Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Γύρισες από διακοπές; Πάρε ντεπόν και θα σου περάσει.

Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια αυτό που λένε ότι οι Επτανήσιοι έχουν την τρέλα μέσα τους, ούτε θέλω να παρεξηγηθεί κανένας Επτανήσιος, αλλά έχω βάσιμες υποψίες πώς είναι.

Όταν φτάσαμε στη Λευκάδα, η κυρία που νοίκιαζε το αμάξι είχε λυσάξει να της πούμε που θα μείνουμε.
-Δεν ξέρω, τι να σας πω, πάντως η κυρία που έχει τα ενοικιαζόμενα λέγεται Αγλαΐα.
-Ποια, η γυναίκα του Κώστα του δασκάλου, εεεε?;; Η γυναίκα του δασκάλου;;;;;Εεεεε;;;
-Δεν ξέρω, μπορεί. (Χμμμ, τι έπαθε και γκαρίζει η τρελή?!)
-Ναι βρε παιδί μου και που είναι αυτά τα ενοικιαζόμενα;;;;; Εεεεε, πού είναιιιιι;;;; Εεεεε;;;
-Δεν ξέρω, πρώτη φόρα έρχομαι, θα πάρω σε λίγο την κυρία να μου πει. (Αν είναι να με δαγκώσεις την παίρνω και τώρα)
-Μα είναι η γυναίκα του δασκάλου ή μήπως του ζαχαροπλάστη; Μάαααριεεεε! ...Έλα δω παιδί μου, ποιος έχει πάρει την Αγλαΐα, ο δάσκαλος;
-Δεν ξέρω ρε μάνα, ποια Αγλαΐα; Πάω για μπύρα με τα παιδιά.
-Τι λες βρε ακαμάτη, εγώ έχω μαγειρέψει, κι εσύ τρέχεις έξω με τους φίλους σου...!


Πήγαμε και βρήκαμε τον κυρ Κώστα, που ήταν δάσκαλος ή ζαχαροπλάστης, ή μπορεί και πλέον συνταξιούχος. Το δωμάτιό μας ήταν στο ισόγειο, αυτός έμενε στον πρώτο. Που τον έχανες, πού τον έβρισκες, όλο έξω από το παράθυρό μας κρυφοκοίταζε. Λίγο ματάκιας ο κυρ Κώστας. Αφού ένα βράδυ άνοιξε και την πόρτα με το κλειδί, γιατί άκουσε θόρυβο και φώναζε μες στα σκοτάδια "Εεεε...κουρίτσα, εδώ είστε;?!!". Και μας είχε προειδοποιήσει ο Κωνσταντίνος: Σε αντίστοιχο ενοικιαζόμενο, γύρισε από το μπάνιο και το σπίτι μύριζε κάτι ωραίο, κάτι σαν μπάμιες με φρέσκια ντομάτα για παράδειγμα. Σε λίγο μπούκαρε μέσα η σπιτονοικοκυρά με ένα γάντι, άνοιξε το φούρνο, πήρε το ταψί της και έφυγε, σαν να έκανε το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου.
Τυχαία, την τελευταία μέρα καταλάβαμε ότι ο κυρ Κώστας λεγόταν Αντώνης. Όταν επιστρέψαμε το αμάξι, είπαμε στην τρελάρα ότι τελικά ο Αντώνης έχει παντρευτεί την Αγλαΐα. Για να βγει η μαλίνια από μέσα της. 

Οι παραλίες ήταν παραδεισένιες και σου άνοιγαν την όρεξη. Κανα δυο φορές φάγαμε στον Άγιο Νικήτα και ενώ η Δανάη είχε στο στόμα της το καλαμαράκι, ξαφνικά ένιωσε να προσγειώνεται στην κεφάλα της μια τεράστια κουτσουλιά από γλάρο, έτσι... πλούυυφφφ. Τελικά ήταν η επίθεση της γιγάντιας ακρίδας. Για να μην την τρομάξω, άρχιζα να ψελίζω κάτι ακαταλαβίστικα, ξηδοιφυκ;ςερθάςσκδσφξ που μάλλον τρόμαξαν και την ακρίδα.


