Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Μάνα θα φύγω, θα πάω στα καράβια!

Όπως καταλάβατε και από τον τίτλο δεν πετάμε στη Σύρο, οπότε κάναμε την καρδιά μας πέτρα  και μπήκαμε στο Highspeed. Ευτυχώς είχε καθίσματα αεροπορικού τύπου κ εμετοσακούλα στη θήκη στο μπροστινό μας κάθισμα και νιώσαμε τη σχετική οικειότητα. Η διαδρομή ήταν σύντομη και έτσι δεν προλάβαμε να χρησιμοποιήσουμε την εμετοσακούλα, αλλά η Νάντια την πήρε για αναμνηστικό και ονειρευότανε να τη γεμίσει λουκούμια Σύρου.

Δεν θέλω να φανώ υπερβολική με τα αιρμπασάκια, αλλά όταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο, η κυρία στη ρεσεψιόν, κρατώντας ένα δείγμα διακόπτη, μας έκανε επίδειξη για το πως θα βάλουμε το κλειδί στην υποδοχή λες και έκανε επίδειξη σωστικών μέσων. Αφού όταν τελείωσε περίμενα να τα πει και στα αγγλικά. Το ξενοδοχείο ήταν λαβύρινθος και είχε δοκιμασίες με σκάλες και ασανσέρ όπου παίζαμε κορώνα γράμματα για να βρούμε το σωστό δρόμο. Σκεφτόμασταν ότι αν βγούμε το βράδυ και πιούμε θα πρέπει να κοιμηθούμε οπωσδήποτε κάπου στην αυλή. Τελικά δεν βγήκαμε, γιατί κοιμηθήκαμε από τις 11 σαν θείτσες και έτσι λύσαμε το πρόβλημά μας.

Οι παραλίες ήταν πολυ ωραίες, μόνο που στις Αγκαθωπές μας μαστίγωσε η άμμος. Έβγαζα άμμο από την τσάντα μου, από το πορτοφόλι μου, από το βρακί μου και από τα αυτιά μου. Ευτυχώς στο Κίνι δεν είχε αμμοβολή. Απέλαυσα την ηλιοθεραπεία μου κοιτώντας τον Κωνσταντίνο, αυτό το ηλιοκαμμένο παλικάρι που τ' αργασμένο δέρμα του το' χε χτυπήσει η θάλασσα και το'χε μαστιγώσει αλύπητα το κύμα, που τα τραχιά του χέρια μπορούσαν να γίνουν μια ζεστή φωλιά για κάθε γυναίκα. Δύο τρεις φορές του έφυγε το μαγιώ μές στη θαλασσοταραχή και όταν βγήκε δήλωσε ότι είχε καταπιεί τη σπονδυλική του στήλη.

Με το φαγητό καλά τα πήγαμε (αλίμονο), μόνο που δεν ήξεραν τι σημαίνει πιπεριά. Για να θυμηθούμε τις παλιές μας διακοπές φάγαμε στη Φραγκοσυριανή. Εκεί, δίπλα στο άγαλμα του Βαμβακάρη, ακούσαμε Θέμη Αδαμαντίδη, έρωτας ο απόλυτος έρωτας, ο δικός μας ο έρωτας, η δική μας η αγάπη (κλάπα κλάπα) και οι φίλοι μου ταξίδευαν με το βλέμμα στο άπειρο και το στόμα μπουκωμένο με ντάκο. Όσο ντάκο δεν φάγαμε τον ρίξαμε πάνω μας για αλλαγή. Έτσι, είχαμε πάνω στα ρούχα μας άμμο, ντάκο και παγωτό από τον Ιταλό, ο οποίος μας το στούμπωσε στο κυπελλάκι και μας έφευγε από όλες τις μεριές. Σε λίγο γεμίσαμε και μύγες.

