύριο που δουλεύει εκεί δίπλα... -Συγνώμη, από δω περνάει το αεροπλάνο της Aegean? -Γιατί, θέλεις να το πάρεις;;;;  
20.19 η παρέα μου σιχτιρίζει.
20.20 ακούγεται ένας θόρυβος σαν να έρχεται κάτι από μπάτμαν και βάλε και βλέπω το αιρμπασάκι να περνάει μπροστά μου. Εκείνη την ώρα πρέπει να είχα και 3 οργασμούς και παραλίγο να αρχίσω το κάπνισμα. Και όποιος δεν έχει δει ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη και απογείωση στο Κανόνι, δεν έχει δει τίποτα σου λέω... Αργότερα κάνουμε βόλτα στην πόλη και στην πλατεία έχουν βγει οι μπάντες παγανιά. Γιατί το έχουν συνήθειο αυτό οι Κερκυραίοι. Σε κάθε λύπη και χαρά και σε ό,τι φέρνει ο χρόνος, βγαίνει ο Μάντζαρος, ο Καποδίστριας, η Παλιά Φιλαρμονική και δεν ξέρω γω τι άλλες μπάντες ξετρυπώνουν από παντού. Έφαγα και το pollarollo μου. Και πρωί πρωί σηκώθηκα να φύγω. Και τα είχα τόσο ωραία υπολογισμένα, έλα όμως που η πτήση γέμισε και έμεινα απέξω και σιχτίριζα την ώρα και τη στιγμή που έκανα την κράτηση σε 28 δευτερόλεπτα και χωρίς τον Χατζηδάκη. Την τσαντούλα μου και πίσω στην πόλη. Δεν με χάλασε. Κι έφυγα το βράδυ. Με λίγη ταλαιπώρια, αλλά τα κατάφερα. Στην Αθήνα λοιπόν, μπροστά στη μαύρη οθόνη με τα πράσινα γράμματα, κάνω μια κράτηση στον εαυτό μου σε 28 δευτερόλεπτα, για το Σάββατο. Μαντέψτε για που! Κι άλλο μπάνιο και άλλος μύθος κι άλλη Κέρκυρα. Δεν βάζω μυαλό παιδάκι μου.

Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

Καλακαίρι μου μυρίζει. Και τζατζίκι.

Οι διακοπές ξεκίνησαν ονειρεμένα, μόνο που η Νάντια δύο μέρες πριν έπαθε διάστρεμμα την ώρα που κάναμε ακροβατικά με background Μπονάτσο, και έτσι ήρθε στις διακοπές κούτσαβλος, με το αριστερό πόδι μέσα σε κυριλέ πεδιλάκι και το δεξί μπαταρισμένο με άσπρο επίδεσμο και μια άσπρη σαγιονάρα, νούμερο περίπου 54. Το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε στο νησί ήταν σκοτάδι και άνεμος. Αν δεν κρατούσα τη βαλίτσα μου, ίσως και να είχα απογειωθεί. Πάλι καλά που την είχα φορτώσει αρκετά, σε αντίθεση με της Νάντιας που είχε πολύ μειωμένο βάρος, αφού είχε φέρει μια μίνι συλλογή με μονά αριστερά παπούτσια. Ο Γιάννης πάλι με το που πάτησε το πόδι του στην Ανάφη, εκεί μες στο σκοτάδι και στον άνεμο, είπε ότι θέλει να ξανάρθει, ενώ ακόμα δεν είχε δει το νησί, πράγμα που κάνει συνέχεια σε κάθε διακοπές, αλλά αρνείται πεισματικά να παραδεχτεί.
 