Τα βράδια κάναμε βόλτες στην πόλη πάνω κάτω και τανάπαλιν και το λουκ Ντράγκονμπολ συνάρπασε όλους τους Κινέζους του νησιού, τουρίστες και μαγαζάτορες. Η Δανάη από την άλλη είχε το λουκ Τζέλλα Δελαφράγκα. Φούξια καπελαδούρα, ολόσωμο πουά μαγιώ, γυαλιά ηλίου σε σχήμα καρδούλας και τέτοια πράγματα. Τζέεενη, ουυουυυυ. Μαμάααα, Ντέεεενη, ουυυουυυυ. Της χρειαζόταν το φώτοσοπ με το πορτρέτο πίσω της. Η Πένυ δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο λουκ. Φυσιολογικά όλα. Μόνο που στο Πόρτο Κατσίκι φοβόταν μην της έρθει ο βράχος στο κεφάλι. Μα τον Τουτάτις/Μπελένος.
Ωραία παραλία κατά τα άλλα. Ψηθήκαμε σαν σουβλάκια στο βοτσαλάκι, εκεί που σε ξεβράζει το κύμα. Την ώρα που ξάπλωνα χαλαρά και λιαζόμουνα, η Πένυ είχε πεθάνει στο γέλιο.
-Βασικά εκεί που ξαπλώνεις και ήμουν εγώ πριν, κατουριόμουν και λέω "τώρα πούυυυ να βουτάω πάλι στη θάλασσα, δεν τα αμολάω εδώ στο βοτσαλάκι όπως κάθομαι;;"
Μπλιάαααχ, καλά ρε φίλε, σκύλος είσαι;; Και είχα πάρει και πόζα πανάθεμά με.

Ε μετά μπλέξαμε και με ένα σταυρόλεξο και ακολούθησαν φανταστικοί διάλογοι:
Γεωργία: Υποκοριστικό του Χαράλαμπος. 6 γράμματα, το 2ο άλφα.
Πένυ: Μπάμπης δεν ταιριάζει, Χάρης δεν ταιριάζει, άρα... Χάμπος. 
(Το Λάμπης δεν έπαιζε σαν επιλογή. Για να δεις πώς φαίνονται οι Πόντιες). Κι εσύ λάμπεις Χάμπο μου.
Δανάη: Ρε σεις πρέπει να έχουμε κάνει κάποιο λάθος εδώ. Λέει "παρασιτώ" και έχουμε τα 2 τελευταία, που είναι και τα 2 ωμέγα. Δεν υπάρχει λέξη που να τελειώνει σε δύο ωμέγα.
Γεωργία: Τι λέτε ρε βλάκες, υπάρχει, όπως για παράδειγμα "φυτοζωώ".
Δανάη: Ααααα, ναι. Φυτοζωώ.
Γεωργία: Χμμμμ, για να δούμε τώρα, ποια είναι αυτή που ψάχνουμε.
Δανάη: Αυτή είναι ηλίθια.




Αλλά enough με τη Λευκάδα, γιατί θέλω να σας πω και για την αγαπημένη Κέρκυρα. Έξι χρόνια φοιτήτρια εκεί, και έχω αφήσει αναμνήσεις σε κάθε βρωμερή γωνίτσα της πόλης που μυρίζει καναλέτο και κάνουν παρέλαση τα αρούρια. Που λες, κάτι κυκλοφορεί τελευταία στο νησί που παχαίνει. Η υγρασία, η τρέλα, η βαρεμάρα, ή όλα μαζί ίσως. Κάπου στο κλαμπ το βράδυ πέτυχα τον Θανασάκη, πρέπει να είχε φάει τον φίλο του τον Αλέκο. Είδα και τον Σπύρο και τον ρώτησα αν έχει φάει τον αδερφό του. Τελικά ο αδερφός του ήταν πιο πέρα. Δεν ξέρω ποιόν κατάπιε. Any ideas? Και ο Τεό είχε φάει την κοπέλα, του, ή τη μαμά του, ή μάλλον την Κούλα που ήτο και ευτραφής, θα σας γελάσω.

