Γιατί ξεκίνησα λάτιν και στην πορεία το γύρισα στο χασάπικο, στο ζεϊμπέκικο και στο Zorbas the Greek. Γιατί αύξησα τη συλλογή μου της Betty Boop με ένα αγαλματάκι, ένα καδράκι κι ένα στριγκ. Και μην ρωτήσει κανείς γιατί δεν βάζω ν στο στριγκ. Στο πανεπιστήμιο μας έμαθαν ότι στα ελληνικά το νι-γάμα-κάπα είναι ανύπαρκτος συνδυασμός. Όπως γράφεις το Ουάσιγκτον ας πούμε, απλώς λίγο πιο πρόστυχο. Το αγαλματάκι της Betty Boop το στόλισα δίπλα στην προτομή του Ιπποκράτη και ο πατέρας μου με ρώτησε πόσο χρονών είμαι. Άφησα λοιπόν την κέρινη κεφάλα μόνη της και μετέφερα τη Betty στο δωμάτιό μου. Θυμήθηκα και τον φανταστικό διάλογο:
-Ναι γεια σας, πετάω αύριο από Μιλάνο Αθήνα και θέλω να μεταφέρω στην καμπίνα ένα κεφάλι. -Παρμεζάνα; -Όχι μια ξύλινη προτομή.
Τι να της πεις τώρα...
Γιατί αποφάσισα ότι ο έρωτας για την Aegean είναι ανυπέρβλητος. Και δεν γιατρεύεται. Φέτος λοιπόν θα στολίσω το δέντρο με ασημίζοντα υγρά μαντηλάκια aegean και στην κορυφή θα βάλω έναν άγγελο με φτερά airbus. Σουρεάλ, αλλά με τα δικά του φτερά θα ήταν ξενέρωτος. Λες να με πετάξουν οι γονείς μου έξω από το σπίτι; Χμμμμ. Μόνο ο Κωνσταντίνος θα το εκτιμούσε.
Γιατί είδα την Άντζελα Δημητρίου live.
Γιατί αποφασίσαμε με τη Νάντια να ενισχύσουμε τα μικρά συνοικιακά μπαράκια και να καθόμαστε σε όποια παρακμή ανακαλύπτουμε στο διάβα μας και να γουστάρουμε κιόλας. Βέβαια ενισχύουμε και τους Κινέζους, αλλά τι να κάνεις, μας οδηγεί η ανάγκη. Παίρνεις το παντελόνι κοψοχρονιά 20 γιούροζ και σου λέει ο Κινέζος στο ταμείο: Τέλει 15 χωλίς απόντεικση; Ε, ναι τέλει και παρατέλει. Για την Ελλάδα ρε γαμώτο!
Γιατί κατέληξα για 28η συνεχή χρονιά στο ότι δεν μπορείς να συνεννοηθείς με τους άντρες:
-Ας υποθέσουμε ότι είσαι σε ένα μπαράκι και πίνεις το ποτό σου, και πιο κει είναι μια γκόμενα που κοιτάζεστε εδώ και ώρα. Πώς την πλησιάζεις;
-Ε, αφού κοιταζόμαστε, της κάνω νόημα να έρθει εκεί που κάθομαι.
-Μα καλά ΑΥΤΗ θα έρθει;?
-Ναι, γιατί;?
Μα ρωτάς κιόλας;;;; Λοιπόν για να ξεκαθαρίσουμε τις απλές διαδικασίες. Αν κοιτάζεις τη γκόμενα και έχεις καταλάβει ότι κι εκείνη δεν σε σιχαίνεται κιόλας, δεν της κάνεις νόημα να έρθει, παίρνεις τον κώλο σου και πηγαίνεις εσύ να της μιλήσεις. Ε δεν θα αλλάξεις εσύ την κοσμοθεωρία.
Το καλό όταν έχεις έναν γιατρό μέσα στο σπίτι είναι ότι πάντα έχεις φρέσκα πράγματα στο σπίτι. Γιατί ο κάθε ασθενής από τα γύρω χωριά που πάει για εξέταση, προσκομίζει και το κατιτίς του. Ψάρια, τυριά, αυγά, πίτες, κότες ζωντανές, 1 αρνί ολόκληρο για το Πάσχα, κλπ. Έφερε λοιπόν τις προάλλες η κυρά Βασιλική στο μπαμπά μου κάτι μανιτάρια ΤΕΤΟΙΑ - με το συμπάθιο. Τα κάνεις είπε ψητά και είναι σαν κρέας. Από την ώρα που το σκέφτηκα άρχισε να μου τρέχει το σαλάκι. Μέχρι που κατεβαίνω στην κουζίνα για φαγητό και η μάνα μου έχει τη φαϊνή ιδέα να μου απαγορεύσει να τα φάω, γιατί της καρφώθηκε ότι μπορεί να είναι δηλητηριώδη. Και αν η κυρά Βασιλική μπερδεύτηκε και δεν τα ξεχώρισε καλά τι θα γίνει; Ή αν είναι το sequel της Φαρμακούλας - μανιτάρια α λα δηλητηριάνα;
Πρώτον και καλύτερον, εγώ αγνοούσα παντελώς την ύπαρξη αυτής της... "Φαρμακούλας". Είναι μία λέει που πριν από χρόνια ξεκλήρισε τους γείτονές της με δηλητηριασμένα τηγανόψωμα, επειδή δεν ήθελαν να συμπεθεριάσουν. Κι εμάς δηλαδή γιατί να θέλει να μας ξεκάνει η ξένη γυναίκα; Για τον προστάτη που έκανε ο κυρ Θόδωρας; Ααααα, το προχώρησε πολύ το θέμα με το μανιτάρι η μάνα. Κι εμένα δώστου να μου τρέχει το σαλάκι. Και το χειρότερο είναι ότι η απαγόρευση ήταν μόνο για μένα. Γιατί ο πατέρας μου τα δικά του μανιτάρια τα χλαπάκιασε μια χαρά και δεν του είπε κανένας τίποτα. -Ε, άσε παιδί μου τον πατέρα σου να φάει, να δούμε αν είναι καλά.