Το πρώτο πρωί χάσαμε τον Κωνσταντίνο, ο οποίος είχε σηκωθεί το χάραμα και άρχισε τον ποδαρόδρομο και μάλιστα παρέσυρε μαζί του και την καημένη τη Μαρία. Οι υπόλοιποι φάγαμε κάτι ελαφρύ πριν πάμε για μπάνιο, αυγά με μπέικον ας πούμε. Πολλά πράγματα να κάνεις δεν είχε, αλλά οι παραλίες ήταν πολύ καλές. Και πήγαμε στον ξακουστό Ρούκουνα, και όλοι γύρω μας είχαν κάτι το περίεργο, α ναι ...είχαν ξεχάσει να ντυθούν. Καθήσαμε κι εμείς οι 7 με το μαγιώ μας (ξενέρωτοι) και αγναντεύαμε τη θάλασσα. Από μπροστά μας παρέλασε ένας τύπος που διάβαζε τον Μικρό Πρίγκιπα με την απόλυτη αφοσίωση και με τη μαλαπέρδα να κουνιέται πέρα δώθε. Κάναμε ότι δεν το είδαμε. Εξάλλου τα μάτια είναι τυφλά. Πρέπει να βλέπεις με την καρδιά... Έτσι δεν λέει ο μικρός πρίγκιπας; Σε λίγο πέρασε κι ένα ζευγάρι παππούδες, η γιαγιά τίγκα στο ξίγκι, κρατούσε τη βράκα της στο χέρι λες και ήταν longchamp και όταν πέρασε μπροστά μας έκανε στάση και τη φόρεσε. Να ήταν που ήμασταν όλοι ντυμένοι και να ντράπηκε, να ήταν που ήθελε να στηθεί εκεί μπροστά και να τη βάλει για να την προσέξουμε, δεν ξέρω, πάντως ήταν μια αηδία και ήταν δύσκολο να την κοιτάξεις με την καρδιά.. Και ας λέει ο μικρός πρίγκιπας. Είναι από άλλο πλανήτη και δεν ξέρει. Η άμμος έκαιγε κι ευτυχώς είχα εξοπλιστεί με τις τρίπατες ροζ σαγιονάρες, και παρότι μισώ το ροζ, με γλίτωσαν από τα εγκαύματα στις πατούσες. Η Μαρία έβγαλε φουσκάλες και έτσι κουτσάθηκε κι εκείνη.

Επίσης πήγαμε στην παραλία στο Κλεισίδι, όπου παίξαμε ταμπού κάτω από τα αρμυρίκια και μας μαστίγωνε η άμμος με ορμή και μίσος. Μικρούς πρίγκιπες τίποτα. Κανένα ενδιαφέρον.

Ξέχασα να αναφέρω ότι το νησί ήταν τόσο κεντρικό που οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας αγνοούσαν την ύπαρξή του και έτσι συνεννοούμασταν εκτ ων προτέρων για το τι ώρα θα βρεθούμε και που και το ραντεβού δεν σήκωνε ακυρώσεις "έλα θα αργήσω κανα τέταρτο", μόνο αν ήθελες να τις κάνεις με σήματα καπνού. Ευτυχώς στην καφετέρια στο θόλο είχαμε λίγο σήμα και λέγαμε στους δικούς μας ότι είμαστε ζωντανοί. Στοπ. Το παιδί της καφετέριας χάρηκε πολύ που άκουσε ότι η Μαρία είναι διευθύντρια και τη φώναζε μεγαλειοτάτη, της έφερε πρώτης τον καφέ και μετά που φύγαμε πρέπει να έβαλε την καρέκλα της σε προθήκη για να μην σκονιστεί, ίσως και καμιά ταμπελίτσα από πάνω, "εδώ κάθησε και απέλαυσε καφέ στη θέα η διευθύντρια Μαρία Λ., 2012". Χμμμμ.

