Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Εδώ είναι το ταξίδι...

Μόναχο

Ημέρα πρώτη

Η πρώτη επαφή του Παναγιωτάκη με το Airbus του έφερε ένα άγχος, μια ανησυχία, ένα κάτι βρε αδερφέ, και από την αναστάτωση τον πήρε ο ύπνος πάνω στον ώμο της Μαρίας. Όταν φτάσαμε στο Μόναχο, το ζευγάρι των μπαφιασμένων εραστών κόζαρε μια καντινούλα 70's για να κάνει ένα τσιγαράκι στους -5 βαθμούς. Μπροστά στο μηχάνημα για τα εισιτήρια με τις γερμανικές οδηγίες απλώναμε όλοι τα κουλά μας πατώντας κουμπιά για κανά μισάωρο. Ευτυχώς ένας καλός Γερμαναράς μας βοήθησε, πατώντας μόνο ένα κουμπί. Αφού νιώσαμε όλοι δέος, μπήκαμε στο τρένο με κατεύθυνση το super ξενοδοχείο μας. Η ώρα είχε περάσει και κάναμε μια βόλτα στην πόλη, όπου είδαμε βιτρίνες με προσιτές τιμές, 12000 ευρώ η γραβάτα και 130000 το elegant καπέλο με τα φούξια φτερά. Ο δρόμος οδηγούσε στο ινδικό εστιατόριο όπου έμελλε να εκτυλιχθούν σουρεαλιστικοί διάλογοι με τον Ινδό σερβιτόρο σε μια ακατανόητη διάλεκτο:
-Ντρινκ?
-Φορ γκλας γουάιν.
-Βάιν γουάι ορ ρεντ?
-Βάιν γουάι.
Μαζί με τα κρασιά μας έφερε πίτες τίγκα στο σπόρι που μας σφήνωσε στα δόντια, οπότε επήλθε ο δεύτερος διάλογος που επισφράγισε την άψογη συνεννόηση:
-Τούθπικς πλιζ.
-Τούθπικς νάου ορ άφτερ ντίνερ?
-Τούθπικς ΝΑΟΥ.
-Νάου?????
Με την απορία στο βλέμμα μας έφερε οδοντογλυφίδες και μας κοίταζε να σκαλίζουμε τα δόντια μας με μανία. Ταυτόχρονα μας έφερε το μενού που ήταν γραμμένο σε άψογα ινδικά με γερμανική επεξήγηση. Ευτυχώς δίπλα από τα πιάτα είχε αριθμούς, οπότε παραγγείλαμε ως εξής:
-Του θέρτισέβεν, ουάν θέρτινάιν εντ ουάν φόρτυ.
Από τη χαρά του που κατάλαβε, όταν ήρθε με  το δίσκο μας είπε "tandoori daging dengan kentang dan rempah" κρατώντας το πιάτο. Μετά από μισό λεπτό που κανείς δεν είχε αντιδράσει ψέλισε "θέρτισέβεν" και έτσι απλώσαμε τις χερούκλες μας. Το φαγητό ήταν ωραίο, αλλά καυτερό και ήπιαμε το γουάι βάιν άσπρο πάτο. Ο Τάσος ζήτησε τον λογαριασμό λες και ήταν σε κανα μαγεριό, κουνώντας τη χερούκλα του σαν να κρατούσε εικονικό στυλό. Ο Ινδός ξανακοίταξε απορημένος και ήρθε να ερευνήσει τι θέλουμε. Ευτυχώς συνεννοηθήκαμε πάλι λιτά και περιεκτικά:
-Μπίλ πλίζ.
-Μπίλ?
-Μπίλ.
-ΟK. Μπίλ.
Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο χωρίς να νιώθουμε κρύο, γιατί είχαμε ανάψει από το κάρυ.

Ημέρα δεύτερη

Συνέχεια γλωσσικής σύγχυσης. Όσο τρώγαμε για πρωινό κάτι ελαφρύ, δηλαδή λουκάνικα με μπαχαρικά και για συνοδευτικό τηγανιτό μπέικον, τους έπρηξα όλους να πάμε να δούμε τα πυράγχας. Επειδή η φωνή μου τυμπάνιζε στα αυτιά τους ένα δύωρο, με πήγανε για να το βουλώσω. Ο Παναγιώτης μας έριχνε χιονόμπαλες και παρακαλούσα να του φάει το χέρι το πυράγχας, αλλά η προσευχή μου δεν εισακούστηκε. Υποπτεύομαι ότι τα πυράγχας μιλούσαν μόνο γερμανικά. Όταν γυρίσαμε στο κέντρο φάγαμε πίτσα, την οποία παραγγείλαμε σε άψογα ιταλικά ακούγοντας Gianna Nannini, γιατί δεν αντέχαμε άλλο φλάχτεν φλούχτεν. Στο ξενοδοχείο παίξαμε UNO στο lounge και ακούγονταν μόνο οι αγριοφωνάρες μας και το MP3 μας που έπαιζε top hits δεν κάνω διακοπές σου δίνω αυτό που θες, γουστάρω τους ροκάδες και τους πιτσιρικάδες και λοιπά. Με την υπερβολική δόση Γονίδη, τους διώξαμε όλους από γύρω μας και μείναμε εμείς και η σερβιτόρα να πίνουμε μπύρες. Σε λίγο μας παράτησε και αυτή, αφού μας έλουσε με μπύρα.