Τη βρήκε τη λύση. -Βρε μάνα αν δεν ήταν καλά τα μανιτάρια θα είχε ψοφήσει ο άνθρωπος. -'Οχι κάνει 48 ώρες να σε πιάσει το δηλητήριο και δεν το καταλαβαίνεις εξαρχής, γιατί παραλύεις σιγά σιγά. Ο πατέρας σου ας πούμε θα παραλύσει μεθαύριο που θα είναι στη δουλειά, οπότε δεν θα το καταλάβουμε από τώρα.
Και ο μπαμπάς να ακούει και να τρώει απτόητος. Δεν άφησε ούτε ένα. Θα μου πέσει το παιδί απόψε.
Από τα νεύρα μου το έριξα στα ψώνια. Μην φανταστείς τίποτα τρελά δηλαδή. Πήρα ένα φόρεμα με ροζ-μαύρες οριζόντιες ρίγες, οι οποίες σε κάνουν λίγο να νιώθεις σαν τη μέλισσα της Μπάρμπι, αλλάσου προσθέτουν και 2-3 κιλά, οπότε οι φίλοι σου δεν σε φωνάζουν πια "παιδάκι από τη Μπιάφρα". Επίσης, πήρα κάτι μαύρες γόβες. Τις είχα ήδη πάρει σε μπεζ, αλλά επειδή ήταν βολικές είπα να τις πάρω και σε μαύρο. Μπήκα λοιπόν στο μαγαζί και ήταν το αντρόγυνο με τη μυγοσκοτώστρα στο χέρι. -Γεια σας είχα έρθει πριν κανά μήνα και πήρα κάτι γόβες... -Ναι σε θυμόμαστε, εκείνες τις μπεζ με τη μπαρέτα σε 39.
(Μάλιστα, μήπως θυμάσαι και σε ποιο δάχτυλο έχω τον κάλο?)
-Εεεε, ναι αυτές, μήπως τις έχετε και σε μαύρες; -Ναι αγάπη μου, νάτες σου βάζω και τους έξτρα πάτους που ήθελες μέσα. Με γεια σου. Ξέρεις αυτές τις φέρνουμε από την Ιταλία, δεν τις έχει κανένας άλλος, εκτός από τον γιο μας εδώ χάμου!!!!! Μα καλά μου λένε τόσο απροκάλυπτα ότι ο γιος τους φοράει 12ποντα λουστρίνια; - (γελάκι) Ευχαριστώ πολύ, καλό σας βράδυ.
Βγαίνοντας από το μαγαζί είδα τις γόβες και στην βιτρίνα του απέναντι. Σκύβω προς το τζάμι. Ένας 35χρονος με μια μυγοσκοτώστρα στο χέρι. Ώστε αυτός ήταν ο γιος! Είπα κι εγώ..!
... είπε μια μέρα η Νάντια πάνω στη φούρια της. Και όχι μόνο το είπε, επέμενε να μου αναπτύξει και τα επιχειρήματά της, μέχρι να συνειδητοποιήσει ετεροχρονισμένα ότι μιλάει σε μένα, που μένω στην κορυφή του βουνού. Ε μετά ξέρεις, πήγε να το μπαλώσει, ότι εντάξει δεν είναι και μαλακία μωρέ, καλό είναι και το βουνό και έχει τη χάρη του, αλλά είναι που...έχει κρύο και είναι μοναχικά, βέβαια μυρίζει πεύκο και βροχή, οπότε μπορεί και να είναι ωραία... Ξέρεις τώρα. Έτσι το είπε, λέει, και να μην θυμώσω. Σιγά μην θύμωνα. Άλλωστε στο βουνό παρκάρεις έξω από το σπίτι σου! Κι εγώ λοιπόν πάρκαρα έξω από την πόρτα μου κι έμεινα εκεί καμία δεκαριά μέρες που είχα άδεια. Δεν πολυκουνιέμαι τελευταία, γιατί νιώθω λίγο κουρασμένη. Πάνε οι παλιές καλές εποχές που κοιμόμασταν και βάζαμε ξυπνητήρι στη μία τη νύχτα για να πάμε στο Base. Και που λες τόσες μέρες κάθομαι και ανάρτηση τίποτα, αλλά πριν μου την πεις, να ξέρεις: Στο βουνό έχει πρόβλημα το ίντερνετ. Και το σταθερό τηλέφωνο μαζί, πράγμα που δεν με αφορά άμεσα, διότι εγώ θεωρητικά μιλάω στο κινητό. Μόνο που το κινητό δεν έχει σήμα στο βουνό. Αλλά αφού παρκάρεις έξω από την πόρτα σου, ας πούμε ότι το καταπίνεις κι αυτό. Και αφού έχεις και πόρτα για να παρκάρεις απέξω, να λες κι ευχαριστώ. Στο σπίτι λοιπόν, χωρίς τηλέφωνο και χωρίς ίντερνετ. Πάτησα και το κουμπί αυτοκαταστροφής του υπολογιστή και τώρα πρέπει να έρθει ο Γιάννης να μου το φτιάξει. Και επειδή θα κάνει αυτόν τον κόπο να έρθει ως εδώ πάνω, θα πρέπει να του φτιάξω κρέπες με μερέντα. Γιατί, οι φίλοι μου δεν έρχονται συχνά στο βουνό. Η Μαρία το αποφεύγει γιατί ποτέ δεν μπορεί να βρει το σπίτι, δεν ξέρει που να στρίψει, λέει, γιατί όλοι οι δρόμοι είναι ίδιοι και ότι μάλλον χάθηκε γιατί έστριψε στο 3ο πεύκο δεξιά, αντί να στρίψει στο 2ο. Και ο Κωνσταντίνος την τελευταία φορά που ήρθε έπρεπε να κηδεύσει τον σκύλο και έτσι δεν έχει καλές αναμνήσεις.