Το βραδάκι μετά το μπάνιο πηγαίναμε για φαγητό και τρώγαμε όλη την ταβέρνα. Αν καθόμασταν καμιά βδομάδα ακόμα νομίζω ότι θα φώναζαν καράβι από τη Σαντορίνη για προμήθειες. Πρέπει να τους τελειώσαμε και τα αυγά με τόσες ομελέτες. Με το καλημέρα σας αδειάζαμε ένα κοτέτσι ολόκληρο. Και στις ταβέρνες πολύ τζατζίκι. Πάρα πολύ. Μάλιστα υποπτεύομαι ότι η Μαρία που δεν το έτρωγε πρέπει να πέθανε το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκε μαζί μου, γιατί την άλλη μέρα, ενώ δεν της άρεσε, έφαγε ένα ολόκληρο πιάτο μόνη της και όλη τη νύχτα μου τραγούδαγε το "αααααα..μην πας πουθενάααα, αααααα.... μην φύγεις ξανάαααα" έτσι για να μάθω. Η Νάντια από την άλλη πέταξε και τον επίδεσμο και όλα "για να μπορεί να κάνεις τις δουλειές της", όπως την συμβούλεψε η Πόπη. Και αφού πέταξε τον επίδεσμο συνειδητοποίησε ότι το πόδι της από 54 έφτασε πάλι στο 39 νούμερο και για κακή της τύχη είχε μόνο αριστερά παπούτσια. Χοχοχο.
Τελευταία μέρα στο Μοναστήρι ή στους Αγίους Αναργύρους, γιατί δεν θυμάμαι πως λεγόταν το μέρος για να είμαι ειλικρινής, βρήκαμε επιτέλους μια σκιά για να βάλουμε την κεφάλα μας και να μην καούμε πάλι από τον ήλιο. Μάλιστα επειδή δεν χωρούσαμε καλά, διώξαμε μια κυρία που καθόταν εκεί και τη στείλαμε πιο κει να λιαστεί στη χόβολη επειδή την είδαμε πολύ άσπρη. Εκεί κάτω από το δέντρο μας περπάτησαν σαύρες, φίδια και ακρίδες, αλλά εμείς απτόητοι. Κάναμε και σκέρτσα στο νερό και βγάλαμε υποβρύχιες φωτογραφίες, σε άλλες είμαστε γοργόνες και σε άλλες σκυλόψαρα και σε μερικές φαίνονται μόνο κάτι χέρια ή κάτι βυζιά μόνα τους, γιατί δεν μπορούσαμε να κεντράρουμε.

Κι έφυγα από την Ανάφη και πήγα στη Χαλκιδική, να συνεχίσω το φαγητό μου. Κι εκεί έγινε το χάος. Γιατί εμείς οι Αθηναίοι όταν πηγαίνουμε στο σουβλατζίδικο μπορούμε να φάμε και καλαμάκια, ενώ εκεί πάνω τα καλαμάκια τα έχουν μόνο για να ρουφάνε. Και όλα τα τυριά τα λένε κασέρια και έτσι στο τοστ τους βάζουν ζαμπόν κασέρι και όχι τυρί, γιατί αν βάλουν τυρί θα τους το φέρουν με φέτα. Άσε που μπορεί να μην είναι τοστ, να είναι ένα μακρόστενο σάντουιτς, αλλά κανένα πρόβλημα, δεν πα να είναι οκτάγωνο, στρογγυλό, σε σχήμα καρδιάς, πάλι τοστ θα είναι αφού μπήκε στην τοστιέρα, κι εγώ άλλωστε αν μπω στην τοστιέρα τοστ θα αποκαλούμαι.
-Και αν θέλετε να παραγγείλετε τετράγωνο τοστ τι λέτε δηλαδή;
-Ένα τοστ με ψωμί του τοστ. 
Αχά.

-Και εδώ που λέει τοστ και από κάτω διπλό τοστ, τι εννοεί; Ότι είναι πύργος? Τρία ψωμάκια; Ή απλά ότι έχει διπλό ζαμπόν διπλό "κασέρι"?
-Τι λες ρε συ, που τα σκέφτηκες όλα αυτά?? Εννοεί απλά δύο τοστ.
-Χαχαχαχ, είσαι βλάκας, και τότε γιατί να μην παραγγείλεις δύο τοστ και να έχει ειδική κατηγορία;?...Κάτσε να ρωτήσω τη σερβιτόρα..
-Κοπελιά όταν λέει εδώ διπλό τοστ τι εννοεί;
-Εννοεί δύο τοστ.
Αχά.
Πολύ ξεκούραση κατά τα άλλα στη Χαλκιδική. Και πολύ ωραία. Γιατί μπορεί άλλα να ζήταγα και άλλα να έτρωγα, αλλά στην παραλία διάβαζα αραχτή glamour και cosmopolitan και έστελνα sms για να γίνω μία από τις 5 τυχερές που θα κερδίσουν το τζιν φόρεμα <3 και το βράδυ μοχιτάκι πλάι στο κύμα και τάβλι πλάι στα κουνούπια και στις ακρίδες, που μια ζωή θα με κυνηγάνε. Ω πόσο σας μισώ απαίσιες ακρίδες!!