Το ξενοδοχείο ήταν καλό. Είχαμε μόνο κάτι προβληματάκια με το μπάνιο. Δηλαδή την πρώτη μέρα, όντας ανυποψίαστες, τραβήξαμε το ματζαφλάρι που βουλώνει το νιπτήρα για να πλύνουμε τα μαγιώ και έμεινε εκεί για πάντα. Έτσι αναγκαζόμασταν να πλένουμε το πρόσωπο, τα χέρια και τα δόντια μας στο ντους, ή να τα πλένουμε στο νιπτήρα και μετά να τον αδειάζουμε με ποτήρια. Αλλά και στο ντους υπήρχε θεματάκι. Στουμπωμένο και εκεί το κουμπί από τα άλατα, προσπαθούσες να τραβήξεις τη βλακεία προς τα πάνω για να τρέξει το νερό από το τηλέφωνο και με λίγη καλή τύχη το κατάφερνες με την 20η φορά. Αν όχι, απλώς πλενόσουν από τη μέση και κάτω. Με το που ανέβαζες το ρημαδιασμένο κουμπί βέβαια, δεν τελείωναν τα προβλήματά σου, γιατί το νερό δεν έτρεχε από το τηλέφωνο, αλλά από διάφορες μεριές του καλωδίου του. Η Νάντια, νεοαφιχθείσα την τρίτη μέρα, αναφώνησε μπαίνοντας στο δωμάτιο Τιιι τέλειοοοο μπάνιοοοο! ..Η επίδειξη που ακολούθησε στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία και η Νάντια δεν ξανασχολίασε οτιδήποτε άλλο ωραίο συναντούσε στο διάβα της.

Ωραίο και το μπάνιο στο Μπαρμπάτι, αλλά ακόμα καλύτερο στην Παλαιοκαστρίτσα - La Grotta:
Και αν δεν μοιάζει με τη διαφήμιση του light blue, βγάλτε μας ψεύτρες.






Επίσης: φάγαμε στο αγαπημένο La famiglia, αξία ανεκτίμητη. Ο σερβιτόρος δεν μας πήρε παραγγελία, μας είδε από την είσοδο και μας έφερε 5 pollarolo, το πιάτο που έχει μείνει χρόνια χαραγμένο στην καρδιά και στη φοιτητική στομάχα μας. Ριγκατόνι, με κρέμα γάλακτος, κομματάκια κοτόπουλο και φασκόμηλο. Όποιος τύχει να περάσει από την Κέρκυρα, ας πάει να το δοκιμάσει και θα με θυμηθεί. Ξενυχτήσαμε στο πρώην Destijl, που τώρα έχει γίνει Hook, και επειδή άλλαξε όνομα στριμώχτηκαν εκεί όλοι οι Κερκυραίοι σαν ποντίκια, κολλημένοι από την υγρασία, με ένα ποτό στη χέρα. Το έχουν αυτό οι Κερκυραίοι. Κάθε χρόνο στριμώχνονται όλοι σε ένα μαγαζί και τα υπόλοιπα είναι άδεια. Νησιωτική ιδιοτροπία που εμείς, οι "Αθηναίες", ποτέ δεν καταλάβαμε.


Κάναμε και την άφτερ εμφάνισή μας στον Καραφώτη που έτυχε να είναι στο νησί. Την ώρα που λικνίζαμε τα κορμιά μας,  η Δανάη έπινε πάγο με ούρσους και φώναζε -Δώστα όοολα Φώωωωττττη και η Νάντια την έκραζε -Σκάσε μωρή, Κώστας λέγεται! 

Και μ'αυτές τις γελοίες σκέψεις γύρισα που λες στην Αθήνα. Λίγες οι μέρες στην Κέρκυρα και φτάσαμε fast forward στα τέλη του Αυγούστου. Γαμώτο. Ένα μαγικό ραβδί να με ξαναγυρίσει πίσω, έχει κανείς;

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Κι όμως, μιλούσε!!!

Γεωργία: - Παιδιά, είδα μία στο δρόμο που περπατούσε και είχε στον ώμο την τσάντα της, και έβγαινε από μεσα ένα κανονικό ακουστικό σταθερού τηλεφώνου μπλε ελεκτρίκ και αυτή μιλούσε!!!!

Αντώνης και Νάντια: - Είσαι τρελή, σιγά μην έστελνε και μήνυμα, τί ώρα παίρνεις τα χάπια σου;; 
ΕΤ phone home. Χαχαχα, άντε να κοιμηθείς τώρα, να ηρεμήσεις.
Πόπη: Ε καμιά τρελή θα ήταν, θα μιλούσε μόνη της! (τουλάχιστον τα έριξε στην άλλη)


Το κλου είναι ότι κάποιος απ' όλους ήταν τρελός.
Ε όχι αγάπη μου, κανείς δεν ήταν τρελός, το moshi moshi pop phone υπάρχει!
Το είπε και το google.




Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

Διακοπές στο χωριό

Κρητικός γάμος σε χωριό είκοσι κατοίκων. Φτάνουμε Σάββατο πρωί στο Ηράκλειο, όπου αντί για το cinquecento που είχαμε νοικιάσει online, βρισκόμαστε στο αεροδρόμιο με ένα τεράστιο αμάξι και μια τρελάρα που μας βάζει να υπογράψουμε τα χαρτιά και μιλά μια ακατανόητη διάλεκτο. Ακολουθούμε οδηγίες από email του Γιώργου για να φτάσουμε στο χωριό. Oi odhgies htan sta greeklish kai egrafan oti na'nai. Αποφασίζουμε να καταφύγουμε σε οδηγίες γηγενών, θα πας εδώ στη γωνίιιια που'ναι ο Σύνδεσμος τσε θα στρίψεις - το εβλέπεις ετσεί το σημείο που εσμίγουν οι δρόμοι;;; Ε.. ετσεί στρίβεις.
Βρίσκουμε το χωριό μετά βασάνων, γιατί δεν ξέραμε τι είναι ο Σύνδεσμος, ούτε καταλάβαμε που εσμίγουν οι δρόμοι. Αφήνουμε τα πράγματα και κάνουμε βουτιά, γκανιάσαμε να κυκλοφορούμε τόση ώρα στη λαλάκα.

Αμέσως μετά καθόμαστε στη μοναδική ταβέρνα να φάμε καλαμαράκια και να τα βουτήξουμε στο τζατζίκι, συνδυασμό που σκέφτηκα την ώρα που κολυμπούσα και που ο καλός μου επέμενε ότι τάχα δεν  ταιριάζει, αλλά τελικά κρυφοβουτούσε κι εκείνος. Με το που καθόμαστε, περνάει και ο κυρ Μπάμπης. Κάθεται δύο λεπτά να μας χαιρετήσει (τελικά μπαστακώθηκε καμιά ώρα), μας πίνει και τη μπύρα και αρχίζει τις ιστορίες του. Ότι έκανε λέει τον φωτορεπόρτερ στα γήπεδα της Ιταλίας, ότι έκανε τον γύρο της Αυστρίας σε 80 ημέρες και ότι παραλίγο να γίνει πρωθυπουργός στη θέση του πρωθυπουργού. Κρεμόμαστε από τα χείλη του, και σε λίγο πετιέται και ο Γιώργος κάπου πιο πέρα.
-Πατέρα φύγε από το τραπέζι, άσε τα παιδιά στην ησυχία τους!
-Μα ούτως ή άλλως τα παιδιά δεν έχουν τι να πουν!!!
Τα ισοπέδωσε όλα με μια απλή πρόταση.
Το βουλώσαμε και στουμπώσαμε καλαμάρι με έξτρα τζατζίκι. 
-Που λέτε παιδιά εδώ έχει πολλή ζέστη, βράζει η άμμος ολάκερη, αν πάρεις ένα αυγό και το θάψεις μέσα θα ψηθεί. Το θάβετε, καρφώνετε από πάνω κι ένα ξύλο για να μην το χάσετε, κάνετε μια βουτιά και σε λίγο το βγάζετε. Εγώ φεύγω.

Είπε τη μικρή του μλκία και εξαφανίστηκε και ένιωθες ότι κρυβόταν από πίσω κάτι άλλο, μεγαλύτερο. Λέω στον Αντώνη ότι αν δεν ψήσουμε το αυγό εγώ δεν φεύγω από το χωριό.
Πηγαίνουμε στην κυρά Μαρία, τη γυναίκα του, να ζητήσουμε αυγό.
Η κυρά Μαρία μες στη φυσικότητα:
-Ναι αμέσως παιδιά, θέλετε να το ψήσετε στην άμμο; (καθημερινό φαινόμενο γαρ)
-Ναι ναι, μας είπε ο κυρ Μπάμπης ότι πετυχαίνει.
Εν τω μεταξύ παρασκύφτει και η γειτόνισσα.
-Τι γίνεται, τι κάνουν τα καλά παιδιά; Τι είναι τούτο, αυγό; Αααα, θα το ψήσετε στην άμμο; Ωραία, μπράβο, κι εγώ τώρα θα κατέβω μια βόλτα για μπάνιο, έχει κύμα;
Τώρα εμείς ήμασταν οι περίεργοι ή οι υπόλοιποι που τους φάνηκε φυσιολογικό το πείραμα του αυγού και δεν πεταρίζαν βλέφαρο, δεν ξέρω. Εμείς μια φορά ξεκινήσαμε αποφασισμένοι να το ψήσουμε στη χόβολη. Όπως κατεβαίνουμε ο κυρ Μπάμπης μας δίνει την τελευταία συμβουλή και μας αποτελειώνει:
-Μην το βάνετε πολύ βαθιά κι έχει υγρασία, γιατί δεν θα ψηθεί καλά.
Μιλάς με γρίφους γέροντα.
Το αυγό παρέμεινε ωμό και είπαμε ψέματα ότι ψήθηκε, για να μην τον στεναχωρήσουμε.