Αλλά, ξέχασα να αναφέρω το σημαντικότερο, ότι ξεκουνήθηκα την Παρασκευή το βράδυ και πήγα στον Ρουβά. Ημέρα αποφράδα για τις απανταχού Ρουβίτσες, διότι την ώρα που τραγουδούσε ο Ρουβάς, ξεπετάχτηκε και ο Ρέμος από το πουθενά για να κλέψει λίγη από τη δόξα του. Και η Νάντια άλλο που δεν ήθελε. Μας είχε φτιάξει και ο ταξιτζής στο δρόμο με τα άπαντα του Αντώνη, άντε να την ηρεμήσεις μετά! Φάγαμε κι ένα πουλόκρυο στο γύρνα, που ήταν όλο δικό μας, γιατί θέλαμε και στάση για να φάμε τυρόπιτα κουρού με το ξημέρωμα. Και εννοείται ότι μετά κοιμήθηκα στο σπίτι της. Μαλακία να οδηγείς ως το βουνό μετά από ξενύχτι!
Γύρισα λοιπόν χτες στη δουλίτσα μου και τσουπ! μου ήρθε και το ίντερνετ.
Και τώρα τι να το κάνω ας πούμε??? Λοιπόν πάω για ύπνο γιατί πιάστηκα στην καρέκλα, δεν είμαι πια και για ξενύχτια. Βρήκα και τη λέξη "μούχλα" στα κλειδιά αναζήτησης. Τυχαίο;? Μάλλον ναι, γιατί από κάτω βρήκα το "σεξουλιάρικο μασάζ" - μα τι παίζει με την πάρτη μου επιτέλους???
16.35 Περιμένουμε στο πεζοδρόμιο με τις βαλίτσες μας την ιδιοκτήτρια του σπιτιού που έχουμε νοικιάσει μέσω ίντερνετ, και στοιχηματίζουμε για τον κάθε άκυρο που βλέπουμε να πλησιάζει προς το μέρος μας. Η γιαγιά που καταφτάνει είναι μια τρομακτική καμπούρα που μιλάει μόνο ιταλικά. Με μάτι καχύποπτο και μαλλί ιδιαίτερο, μισό κόκκινο-μισό γκρι, αλλά μάλλον όχι εσκεμμένα. 16.40 Η γιαγιά μας ξεναγεί στον χώρο, δηλαδή στην τρώγλη-αποθήκη που θα μέναμε. Ο κόμβος του σπιτιού είναι η κουζίνα. Είναι γεμάτη χαρτιά και πράγματα, και κάπου υπάρχει και μια βέργα που έχει περασμένα πάνω καμιά
δεκαπενταριά ζευγάρια γυαλιά ηλίου. Σκεφτόμαστε ότι η γιαγιά σκοτώνει τα
θύματα ενοικιαστές και τους παίρνει τα γυαλιά.
Από τα τρία υπνοδωμάτια του σπιτιού, στο ένα μένει μια άσχετη κυρία, η οποία μια γωνίτσα έπιασε, δεν θα μας ενοχλούσε λέει. Κι έτσι στριμωχτήκαμε και οι
οχτώ στα άλλα δύο. Λογικότατο για να έχουμε πληρώσει 500 ευρώ προκαταβολή και να εκκρεμούν άλλα 300. Τα υπνοδωμάτια που λες γεμάτα σαβούρα. Ευτυχώς τουλάχιστον είχε κρεββάτια. Το ένα
σπασμένο, αλλά σιγά μωρέ!. Η γιαγιά μας αποκάλυψε ότι έμενε κι εκείνη στο σπίτι, για να έχει τον έλεγχο. Μαζί της και ένα συμπαθέστατο ριτρίβερ, ονόματι Πι, που έτρεχε σαν τρελό μέσα στο σπίτι, και το οποίο πιάσαμε επ' αυτοφώρω να κυλιέται στα σεντόνια και στις πετσέτες του μπάνιου μας. 17.25 Κάνουμε κλήρωση, για να δούμε ποιος θα κοιμηθεί πιο κοντά στην πόρτα,
δηλαδή ποιον θα γραπώσει πρώτα η γιαγιά την ώρα που κοιμάται. Η κλήρωση
έγινε με τον απλό πατροπαράδοτο τρόπο, δηλαδή με τη μέθοδο αριθμημένα
χαρτάκια. Και εγώ με τον Κωνσταντίνο, την Πόπη και τον Γιάννη, ήμασταν οι πιο τυχεροί απ' όλους, αφού μας έλαχε να κοιμηθούμε στο πρώτο δωμάτιο.
18.00 Λόγω της άσχετης κυρίας, της μάγισσας γιαγιάς και της Πι, πριν φύγουμε για να πάμε για φαγητό, είχαμε το θράσος να ζητήσουμε κλειδί για το δωμάτιό μας. Privacy zero. Τρεις φορές της ζητήσαμε το κλειδί της γιαγιάς και κούνησε την κεφάλα της ενοχλημένη.
- Και αν τύχει κάτι να μην μπορώ να μπω στο δωμάτιο;?! Σαν τι θα τύχει ας πούμε ???
Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011
00.45 Γυρίσαμε από τη βόλτα και μύριζε όλο το σπίτι σπανακόριζο. Σας τα έλεγα εγώ, τα ζόμπι είναι χορτοφάγα. Τη γλιτώσαμε και σήμερα. Η γιαγιά έχει κλειδωθεί στην κουζίνα μαζί με την Πι και κοιμούνται. Όποιος διψούσε τον πούλο.
01.20 Γιάννης: Προτείνω μιας και είμαστε τα πρώτα υποψήφια θύματα, να βάλουμε πίσω από την πόρτα ένα σκαμπό, ώστε αν ανοίξει το
ζόμπι της γιαγιάς να ακούσουμε το σούρσιμο.