Και για να μην ξεφύγω από το θέμα του φαγητού: Πήγαμε που λες στο ξενοδοχείο για πρωινό. Ήταν σαν συγκέντρωση του Πασόκ χωρίς σημαίες. Στοιβαγμένοι γονείς, παιδάκια, ιδρωμένοι παππούδες χωρίς μπλούζα. Φάγαμε κάτι ελαφρύ, δηλαδή ομελέτα και τηγανητές πατάτες που ήταν copy paste από Goodys. Το κλου όμως του πρωινού ήταν το μηχάνημα με τους καφέδες.
-Συγνώμη με βοηθάτε λίγο, πώς αυξάνω τη ζάχαρη;
-Α δεν μπορείτε να την αυξήσετε, την έχουμε μπλοκάρει, γιατί κυκλοφορούν και διαβητικοί άνθρωποι ανάμεσά μας!
(Χμμμ, πολύ ωραία παίρνεις τον φραπέ και ρίχνεις μετά τη ζάχαρη που κάνει κράτσα κράτσα).
-Συγνώμη, πατάω φραπέ με γάλα και δεν αντιδράει, έχει χαλάσει;
-Α όχι πρέπει να πατήσετε φραπέ χωρίς γάλα. Η επιλογή φραπέ με γάλα δεν είναι συμβατή με το ποτήρι που έχετε βάλει από κάτω. Θα πρέπει να σας φέρω άλλο ποτήρι από την κουζίνα.
Πολλά προβλήματα με τον φραπέ όπως βλέπεις. Πήραμε λοιπόν έναν καπουτσίνο για να ξενοιάσουμε. Έπεσε μόνο βραστό νερό με αφρόγαλα. Χωρίς καφέ. Επιτυχία το μηχάνημα!

 Φύγαμε από το ξενοδοχείο και κυκλοφορούσαμε πλέον με τις βαλίτσες στο αμάξι μέχρι να φύγουμε το βράδυ. Έτσι δεν είχαμε που να αλλάξουμε ρούχα μετά το μπάνιο, αλλά κανένα πρόβλημα. Ο Κωνσταντίνος άλλαξε μες στη μέση στο λιμάνι και η Νάντια καθόλου, κυκλοφορούσε με το παρεώ μες στην πόλη και όταν φυσούσε βλέπαμε όλοι έναν κώλο με μαγιώ. Είχαν το θράσος να μου κάνουν και παρατήρηση οτι τάχα είναι κοντό το σορτσάκι μου. Τι να τους πεις!

Φύγαμε από τη Σύρο με δάκρυα στα μάτια και αποφασίσαμε να ξαναπάμε για Πάσχα (τώρα σύντομα δηλαδή). Η Νάντια έβαλε και προκαταβολή στο ξενοδοχείο και καπάρωσε το αμάξι. Είμαστε τρελοί;!

Τρίτη, 10 Αυγούστου 2010

Μια μέρα σαν τις άλλες...

Δέκα παρά τέταρτο. Παρκάρω στη θέση 6. Αν μου την έχουν πιάσει στη διπλανή. Μπαίνω στη δουλειά και έρχομαι αντιμέτωπη με τη ζούγκλα. Δηλαδή όχι τα μαλλιά μου. Τους 5 φύλακες. Το δράμα αλλάζει, ανάλογα με τη βάρδια:
Φύλακας 1. Σχολιάζει τα ρούχα μου σε μισοβλάχικα αμερικάνικα, γιατί έχει διατελέσει και fashion designer και έχει άποψη. Είναι γλοιώδης και ερπετώδης. Μου προτείνει συνέχεια να πάμε για ποτό, για καφέ, για σινεμά μετά τη δουλειά. Μετά την τριακοστή κλανιά συνεχίζει με το ίδιο σθένος.
Φύλακας 2: Ο τύπος κοροϊδεύει τη γατίσια μου φωνή και φοράει γυαλιά ηλίου χειμώνα καλοκαίρι.
Φύλακας 3: Λέει καλημέρα και σφίγγει τα μπράτσα του επιδεικτικά κάτω από το κολλητό πουκάμισο. Με συγχωρείτε, ήταν τυχαίο!
Φύλακας 4: Είναι παππούς.
Φύλακας 5: Είναι σοβαρός.