Ανηφορίζουμε άπραγοι προς το δωμάτιο και στο δρόμο συναντάμε τον συμπαθή γείτονα στην αυλή του, όπου κραδαίνει το λάστιχο και μας γνέφει να πάμε να ξεπλυθούμε για να μας φύγουν τα αλάτια. Κοιταζόμαστε με απορία. Του λέμε ευγενικά ότι συνηθίζουμε να πλενόμαστε στη μπανιέρα.
Καθόμαστε λίγο στη βεράντα να ηρεμήσουμε και βλέπουμε σε ένα σπίτι πιο κει ένα αντρόγυνο να πλενετε στην αυλή με το λάστιχο. Τι σκατά, το' χουν συνήθειο; Διώροφο σπίτι, δεν έχουν μπανιέρα;
Πάνω στην απορία μας, βουτάνε και το μωρό τους, το βάζουν κάτω και ο ένας το σαπουνίζει, ο άλλος του ρίχνει με το λάστιχο σαν να' ταν τριανταφυλλιά (είχε βάλει και τον αντίχειρα για πίεση) και το μωρό πλαντάζει και το ακούει όλη η γειτονιά. Το σαπουνίζουν για να πάει στο γάμο το βράδυ. Το μεγάλο γεγονός του Ιουλίου.

Χίλια άτομα στον γάμο, τραπέζια και χοροί καταμεσής του δρόμου. Μπαλοθιές δεν είχε, είχε όμως λυράρη, φαΐ και καλή παρέα. Επίσης είχε ωραία κατανομή φαγητού. Για ορεκτικό είχε γίδα με μακαρόνια και για κυρίως πιάτο μπριζόλα με πατάτες. Ή μπορεί να μην είχε ορεκτικό και να είχε δύο κυρίως που απλώς ήρθαν ετεροχρονισμένα, ακόμα δεν έχουμε καταλάβει. Στην συζήτηση στο τραπέζι μαθαίνουμε την άχρηστη πληροφορία της ημέρας, ότι δηλαδή το χωριό παράγει αγγούρια. Χορέψαμε μαλεβιζιώτη με δική μας αυτοσχέδια μέθοδο και ευτυχώς μες στον χαμό κανένας δεν κοιτούσε τα πόδια μας. Ο γάμος κράτησε μέχρι τις οχτώ, βέβαια εμείς φύγαμε κάπου στο ενδιάμεσο γιατί δεν την παλεύαμε άλλο από την κούραση. Θέλαμε να ξυπνήσουμε και το πρωί να πιούμε καφέ κάτω από τον πλάτανο.

Όλη μέρα τη βγάλαμε στη θάλασσα, εγώ μάζευα πετραδάκια και ο Αντώνης μάζευε το μαγιώ του που του το επαιρναν τα κύματα. Και όταν νύχτωσε και γέμισε ο ουρανός αστέρια εμένα με πιάσανε οι ρομαντισμοί και τον έβαζα να μου δείξει τους αστερισμούς έναν έναν. Όχι ότι τους ήξερε δηλαδή..
-Ρε μωρό μου κάτσε να ανοίξω λίγο το ipod να δω.
-Καλά είσαι βλάκας;;;
-Λοιπόν περίμενε να φωνάξω τον Γιώργο μήπως ξέρει.
Έρχεται ο Γιώργος.
-Γιώργο μήπως ξέρεις τους αστερισμούς;
-Καθήστε να ανοίξω λίγο το ipod. 
Άλλος από κει. Το ανοίγει το υψώνει προς τον ουρανό, και το μαραφέτι μας μαρκάρει τους αστερισμούς σε 3 απλές κινήσεις. Ρε τους κερατάδες, τι φτιάχνουν, θα έλεγε τώρα ο πατέρας μου.
Αφού εντυπωσιάστηκα κι εγώ είναι η αλήθεια. Κι αυτή η κόμη της Βερενίκης τι ήταν, μήτε που την είχα ξανακούσει. Θα κάτσω να μελετήσω τώρα. Μόνο την Μεγάλη Άρκτο ξέρω να ξεχωρίζω ο στούρνος.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Έμαθα πως είσαι manga