Ταυτόχρονα, στο μέσα δωμάτιο τα παιδιά προσπαθούν να προσαρμοστούν στον χώρο. Απέναντι από το διπλό κρεββάτι υπήρχε η ντουλάπα της Νάρνια, τίγκα στα σκορωφαγωμένα σακάκια του συγχωρεμένου. Και κάπου πιο δίπλα ένα χρωματιστό πανί.
Πόπη: Αυτό το πανί εκεί πρέπει να της το έφερε κάποιος από την Αυστραλία.
Μαρία: Ε μάλλον όποιος έρχεται εδώ αφήνει και κάτι..
Τάσος: Κι εμείς ας πούμε θα αφήσουμε κανά νεφρό.
Παύση.
Μαρία: Έχει κι ένα πόδι κάτω από το κρεββάτι.
Για καλή μας τύχη το πόδι ήταν σιδερένιο.
02.00 Μέσα σ' αυτή τη χαρούμενη ατμόσφαιρα, ξεκινάει και το πάρτι έκπληξη. Γιατί ξέχασα να αναφέρω ότι είχα τα γενέθλιά μου. Εδώ απολαμβάνετε μοναδικές στιγμές από το σβήσιμο του κέικ μου, στην τρώγλη της γιαγιάς. Το βίντεο είναι μια ευγενική χορηγία του Γιάννη και της Πόπης.
Για όποιον δεν ακούει τίποτα μες στα χαχανητά, ας δώσει προσοχή στην τελευταία ατάκα, όπου ακούγεται στο δρόμο μια σειρήνα και ο Γιάννης λέει μες στη φυσικότητα "Ωχ, λέτε να έχει ανιχνευτές καπνού;". Σιγά μην έχει και θερμαινόμενο δάπεδο η τρώγλη.
03.00 Πέφτουμε να κοιμηθούμε.Οι μισοί με το τζιν, γιατί σιχαίνονται να λερώσουν την πυτζάμα τους.
05.00 Ακούμε το θόρυβο από το σκαμπό πίσω από την πόρτα να κουνιέται. Η πόρτα μισανοίγει, και μπαίνει μέσα το χέρι της γιαγιάς. Μόνο το χέρι, και μάλιστα με το νυχτικάκι. Σαν σάβανο ήταν. Κάνει δυο κινήσεις στον αέρα και ξαναβγαίνει. Ο Γιάννης ροχαλίζει. Η Πόπη κάτω από την κουβέρτα φωνάζει Γεωργίαααα, ένα χέρι. Εγώ με τη σειρά μου μεταφέρω στον Κωνσταντίνο, Κωνσταντίνεεεε ένα χέρι!Ο Κωνσταντίνος σηκώνεται και κατευθύνεται προς την πόρτα να δει τι συμβαίνει. Τζίφος! Η γιαγιά έχει ξανακλειδωθεί στην κουζίνα.Ξαναβάζουμε το σκαμπό πίσω από την πόρτα. 05.10 Ακούμε πάλι το σκαμπό. Ξαναμπαίνει το χέρι της γιαγιάς με ένα τηλεκοντρόλ, και μας σβήνει το air condition!!! Παρακάτω το χρονικό του αιωρούμενου χεριού, μια ευγενική χορηγία της Πόπης.
Λύθηκε λοιπόν και ο γρίφος του χεριού. Την πρώτη φορά πήρε θερμοκρασία και κατάλαβε ότι καίμε ρεύμα, και τη δεύτερη φορά επέστρεψε για να μας το σβήσει αποφασισμένη για όλα.
09.05 Πάνω που κάπως μας πήρε ο ύπνος με την αυγούλα, η γιαγιά γκαρίζει έξω από την πόρτα. Buongioooorno....Buongiooooorno....Signora Giorgiaaaa, buongiooorno! I fiori sono belissimi!! (Πολύ ωραία τα λουλούδια, πα' να πει). Τα λουλούδια μου τα έστειλε ο Αντώνης από την Ελλάδα για τα γενέθλιά μου. Η γιαγιά ή δεν είχε ξαναδεί τριαντάφυλλα ή εκστασιάστηκε με τo ιντερφλόρα. Κάτι από τα δύο συνέβη.
09.40 Κάνουμε ντους όλοι με βάρδιες. Διπλα στη ντουζιέρα έχει ένα κεφάλι από κούκλα-μανεκέν βιτρίνας. Spooky!
11.00 Εξαφανιζόμαστε για να πάρουμε τηλέφωνο στο σάιτ που κάναμε την κράτηση, να κάνουμε τα παράπονά μας και να ζητήσουμε τα λεφτά μας πίσω. Θα μας ξανακαλούσαν σε λίγο, μάλλον για να μας δώσουν 1 αρχ**ι. Μέχρι να επιστρέψουμε σπίτι, έχει πέσει σύρμα στη γιαγιά. Έχει αερίσει, έχει στρώσει, έχει αντικαταστήσει το σπασμένο κρεββάτι και έχει εξαφανίσει τον σκύλο. Μπορεί και να τον έφαγε. Come state regazzi... hehe ...tutto bene? Io ho sistemato la stanza un po'... hehe... Volete un caffè? (Τι κάνουν τα παιδάκια μου... χεχε.... όλα καλά; Εγώ συγύρισα λίγο... θέλετε καφεδάκι;). Και από μέσα της σκεφτόταν: Mikroi spoiouuuunoi, me ntwsate stegkna.... me karfwsate sto site... malakismeeeena.
14.00Μαζεύουμε τα κουβαδάκια μας και σε άλλη παραλία. Με τα μπαγκάζια στο χέρι λέμε στη γιαγιά ευγενικότατα ότι το σπίτι της βρωμάει, ότι είναι μπάτε σκύλοι αλέστε (στην κυριολεξία όμως) και επίσης ότι την καταγγείλαμε στο σάιτ. Όσο πλησιάζουμε προς την είσοδο, η γιαγιά γκαρίζει i fioooori, signora, i fiooooriii. Λύσαξες κυρά μου με τα φιόρι. Είναι από τον γκόμενό μου, δεν σου τα δίνω που να χτυπιέσαι.
Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011
Έχουμε εξαντλήσει κάθε δυνατή προσπάθεια για το refund με το σάιτ. Πάω να τους επισυνάψω και τις φωτογραφίες-ντοκουμέντα που βγάλαμε και τότε συνειδητοποιώ ότι η τρώγλη έχει φοβερή φωτογένεια. Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσαν λέει να μας κάνουν τίποτα. Το σπίτι λέει η γιαγιά δεν το δηλώνει για πριβέ, αλλά για μπιμπι. Βed and briekfast δηλαδή. Επομένως είναι λογικό να κοιμάται μέσα αυτή, ο σκύλος της και η άσχετη γυναίκα. Γαμώ το μπι μπι και τη γιαγιά. Και δεν βρίσκαμε καλύτερα κανένα χόστελ να μην μας πιάσουν και τον κώλο?!
Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011
Επειδή είμαστε μεγαλόψυχοι αποφασίζουμε να πούμε στο customer service του σάιτ ότι τους χαρίζουμε τα 500 ευρώ και ότι μάλιστα θέλουμε να πληρώσουμε και τα άλλα 300, γιατί η γιαγιά μας προσέφερε άπειρες στιγμές γέλιου, με περίοδο κατακλείδα στο μέιλ μας "Η ελληνική κρίση θέλει χιούμορ". Άσε που σκεφτόμαστε να αγοράσουμε και ένα μπουκέτο λουλούδια και να τα στείλουμε στη γιαγιά. Θα της βάλουμε και μια κάρτα να γράφει "i fiooori, signora". Και σίγουρα θα μας περάσει για βλαμμένα.
Ας αρχίσουμε από το βασικό πρόβλημα της Βενετίας. Όλοι οι δρόμοι δεν οδηγούν στο San Marco, ούτε στο Rialto, την κεντρική γέφυρα του Μεγάλου Καναλιού. Στρίβεις όπου βρεις, χωρίς ίχνος προσανατολισμού, και δεν ξέρεις που βρίσκεσαι, ούτε στο περίπου. Και πριν σου πω όλα τα υπόλοιπα, σαν παθούσα (και μαθούσα), σε συμβουλεύω: Αν δεις κάτι ενδιαφέρον για να ψωνίσεις, το ψωνίζεις, γιατί δεν θα το ξαναβρείς, που να χτυπιέσαι. Επίσης, αν δεις κάτι ενδιαφέρον για φαγητό, φωτογραφίζεις την ταμπελίτσα με την οδό και τουλάχιστον τις 2 οδούς πιο δίπλα, μπας και ξεστραβωθείς με τον χάρτη σου. Γιατί αλλιώς ξέχνα το, τρως κάπου αλλού. Έτσι πάθαμε κι εμείς. Ψάχναμε την οδό Fava γύρω γύρω περίπου μιάμιση ώρα, γιατί το πρωί είχαμε κοζάρει ένα εστιατόριο. Και ψάχναμε, ψάχναμε, ψάχναμε....Την ώρα που περιφερόμασταν περάσαμε διάφορα άλλα εστιατόρια και μάλιστα θυμάμαι κάπου έναν κράχτη να γκαρίζει Venite ragazzi, la piiiiizzzzαααα, la paaasta, και ξανά μανά, buongiorno ragazzi, ciao beeeeeella. Στο τέλος απηύδησε και ψέλλισε ξεφυσώντας Tutti caminano, nessuno mangia (Όλοι περπατάνε, κανείς δεν τρώει). Κρίση. Τι να σου κάνουμε τώρα κι εσένα! Και πουθενά η Fava. Κάποιο λάκκο θα είχε. Φάγαμε σε ένα άλλο, που μας έβγαλε ο δρόμος. Ο υδάτινος δρόμος.
-Αγάπη μου, σύμφωνα με τον χάρτη μου, πρέπει να στρίψουμε στο επόμενο στενό αριστερά. -Οκ αγάπ....μπλουμ....μπλμπλμπλ..... -Αγάπη μου κράτα ψηλά τον χάρτη, μην μου τον βρέξεις.
Μέσα στα παραπάνω προβλήματα, να προσθέσω ότι ήμασταν μια αγέλη 8 ατόμων, που έπρεπε να σφιγγόμαστε για να μην χαθούμε και αναμετάξυ μας. Ευτυχώς, είχαμε κι εμένα που ήμουν τόσο οργανωτική και προνοητική ώστε να σηκώνω διάφορα πράγματα που είχα εύκαιρα, όπως εφημερίδες, μπουφάν, σακούλες, κλπ. όπως κάνουν οι ξεναγοί με την ομπρέλα, και να γκαρίζω Παιδάααακια μου, έρχεστε όλα;;;;
Στο bar που καθήσαμε για καφέ και πίτσα (θανατηφόρος συνδυασμός) μας μιλούσαν ισπανικά με το ζόρι, και ήταν φειδωλοί στα ποτήρια, πίναμε και οι οχτώ από τρία. Και εγώ ήμουν και κρυωμένη και φοβόμουν μην μοιράσω τα μικρόβια και στους άλλους. Όλο το βράδυ ξεροέβηχα και σπαρταρούσα στο κρεββάτι. Βρυκολάκιασα. Άσε που δεν μπορούσα να φτιάξω κι ένα τσάι, γιατί η κουζίνα ήταν με gas και ήθελε αναπτήρα. Σε κάτι τέτοιες στιγμές αναπολείς τους φίλους σου-παθητικούς καπνιστές που τους έβριζες, καταλήγεις να βρίζεις τους αντι-παθητικούς αντι-καπνιστές συγκατοίκους σου και να σκέφτεσαι ότι ο αντικαπνιστικός νόμος είναι φασιστικός, ρατσιστικός και τραγικός ταυτοχρόνως. Μέσα σ' αυτές τις σκέψεις προσπαθούσα να κοιμηθώ και το ροχαλητό του Γιάννη αντιλαλούσε από τη σοφίτα ως το ισόγειο, οπότε είδα το Ιταλία έχεις ταλέντο και όλα τα καμμένα σόου του Ράι1 για να μου περάσει η ώρα. Το πρωί που επιτέλους ανάψαμε την κουζίνα, ανακάλυψα ότι το φακελάκι δεν ήταν τσάι, αλλά φινόκιο. Μαραθόριζα δηλαδή. Μπλιαχ.