Ημέρα τρίτη

Deja Vu. Στο τραπέζι σαλάμια και λουκάνικα και εγώ μουρμουρίζω με τις ώρες ότι θέλω να πάω στο Νταχάου. Η τακτική ήταν αποτελεσματική και ξεκινήσαμε να πάμε στα στρατόπεδα. Στο μετρό για άλλη μια φορά ακουγόμασταν μόνο εμείς. Από τη χαρά μας διαβάζαμε δυνατά τα ονόματα από τις στάσεις στα γερμανικά, με δική μας προφορά και τονισμό, αλλά με θάρρος και πυγμή, προκαλώντας τον γέλωτα στους γύρω επιβάτες. Φτάνοντας στο Νταχάου καταλάβαμε ότι ήταν νεκρή μέρα, κλειστό το στρατόπεδο, κλειστά τα μαγαζιά, κλειστές και οι καφετέριες.Τουλάχιστον κάναμε βόλτα στην παλιά πόλη. Παρόλο που φορούσα διπλές κάλτσες με στάμπα καμηλοπαρδάλεις, από το κρύο δεν ένιωθα τα δάχτυλα των ποδιών μου και πήγαινα με την πατούσα ντούρα κάνοντας το βήμα της πάπιας, όπως άρμοζε στην περιοχή. Πριν γίνουμε μπλε ανακαλύψαμε το μοναδικό παρακμιακό Internet Cafe της γειτονιάς που ήταν ανοιχτό. Πλησιάζοντας στη τζαμαρία είδαμε κάτι φραπεδιές και μπαίνοντας βρωμούσε ο τόπος τσιγαρίλα. Οι δύο αυτές σοβαρές ενδείξεις μας έκαναν να αναφωνήσουμε "ΠΑΤΡΙΔΑ" και  Ελληνάρας μας απάντησε "ορίστε" μες στη φυσικότητα. Εκεί ήπιαμε ελληνικό καφέ και νερό χωρίς gas και είδαμε Κωνσταντίνου και Ελένης με Nova.

Επανερχόμενοι στην πραγματικότητα, γυρίσαμε στο κέντρο και πήγαμε βόλτα στην BMW, όπου τα αγόρια ενθουσιάστηκαν με κάτι x6 m6 m7 και δεν ξέρω γω τι, ενώ εγώ και η Μαρία ενθουσιαστήκαμε με τις τουαλέτες που μύριζαν ροδάκινο και τον προσομοιωτή με τα πετάλια. Πιο πολύ όμως ενθουσιαστήκαμε ψωνίζοντας σουτιέν με τις ώρες στο εμπορικό που ήταν πιο πέρα. Το βράδυ ακολουθήσαμε τη συμβουλή του Σερραίου από το Νταχάου και πήγαμε να φάμε βαυαρέζικο, γιατί είχαμε πεθάνει στα έθνικ. Το φαγητό ήταν πολύ καλό και γίναμε μια παρέα με κάτι Γερμανούς, με τους οποίους καθήσαμε στο ίδιο τραπέζι με το ζόρυ. Το βράδυ στο ξενοδοχείο καταντήσαμε να πίνουμε καφέ για να χωνέψουμε τις μπύρες.

Ημέρα τέταρτη

Με το χιόνι και το κρύο τα σχέδιά μας να πάμε βόλτα στα μαγαζιά ανατράπηκαν και μείναμε στο ξενοδοχείο μέχρι που κάναμε check out. Με τις βαλίτσες στο χέρι, έξω από το ξενοδοχείο τα αγόρια μας ξαναέριξαν χιονόμπαλες και τους βρίσαμε. Έτσι, αποχαιρετήσαμε το Μόναχο και πήγαμε στον κεντρικό σταθμό των τρένων που ήταν εν δυνάμει Roma Termini, μόνο που μύριζε γαρίδες. Φτάσαμε στο αεροδρόμιο πολύ πριν την πτήση για να προλάβουμε να κάνουμε βόλτα και πάλι, δεν ξέρω πώς, τα καταφέραμε να τρέχουμε. Μείναμε και νηστικοί. Η υπάλληλος της Lufthansa ήταν ξινή και ήθελε να μας αφήσει στο Μόναχο για πάντα, γιατί δεν είχαμε τις κάρτες της Aegean. Αφού καταφέραμε να επιβιβαστούμε, η αεροσυνοδός έφερε στον Παναγιώτη "το Vegetarian Meal που παρήγγειλε" και εκείνος το αρνείτο κατηγορηματικά, ενώ η Μαρία που του είχε κάνει το request με το ζόρυ το έπαιζε αδιάφορη και κοιτούσε τη θέα. Μετά το ψ***κρυο, στην Αθήνα μας φάνηκε Μαυρίκιος. Και είχαμε ενοχές για όλα αυτά που αφήσαμε, μα ποιό τέλος δεν πονάει πολύ; Εννοείται ότι πριν κοιμηθούμε ήπιαμε έναν κουβά νερό ο καθένας. Χωρίς μπουρμπουλήθρες.