Πώς θα γίνει να πάρω την τσάντα από τα Κεμ; Δεν με πιάνει ύπνος τα βράδια...

Και στη δουλειά τώρα τελευταία έχουν λυσάξει οι Κινέζοι. Αγγλικά ότι να' ναι, αλλά παίρνουν τηλέφωνο να κλείσουν. Must προορισμός η Σαντορίνη. Και πώς να στα κλείσω ρε φίλε, αφού δεν υπάρχει συνεννόηση. Κάνεις συνέχεια ωωωωω και μετά λες κάτι ακαταλαβίστικα με παρήχηση του λάμδα και πάλι ωωωωω. Κλείστα από το ίντερνετ να τελειώνουμε. Εφιάλτης είσαι. Ονειρεύτηκα τις προάλλες volcanic ash στη Σαντορίνη. Να ακυρωθούν οι πτήσεις και να πρέπει να τους ενημερώσεις στα αγγλικά. Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Καλό μου ηφαίστειο, σε παρακαλώ πολύ, κοιμήσου για πάντα!!


Με βασανίζει και η σκέψη του μικρού λαμπραντόρ που πρέπει να γίνει δικό μου. Για όποιον δεν κατάλαβε, μιλάμε γι' αυτά τα μπεζουλί σκυλάκια που όλοι αγαπήσαμε στη διαφήμιση με τα κωλόχαρτα Κλίνεξ καπιτονέ. Για καπιτονέ απαλότητα και μοναδική απορροφητικότητα. Βέβαια έχω ήδη τον Φρεντάκο, αλλά να μην έχει κι αυτός παρέα; Σκυλο-βαριέται όλη μέρα να μην μιλάει σε σκύλο. Έπρηξα τον πατέρα μου, μου είπε "θα δούμε" και συνέχισε να διαβάζει την εφημερίδα του. Η μαμά μου αυτές τις μέρες είναι στο χωριό, οπότε της το ξεστόμισα τηλεφωνικώς και μου είπε "δώσε μου τον πατέρα σου ΤΩΡΑ". Δεν ξέρω τι επιχειρήματα είχε, αλλά εκείνος όσο τον έκραζε κρατούσε το ακουστικό σε απόσταση δέκα εκατοστών από το αυτί του και μετά της είπε ένα ξερό "καλά" και άλλαξαν θέμα. Είπαν για το καρπούζι. Γεμάτο κουκούτσια λέει.

Το άλλο Σάββατο Κρήτη, γάμος σε χωριό. Το γλέντι θα γίνει στην πλατεία του χωριού. Δεν ξέρω ποιοι παντρεύονται και θα πάω απρόσκλητη με άλλη παρέα, όπως έκαναν στο wedding crashers για να φάνε και να βρουν γκόμενες. Τώρα παρακολουθώ σοβαρά μαθήματα άνευ διδασκάλου στο youtube για να μάθω μαλεβιζιώτη. Αλλά με τέτοια βιντεάκια δεν παίζει. Χοχοχο. Όντως, ο άνθρωπος κάτι παίρνει. Μάλλον αύριο στο λάτιν θα πω στη δασκάλα να κάνουμε μια εξαίρεση και να χορέψουμε Ζωιδάκη μπας και ξεστραβωθώ. Μα να μην μπορώ να σούρω τα πόδια μου στο γάμο;


Επίσης. Γνώρισα έναν τύπο περίεργο που κυκλοφορεί με βέσπα. Με έκανε βόλτα και ήταν σούπερ. Φλας δεν είχαμε, άπλωνα τη χέρα μου. Του είπα ότι μοιάζει με Ιταλό. Μου είπε ότι μοιάζω με γιαπωνέζικο manga. Σας τα έλεγα εγώ, φτυστά είμαστε. Μαλλί καρμπόν σου λέω. Μεγάλα μάτια και μικρό στόμα. Ω, ναι. Κάπου από κει κρατάει η σκούφια μου. Στοίχημα.
 