Από την επόμενη μέρα τέρμα τα άρρωστα ροφήματα. Θα στρώσω το λαιμό μου με καπουτσίνο. Τον ήπιαμε για αρχή στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, έτσι για να γουστάρουμε. 9 ευρώ είχε - μας τον έπιασαν κανονικά. αχ ήταν ωραία! 7 καπουτσίνο πήραμε, 7 γιατί η Δανάη πάλι πήρε τη μαλακία της, δεν άντεξε. Caffe orzo. Κάποιος εναλλακτικός ντεκάφ, που μύριζε χαρούπι. Νομίζω είναι αυτό που πίναν οι γιαγιάδες μας στην κατοχή αντί για καφέ. Και τουλάχιστον εμάς μας τον έπιασαν και μας άρεσε. Αυτή που ήπιε το χειρότερο πράγμα ever και έπρεπε να το πληρώσει κιόλας, τι να πει! Την άλλη μέρα, φτιάξαμε εσπρεσάκι στο σπίτι, στη moka. Ο Γιάννης είχε όρεξη για μάθηση και του έδειξα όλα τα μυστικά της moka. Γιατί μετά από τόσο καιρό στη Ρώμη, έχω κάψει ήδη δύο, την πρώτη επειδή ξέχασα να βάλω το νερό και έβαλα μόνο τον καφέ και απορούσα γιατί μυρίζει καμμένο και τη δεύτερη επειδή δυνάμωσα πολύ το gas (γαμώ το gas μου) και καψάλισα το πλαστικό χερούλι στο πλάι, το οποίο μαλάκωσε και άρχισε να λιώνει και να διαλύεται προς τα κάτω, σαν το μουράνο που είδαμε να πλάθουν στο εργαστήριο την επόμενη μέρα.
Μας πήγαν που λες στα νησάκια Murano, Burano και Torcello και γυρίσαμε με ενθύμιο 7 αλογάκια από μουράνο και ένα ρόδι από έναν κήπο. Το φάγαμε σκέτο, ενώ ονειρευόμασταν φύλλα ρόκας και παρμεζάνα ή τουλάχιστον κανένα κόλυβο να μας πιάσει. Η ξεναγός είχε βάλει κασέτα και τα έλεγε όλα σε 4 γλώσσες. Σε μια φάση αφαιρέθηκε και ξέχασε να αλλάξει κασέτα, οπότε την ώρα που βλέπαμε τον τεχνίτη να φτιάχνει το βάζο από μουράνο, εκείνη έλεγε μες στη φυσικότητα ότι βλέπουμε μπροστά μας το νησί Μπουράνο και μετά χασκογελούσε μόνη της. Μέχρι να κάνουμε όλο τον γύρο, η πείνα μας χτύπησε κόκκινο και με συνοδεία γουργουρητών ακούγονταν φανταστικοί διάλογοι: Τάσος: - Λέω τώρα που θα γυρίσουμε στην πόλη να κάνουμε καμιά βόλτα για ψώνια και πάμε μετά για φαί. Γεωργία: - Ναι αν θες να σου δαγκώσω το χέρι την ώρα που θα ψωνίζεις. Δανάη: - Εγώ λέω να ψωνίσω πένες με σπαράγγια και μία καπρέζε.
Επειδή μας έτρεχαν τα σάλια, βάλαμε για στόχο του βραδιού να φάμε στο εστιατόριο φορώντας μωρουδιακές σαλιάρες και εννοείται ότι δεν ντραπήκαμε καθόλου. Η διπλανή κυρία μας κοιτούσε με σοκ και δέος και η σερβιτόρα προσπαθούσε να το παίξει αδιάφορη. Μετά σκουπιστήκαμε με τη σαλιάρα μας και φάγαμε και ένα παγωτό. Ο Κωνσταντίνος μάλιστα ένιωσε πανευτυχής, γιατί θεώρησε τον εν λόγω στόχο πολύ λάιτ, και νόμιζε ότι θα τον βάζαμε να κυκλοφορήσει στο δρόμο με βενετσιάνικη μάσκα, και συγκεκριμένα αυτή με τη μυτόγκα, για να μην μπορεί να πιεί ούτε καφέ. Εκείνη την ώρα του χαϊδεύω συμπονετικά την πλάτη, και συνειδητοποιώ ότι κυκλοφορεί με το καρτελάκι στη μπλούζα, και μάλιστα εν γνώσει του, γιατί δεν έβρισκε ψαλίδι να το κόψει.
Γνωριμία της ημέρας: Περιπτωσάρας σερβιτόρος που ερωτεύτηκε τη Δανάη και της πρόσφερε ένα κουτί από φελιζόλ. Και αντί να το ανοίξει και να βρει ένα μονόπετρο, βρήκε ένα μανιτάρι τρούφα, το οποίο και απεχθάνεται.
Γνωριμία της ημέρας νούμερο 2: Σερβιτόρος-Πάκης, που προ δεκαετίας στοιβαζόταν στο 724 και πήγαινε για δουλειά από τα Πατήσια στο Μενίδι, ώσπου κατέληξε στη Βενετία να σερβίρει εσπρεσάκια μακιάτο.