Περνάω από το μαρτύριο και χαμογελάω στον μαυρούλη με την κίτρινη μπλούζα που σφουγγαρίζει. Μου λέει "καλή σου μέρα, πρόσεχε γκιατί έκω καταρίσει, μην γκλιστράς".
Κατεβαίνω να πάρω καφέ. Παραγγέλνω σκέτο φραπέ με γάλα. Ή δεν παραγγέλνω γιατί το θυμούνται, οπότε δεν χρειάζεται να ανοίξω το στόμα μου. Δίνω τα ψιλά ακριβώς, για να μην τους παιδεύω. Διαλέγω καλαμάκι ανάλογα με τα ρούχα μου και φεύγω. Ρουφάω μια γουλιά στο δρόμο. Έξω από το ασανσέρ πιάνω κουβέντα με τον Σπύρο που ξεφορτώνει δέματα. Ανεβαίνω στο ισόγειο. Η κυρά Ελπίδα τρώει μπανάνα και ψελλίζει κάτι δικά της. Χτυπάω την κάρτα και μπαίνω στο γραφείο.
Παίρνω το ντοσιέ με τα λεμόνια και κάθομαι. Βρίζω την Έρη, γιατί έχει βάλει πάνω στο γραφείο μου τάπερ με φαγητά, τσάντες, σακούλες, γυαλιά ηλίου, post it με σημειώματα αγάπης αν θέλει να με ξαναστείλει κάτω για να της φέρω καμιά τυρόπιτα. Γύρω στις 2, η Έρη μου θυμίζει ότι πεινάω και τρώω τυρόπιτα με φύλλο που άνοιξε η μανούλα ή αραβική πίτα, με φύλλο που άνοιξαν οι Άραβες (Αν η Έρη έχει άδεια, ξεχνάω να φάω και όταν γυρνάω σπίτι γουργουρίζει η κοιλιά μου).

Κατά τις υπόλοιπες ώρες ακούω τα παράπονα των επιβατών και επειδή έχω πάθει ανοσία ουρλιάζουν κι εγώ μασάω τσίχλα και δεν πεταρίζω βλέφαρο. Κάνω συζητήσεις επιπέδου με αθώα κοριτσάκια 
Γεια σας στέλτε μου μια επιβεβαίωση της κράτησης στο μέιλ μου παρακαλώ, το μέιλ είναι trelomoraki85@... 
ή με αβορίγινες μπουρτζόβλαχους
Βρες μου θέση για να φύγω or give me your director μωρή. Give me your director τώρα or I'll kick your ass.
Με κουφούς παππούδες που θέλουν να πληρώσουν με οκά, με δημοσιογράφους που θα μας πάνε στα κανάλια, με υστερικές κατίνες που δίνουν ευχές στον υπάλληλο όταν δουλεύει τις αργίες, άι στο διάολο να πας και να'χεις μαύρο Πάσχα.
Όταν τίποτα απ' όλα αυτά δεν συμβαίνει, κρυφακούω την Έρη να εξηγεί στους επιβάτες απλούς κανόνες μάρκετιγκ:
-Γεια σας, έκλεισα το εισιτήριο μου με 200 ευρώ πριν 2 βδομάδες και τώρα βάλατε προσφορά και έχει 140, θέλω να μου επιστραφεί η διαφορά.
-Κύριε μου πηγαίνετε σε ένα σούπερμάρκετ. Αγοράζετε ένα πακέτο μακαρόνια με 1.20. Την άλλη βδομάδα το σούπερμάρκετ τα βάζει προσφορά 70 λεπτά. Γυρνάτε στο σούπερμάρκετ να ζητήσετε τα 50 λεπτά πίσω; Όχιιιι;;;; Καλημέρα σας! Τουτ τουτ τουτ.


Περιμένω πώς και πώς να ξημερώσει. Δουλίιιιιτσα μου!!!!!!

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Ξέχνα το πριν και το μετά!

Ειδυλλιακό Σαββατοκύριακο στη μαγευτική Λούτσα. Μπήκαμε στο σπίτι της γιαγιάς και καταχάρηκε. Καλώς τα κορίτσια, τι τάξη πάτε; (Είμαστε λίγο υπερτροφικά για 10χρονα, αλλά πώς να της χαλάσεις χατήρι). Ξεκινάει το παραλήρημα: Πώς σας λένε; Εγώ ποιά είμαι; Τι δουλειά έχω εδώ; Εμένα το σπίτι μου είναι στην Ευαγγελίστρια δίπλα, εδώ ποιανού το σπίτι είναι; Εδώ θα κοιμηθούμε απόψε; 
Της τα εξηγήσαμε όλα και πήγαμε για μπάνιο. Γυρίσαμε κατά τις 6 το απόγευμα, βάλαμε να φάμε και η γιαγιά έπαθε νέο κοκομπλόκο. Τί κάνετε εσείς στο σπίτι μου, ταβέρνα νομίζετε ότι είναι; Θα πιείτε και ούζο; Να φύγετε, θέλω να κοιμηθώ, τι πράγματα είναι αυτά βραδιάτικα, ήρθα εγώ να σας ενοχλήσω;