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Ονειρευτείτε γιατί χανόμαστε

Καλημέρα. Ονειρεμένο καλοκαιρινό βράδυ, κοιμήθηκα σαν βόδι και τώρα σηκώθηκα και τρώω παστίτσιο κρύο από το ψυγείο για πρωινό, ποιος το ζεσταίνει τώρα...
Θα πάω για μπάνιο σε λίγο, λες να πάω στον πάτο;
Το πολύ να πλατσουρίζω πάλι στα ρηχά σαν τις γιαγιάδες. Και μιας και το ανέφερα, πήγα βόλτα στη γιαγιά προχτές. Είχα μήνες να πάω να τη δω, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν με ξέρει, οπότε κανένα πρόβλημα. Μπαίνω στο σπίτι και με κοιτάζει από πάνω ως κάτω:
-Χεχε, ποιο είναι το κοριτσάκι;;
Με λένε Γεωργία, της λέω.
-Κι εμένα!!! (Τυχαίο, δεν νομίζω)
Ο διάλογος επαναλήφθηκε περίπου 130 φορές.
Στο τέλος έδειξε σαν να με θυμήθηκε. Είμαι εγώ που παίζαμε μαζί αμάδες στο δρόμο.
Δεν ήξερα τι είναι οι αμάδες για να ανησυχήσω, μετά το γκουκλάρισμα ταράχτηκα.
Επειδή μου αρέσουν οι γλώσσες, η Λίντια, η Βουλγάρα που προσέχει τη γιαγιά, άρχισε να μου μαθαίνει χαιρετισμούς στα βουλγάρικα. Στραμπούληξα τη γλώσσα μου με το παχύ το s. Η γιαγιά βαρέθηκε τα ξενόγλωσσα μαθήματα και άρχισε παράπονα στον μπαμπά:
Γιαγιά: Πονάει το δόντι μου!
Μπαμπάς: Ποιο απ' τα δύο;;;
Ο σοβαρός διάλογος διακόπτεται από τις τουρμπίνες του αεροπλάνου μας και το κοιτάζω με νοσταλγία. Παραλίγο να μας σηκώσει τον ηλιακό θερμοσίφωνα - πέντε λεπτά από το αεροδρόμιο η τυχερή η γιαγιά. Τα κοιτάζει συνέχεια τα αεροπλάνα και χαιρετάει. Αυτή τη φορά χαιρέτησα κι εγώ. Η γιαγιά επιμένει ότι ο πιλότος μας είδε, και αναβόσβησε τα φώτα. Ήταν χαρούμενη και δεν της χάλασα το όνειρα. Ποια είμαι εγώ που θα της πω να μην ονειρεύεται αεροπλάνα;

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Κερνάω απόψε εγώ

Ήμουνα που λες στο αμάξι και ήταν στενός ο δρόμος, αλλά διπλής κατεύθυνσης, παρκαρισμένοι δεξιά και αριστερά (δικαιολογούμαι με κάθε μέσο), και τσουπ σφηνώνω με ένα σχολικό. Ε, πήγα δεξιά, πήγα δεξιά, δεξιά, και έλα δεξιά, έλα δεξιά, γκντουπ, έλα μαλάκω να δεις τι έκανες. Τον κοπάνησα τον παρκαρισμένο, και μάλιστα ήταν εκεί πιο δίπλα και καθόταν για καφέ. Έρχεται ο κύριος τρομοκρατημένος και του νιαουρίζω περιχαρής "Σας κέρασα κάτι γρατζουνιές κι ένα βαθούλωμα, αλλά μην ανησυχείτε θα σας δώσω τα στοιχεία μου". Νιαου. Κοιτάει από δω, κοιτάει από κει... "να πας στο καλό κορίτσι μου και να προσέχεις". Ευγενέστατος. Αναρωτιέμαι, αν είχα μούσια, θα μου έλεγε το ίδιο; Γυναίκες οδηγοί σου λέει μετά. Τι τα θέλω τα τιμόνια!