Το τελευταίο μας βράδυ στη Βενετία, χωρίς συγκινήσεις και χωρίς κλάματα, αφού την επόμενη μέρα ακολουθεί ταξιδάκι με τρένο τη Μπολόνια. Η Μαρία μας είπε τρομακτικές ιστορίες για καληνύχτα. Δηλαδή όχι όλη την ιστορία. Μας έλεγε μόνο την τελευταία φράση, κι εμείς έπρεπε να μαντέψουμε τα προηγούμενα. Μάθαμε έτσι ότι η γλαρόσουπα δεν είναι από γλάρο και από τότε φυσάμε και τον εσρπέσο. Επίσης μας έβαλε να ψάχνουμε κανά δύωρο τον δολοφόνο των 2 πτωμάτων, που τελικά ήταν χρυσόψαρα. Και άλλα τέτοια που μας δυσκόλευαν. Και αν θεωρείς ότι είσαι καλός σε αυτά, σε προκαλώ να μου λύσεις τώρα το δικό μου μυστήριο, το μυστήριο που ακολούθησε την τελευταία νύχτα της Βενετίας, το μυστήριο της Μπολόνια: Ένα χέρι μπαίνει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και σε 2 λεπτά ξαναμπαίνει το ίδιο χέρι με ένα τηλεκοντρόλ.
Βρες μου τώρα την ιστορία που προηγήθηκε, πριν στην αμολήσω στο επόμενο ποστ.
Για να σε δούμε...
Είδαμε επιτέλους και αυτό το μουσείο της Ακρόπολης. Στο ισόγειο είχε αγγεία, σκεύη και εργαλεία. Ευτυχώς που στην ταμπελίτσα με την περιγραφή κάτω από τα εκθέματα, τα
έγραφε και στα αγγλικά, γιατί στα ελληνικά είχαμε άγνωστες λέξεις. Ήταν και η Αθηνά Παλλάς (Για να είμαι ειλικρινής, απ' όλο αυτό το κατεβατό ξέρω μόνο το Παλλάς. Το ξέρω δηλαδή γιατί έχω πάει.) Οι πιο πολλοί βέβαια έψαχναν τα εκθέματα προς τα πάνω,κοιτώντας κάτω από
τις φούστες των γυναικών που περπατούσαν στο γυάλινο πάτωμα του τρίτου
ορόφου. Συμπεριφορά που αρμόζει στους απογόνους του Ικτίνου και του
Καλλικράτη, βεβαίως βεβαίως. Άπλωσε και ένας Ιταλάρας τη χερούκλα του να χαϊδέψει το πέλμα της Αθηνάς, λες και έπιανε τα λεμόνια στο μανάβη, και η ξεναγός του γκάριζε μες στην ηρεμία του μουσείου ΝΟΝ ΤΟΚΑΑΑΡΕ, μια τσιρίδα που κόντεψε να ραγίσει τα λιγοστά αετώματα που μας έχουν απομείνει.
Στις μετόπες στον πάνω όροφο βλέπαμε παντού Λαπίθες. Κένταυρος και Λαπίθης. Κένταυρος καταβάλλει Λαπίθη. Λαπίθης καταβάλλει κένταυρο. Πάλη μεταξύ Κένταυρου και Λαπίθη. Η αρπαγή της Λαπίθαινας από τον κένταυρο. Ο Λαπίθης, η Λαπίθαινα και τα μυστήρια.
Ντρέπομαι που το λέω, αλλά από 7 άτομα παρέα, κανένας δεν ήξερε τι είναι ο Λαπίθης. Ο Γιάννης μας έβγαλε από τη δύσκολη θέση και το γκούγκλαρε αμέσως στο μαραφέτι αφής, αυτό που στα δικά μου δάχτυλα αρνείται πεισματικά να υπακούσει. Οι Λαπίθες λοιπόν ήταν λαός της Θεσσαλίας. Αρχικά, οι Έλληνες πίστευαν ότι οι Λαπίθες έχουν την ίδια καταγωγή με τους Κενταύρους, αργότερα όμως τους διαχώρισαν και τους έδωσαν ανθρώπινη μορφή. Η Κενταυρομαχία προέκυψε όταν ο βασιλιάς των Κενταύρων, καλεσμένος στο γάμο του βασιλιά των Λαπιθών, πήγε να αρπάξει τη νύφη. Έτσι ξέσπασε μάχη και οι Λαπίθες κόντεψαν να ηττηθούν, με τη βοήθεια όμως του Θησέα απώθησαν τους Κενταύρους κάπου κοντά στον Πηνειό.
Κάπου σε εκείνο το σημείο είναι που από το ισόγειο θα είδαν όλοι το βρακί της Νάντιας με το Hello Kitty. Είδαμε και τις Καρυάτιδες. Τις πέντε, γιατί τη μία την άρπαξε ο Έλγιν. Και για όποιον ενδιαφέρεται, μαζεύω υπογραφές για να τη φέρω πίσω.
Κάναμε και βόλτα στην Πλάκα, όπου καθήσαμε να φάμε σε μια γραφική ταράτσα με θέα τα σελοφάν του απέναντι σπιτιού. Στη σκάλα προς την ταράτσα ανεβαίναμε σαν τους κάβουρες, για να αποφύγουμε να σφηνώσουμε περπατώντας στην ευθεία. Ο Κωνσταντίνος υποπτεύομαι ότι φρίκαρε με το όλο περιβάλλον, αλλά ήπιε λίγο ούζο και τα ξέχασε όλα, έγινε βασιλιάς, δικτάτορας, θεός και κοσμοκράτορας. Ο Αντώνης και η Νάντια είχαν μπαφιάσει για τσιγάρο και ξέχασαν να πάρουν. Το άκουσε η κοπελιά από το δίπλα τραπέζι και άπλωσε ένα χέρι με ένα πακέτο τσιγάρα προς το μέρος μας. Πωωω, να'χα μια μπύρα τώρα, που είπε και ο Γκουσκούνης και του έσκασε το χέρι να κραδαίνει μια πράσινη. Κάπως έτσι φαντάσου το σκηνικό. Από ευγένεια, τα παιδιά της πήραν μόνο ένα τσιγάρο και μετά, για να δουν ποιός θα το καπνίσει, έπαιξαν πέτρα-μολύβι-ψαλίδι-χαρτί. Ο Αντώνης, σύμφωνα με τον νόμο των πιθανοτήτων, αποφάσισε να κάνει συνέχεια πέτρα, που έχει πιθανότητα 3/4 να μην χάσει, η έστω να βγει ισοπαλία. Η Νάντια, σύμφωνα με το νόμο του Μέρφι, αποφάσισε να κάνει ότι γουστάρει και έτσι κέρδισε εκείνη το τσιγάρο και τη δόξα.