Μέχρι τις 12 το βράδυ η γιαγιά μας έβριζε και μας έδιωχνε με τις κλωτσιές, αλλά εμείς βράχοι.
Ώσπου ντυθήκαμε για να βγούμε έξω. Στολιστήκαμε ωραία και καλά, βάλαμε τα τακούνια μας και τα φορεματάκια μας και ξεκινήσαμε να κατέβουμε για ποτό. Ο δρόμος ήταν τίγκα στους γυφτοκάγκουρες και κάναμε μεταβολή με σύντομες διαδικασίες. Breezer στο χέρι και πήγαμε βόλτα στο λιμάνι. Ήρθε και ο φίλος μας ο Γιώργος να μας βρει και τον βάλαμε να τραβάει τις βάρκες κοντά για να μπαίνουμε μέσα να χαιρόμαστε. Μας είπε ότι είμαστε ηλίθιες. Απλά, λιτά και κατανοητά.Το ξενυχτήσαμε, γιατί το λιμανάκι μας καλάρεσε, πήγαμε και βόλτα στην παραλία, και κανονίσαμε να ξυπνήσουμε και το πρωί για μπάνιο.

Αντί να ξυπνήσουμε την ώρα που έπρεπε να πάμε για μπάνιο, ξυπνήσαμε την ώρα που μαζεύουν παραγάδια, από τις φωνές της γιαγιάς στην αυλή.
- Κυρία, κυρία ελάτε εδώ σας παρακαλώ, κλαψ κλαψ, με έχουν κλείσει εδώ μέσα μόνη μου τόσες μέρες, δεν έχω τίποτα να φάω, κλαψ κλαψ, βγάλτε με έξω, βοήθεια.

Η ανυποψίαστη περαστική κυρία της είπε μες στη φυσικότητα ότι πάει να φέρει βοήθεια και ένα ψωμί να φάνε. Πανέξυπνη κι αυτή!
Εκείνη την ώρα άνοιξα το παράθυρο και η κυρία με κοίταζε σαν χάνος. 
Τι με κοιτάτε καλέ, το έχει χαμένο η γιαγιά, ευχαριστούμε πάντως για την προθυμία, καλημέρα σας.  

Ξανακοιμηθήκαμε και σε λίγο είχε δεύτερο γύρο. Στον τρίτο γύρο που ξυπνήσαμε για τα καλά, αποφασίσαμε να πάμε και για εκείνο το ρημάδι μπάνιο που λέγαμε. Πριν φύγουμε η Μαρία, η Βουλγάρα που κοιτάζει τη γιαγιά, μας έφτιαξε για πρωινό από 3 αυγά τηγανιτά στην καθεμία, για εγγυημένη χοληστερίνη, και μια χωριάτικη σαλάτα με φέτα για καλημέρα. Τα φάγαμε για να μην στεναχωρεθεί και θα πηγαίναμε σίγουρα στον πάτο, αλλά η θάλασσα στη Λούτσα δεν βαθαίνει ποτέ. Τη γλιτώσαμε και σήμερα.

Γυρίσαμε σπίτι να πάρουμε τα πράγματά μας και η γιαγιά μας είπε ιστορίες με τους Γερμαναράδες από την κατοχή. Που το πήγε που το έφερε, πάλι στο σπίτι της στην Ευαγγελίστρια κετέληξε και έλεγε ότι πήγε αργά και ότι ο πατέρας της θα ανησυχεί. Να του γράψουμε ένα σημείωμα και να του το πάμε. Συμβιβαζόταν και με ένα απλό τηλεφώνημα. Της είπαμε ότι εκεί δεν έχουν τηλέφωνα, αλλά άντε να καταλάβει τώρα. Φύγαμε για να μεταφέρουμε την είδηση. Φοβόμασταν μήπως δεν μας αφήνει να φύγουμε και θέλει να'ρθει μαζί. Μας ρώτησε τι έχουμε μέσα στη βαλίτσα.  
-Άπλυτα γιαγιά, πάμε να πλύνουμε.
-Α εγώ δεν πλένω, να πάτε στο καλό, καληνύχτα σας. 
 Σωστή η γιαγιά!!!

 

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

"Αύγουστος". Θα φάω κι ας μου βγει και σε κακό.

Ερωτευτήκαμε τη Χίο, μόνο και μόνο γι' αυτή την παραλία.
Βίρι. Δεν περιγράφω άλλο!