Που λες καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, ποιος θα πλύνει τα πιάτα; (Λέξη κλειδί αναζήτησης στο μπλογκ μου, μα καλά ποιος γκουγκλάρει αυτό το πράγμα;)
Και αυτό το σουφλέ με το σπανάκι... άλλο πράγμα σε λέω.
Ε ναι λοιπόν, απόψε χάνουμε άλλη μια κοπέλα από το εργένικο κλαμπ. Μα τι πάθανε όλοι και παντρεύονται; Ξεκινήσαμε με το μπάτσελορ την προηγούμενη βδομάδα - γαμπρός και νύφη κάνανε μπάτσελορ στο ίδιο μαγαζί, λες και δεν υπήρχαν άλλα ξενυχτάδικα στον κόσμο, ήθελαν ακόμα και αυτή τη μέρα να βλέπουν τις φάτσες τους μέχρι να σιχαθούν. Πάντως ωραία περάσαμε, χορέψαμε και το νέο σουξέ του Κιάμου "Ολοκαίνουργιος από πάνω μέχρι κάτω, ευτυχώς προχωράω παρακάτω", στίχος αρκετά γελοίος τώρα που το σκέφτομαι νηφάλια, και δη όταν το τραγουδάει κανείς με πάθος, ξεπροβάλλοντας μέσα από καπνούς.
Είχαμε και το κρεββάτι προχτές. Η νύφη ήταν μια ξανθιά κούκλα Μπάρμπι με γυαλιστερή γόβα και πορτοκαλίζον φόρεμα, ήταν η Μπάρμπι-σορμπέ. Το έθιμο λέει ότι οι παρθένες κοπέλες πρέπει να στρώσουν το κρεββάτι και ο γαμπρός να το ξεστρώσει 3 φορές. Για να μην μείνει το κρεββάτι ξέστρωτο, τελικά το στρώσαμε οι ανύπαντρες. Κάναμε ότι καλύτερο μπορούσαμε, βέβαια δεν έχουμε κάνει και φαντάροι. Ε, μετά το έθιμο λέει ότι πρέπει να ρίξεις πάνω ένα παιδάκι, για καλούς απογόνους, Παιδάκι δεν είχαμε και πετάξαμε μια 25χρονη, ήταν ότι μικρότερο μας βρισκόταν στο χώρο, αλλιώς θα έπρεπε να ξυπνήσουμε το γειτονάκι που είχε σχολείο την άλλη μέρα και ήταν κρίμα.
Στη συζήτηση στο τραπέζι, η κουμπάρα έκανε δημοσκόπηση για το πώς βολεύει καλύτερα να αλλάξει τα στέφανα. Δηλαδή, να ξεκινήσει με σταυρωμένα χέρια ή να ξεκινήσει με τα χέρια παράλληλα και να τα σταυρώσει στην πορεία; Εγώ πάντως τη δεύτερη εναλλακτική δεν την κατάλαβα. Εδώ και μία βδομάδα βλέπει σχετικά βιντεάκια στο γιουτιούμπ λέει. Μα αν είσαι λογικός άνθρωπος, καταλαβαίνεις ότι για
να έχουν ανέβει εκεί, είναι από ατυχείς στιγμές, από στιγμές που αντί να βάλεις το στέφανο στο γαμπρό αφηρημένος το βάζεις στον παπά, ή μπλέκεσαι στην κορδέλα και παρασέρνεις μαζί την πεθερά, κτλ., οπότε με αυτά τα βιντεάκια πανικοβάλλεσαι περισσότερο. Και στην τελική πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να αλλάξεις δυο κουλούρες τελοσπάντων; Φαντάσου να σου τύχαινε να αλλάξεις κάτι άλλο, πιο απαιτητικό, πχ. λάστιχο. Ή μωρό!!-τι έγινε, χάσαμε το χρωματάκι μας; Λοιπόν, κούνα τις χερούκλες σου και άλλαξε τα στέφανα να τελειώνουμε. Σάμπως θα προσέχει κανείς αν τα αλλάζεις σωστά;
Πάνω σε αυτές τις φοβερές στιχομυθίες πιάσαμε κουβέντα για τρίχες. Πώς θα χτενιστείς εσύ στον γάμο, πώς θα χτενιστεί η άλλη, και τέτοια. Άκουσα όλα τα φοβερά χτενίσματα με τις ανάλαφρες μπούκλες και χάρηκα πάρα πολύ που θα είμαι και πάλι χτενισμένη Ντράγκονμπολ, γιατί αυτό είναι το στυλ που μου ταιριάζει, τέλος. Άλλωστε και αν τύχει ποτέ να γίνω νύφη (χτύπα ξύλο), με το μαλλί όρθιο θα παντρευτώ. Το νυφικό κοντό και άσπρες μπότες. Και αν είναι να πάθει συγκοπή ο πατέρας μου, τότε ας μην με πρήζει να γίνω νυφούλα. Λοιπόν, πάω να καλλωπιστώ τώρα, έχω να βάψω και νύχι. Και να θυμηθώ όταν πεταχτεί η ανθοδέσμη να μιλάω στο κινητό μου. Καλό μήνα είπα, δεν είπα!