Λιώσαμε στον ήλιο, στο ίσκιο, στο νερό και στον ιδρώτα. Διαβάσαμε ζώδια και πρήξαμε τον Κωνσταντίνο για τους πλανήτες-κυβερνήτες του Καρκίνου, αλλά σαφώς του ήταν αδιάφορο, γιατί δεν αφορούσε αεροπλάνα.

Όσο ξεκουραζόμασταν στο ξενοδοχείο, κάναμε φανταστικούς διαλόγους, όπως ο παρακάτω:

Γ: -Και που λες Νάντια είχαμε πάει σε ένα ξενοδοχείο με τον Μ., και εκεί που ήμασταν ξαναμμένοι και βιαζόμασταν, ο τύπος στη ρεσεψιόν μας εξηγούσε λεπτομερώς το συστηματάκι με τις σφραγίδες. Κάθε φορά που πας σου βάζουν μια σφραγίδα, και στην 6η σφραγίδα...
 Ν: -Σε γαμάνε αυτοί;?

Επειδή κακαρίσαμε με το volume στο 250, ο διπλανός μας χτυπούσε τον τοίχο με μανία. Η Νάντια υποστηρίζει ότι απλώς χτυπούσε προς τέρψην και ότι καθόλου δεν ενοχλούσαμε.

Ήπιαμε και κάτι κρασάκια το βράδυ, μας τα σέρβιρε ένας Χιώτης από τη Λαγκάδα. Τον ρωτήσαμε που είναι η Λαγκάδα και δεν ήξερε, αλλά είχε ωραίους κοιλιακούς. Τέλειο το κρασάκι του που λες. Αφού ήπιαμε, ξαναήπιαμε, ξαναήπιαμε, και στο 6ο ποτηράκι... κόντεψα να γα**σω τη Νάντια. Σε κάποια στιγμή φύγαμε και πήγαμε για τρελό κλάμπιγκ, κι ενώ είχαμε φτιαχτεί με το κρασάκι, μετά μας έφεραν ένα βεν-τζίν τόνικ που δεν πινότανε και ξενερώσαμε τη ζωή μας. Γυρνώντας στο ξενοδοχείο σταματήσαμε για βρώμικο και πάλι ξενερώσαμε, γιατί τελικά ήταν καθαρό.
Ο τύπος στην καντίνα μας έμαθε τη χρήσιμη πληροφορία της νύχτας, ότι το σπουργίτι κάνει σεξ 200 φορές τη μέρα.

Το βράδυ ονειρευόμουνα ότι είχα η σούπερ δύναμη του Οβελίξ στον αριστερό καρπό, ότι με παρακολουθούσαν γκομενάκια Γερμαναράδες με τη στολή των SS και ότι έκρυβα έναν πρώην μου στην ταράτσα.

Δεν φτάνει που φάγαμε όλη τη Χίο, πριν φύγουμε από τη Χίο φάγαμε και όλο το Τσίκουδο και η Νάντια μας καθησύχασε για άλλη μια φορά.
-Καλά παιδιά το ξέρω ότι έχω φάει το καταπέτασμα, αλλά από Τετάρτη θα πηγαίνω για μπάνιο κάθε μέρα και θα τα κάψω.
-Μέχρι τον Οκτώβρη θα κολυμπάς;?

Από το πολύ φαΐ πηγαίναμε με αργές κινήσεις και παραλίγο να χάσουμε την πτήση. Ευτυχώς τα πράγματα στο αεροδρόμιο κυλούσαν χαλλλλαρά. Ο έλεγχος ήταν εξονυχιστικός. Πέρναγες στο μοναδικό gate χωρίς κάρτα επιβίβασης και ο Αντώνης, ο μουστακαλής που έπρεπε να ελέγχει τις χειραποσκευές είχε πάει προς νερού του, οπότε τις ελέγξαμε μόνοι μας και έψαχνε ο πίσω τον μπροστά του όταν χτυπούσε το μηχάνημα.

Νιώσαμε έντονο το δέος κατά την απογείωση και την προσγείωση και η Νάντια μας χάλασε το όνειρο και μας είπε ότι δεν ήταν το δέος, ήταν η αδρεναλίνη. Μα είναι δυνατόν; Επειδή είμαστε καμμένοι, κουβαλούσαμε στη Χίο τη φωτογραφική μηχανή και ο οίστρος μας έπιασε στο Βενιζέλος, στην φωτεινή διαφήμιση της Α3, όπου φωτογραφηθήκαμε από όλες τις οπτικές γωνίες. Εννοείται ότι αυτή θα γίνει next top profile picture. Καμία αντίρρηση;