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Ποτέ την Κυριακή!

Η εκδρομή στο Λουτράκι είχε οργανωθεί λεπτομερώς, δηλαδή ξυπνήσαμε στις 12 κατά λάθος και αποφασίσαμε να πάμε στο Λουτράκι για αλλαγή. Η διαδρομή ήταν ευχάριστη αφού με μπάφιασαν όλοι και η Έρη ανέλυε τη θεωρία της για το μάρκετινγκ και την κερδοφορία στον ύστερο καπιταλισμό. Ευτυχώς φτάσαμε γρήγορα, γιατί ο Μανώλης σε λίγο θα μας αποκεφάλιζε με το σφυροδρέπανο. Όσο περιμέναμε τη Μαρία και τον Παναγιωτάκη που είχαν πρόβλημα με το αμάξι, ο Σπύρος είχε τη φαϊνή ιδέα να πάμε να δούμε τη θέα. Μέχρι να ανέβουμε όλα τα σκαλιά βλαστιμήσαμε τον Όσιο Πατάπιο κ τους τριγύρω αγίους, οι καπνιστές για τους ευνόητους λόγους και εγώ για συμπαράσταση.

Στο μεταξύ, η Μαρία είχε κάνει το Seat αεροπλάνο, οπότε πήγαμε για τα τσίπουρα στον Γιάννη στο σωστό timing. Τα μισά τσίπουρα έιχαν γλυκάνισο και τα μισά όχι, αλλα εγώ ακόμα δεν έχω καταλάβει τη διαφορά. Η Έρη έφαγε μια πιατέλα μύδια αχνιστά και όταν κοίταζε τον Σπύρο γέμιζε το βλέμμα της καρδούλες. Χωρίς να αγγίξουνε τα μύδια, ο Μανώλης ανέβλυζε καρδούλες επειδή σκεφτότανε το ψαροντούφεκο και ο Παναγιωτάκης τις κόντρες με τους κάγκουρες στο Ολυμπιακό Χωριό. Εκείνη τη μαγική στιγμή, πέρασε η πλανώδια Κινέζα με τα μπιχλιμπίδια της και έπιασε κουβέντα σε άπταιστα κινέζικα με τη Βασιλό. Εγώ δυστυχώς είμαι ακόμα σε elementary επίπεδο και δεν μπόρεσα να συνεννοηθώ με τον ψηλό Κινέζο που είχαμε την ίδια κουπ.


Ο καφές στην Πλώρη ήταν πολύ ωραίος, αλλά κάτι μας είχαν ρίξει μέσα, γιατί έλεγε ο καθένας τα δικά του. Στον καφέ λύσαμε φλέγοντα ζητήματα, όπως ας πούμε τι θα ντυθούμε τις απόκριες, και πρήξαμε τα αγόρια με τη δουλειά, όπως κάνουμε πάντα. Εκείνοι με τη σειρά τους μας έπρηξαν με τον στρατό και τα αυτοκίνητα, όπως κάνουνε πάντα. Αφού αλληλοπρηχτήκαμε, πήγαμε βόλτα στο ζαχαροπλαστείο και πήραμε λαϊλάκια και ένα νερό Λουτράκι σε συσκευασία δώρου για τον Αντώνη. Επειδή η Έρη είχε φάει μύδια, όταν φύγαμε ήθελε να κάτσει μπροστά για να χαϊδεύει το μπούτι του Σπύρου. Έτσι με άφησε στην ησυχία μου να πάρω έναν υπνάκο πίσω και να φτάσω στην Αθήνα φρεσκαδούρα, για να ξανακοιμηθώ και να ονειρευτώ το γεμιστό καλαμάρι, την ανεκπλήρωτη βόλτα στο καζίνο και την επόμενη φανταστική μας εκδρομή στο Μόναχο..




Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Ήρεμα ήρεμα δεν είμαι τρομοκράτης...

Σήμερα το βραδάκι, κοντά στο Ολυμπιακό χωριό, μια απεγνωσμένη οικογένεια με δυο παιδιά στο αμάξι είχε σταματήσει δίπλα μου στο φανάρι κ έψαχνε τον δρόμο για το τελεφερίκ. Μιας κ ήδη ήταν στο λάθος σημείο, για να μην κάνουν κύκλους, αποφάσισα να τους πάω από τον σύντομο δρόμο, δηλαδή από το έρημο μονοπάτι με τα πεύκα στους Θρακομακεδόνες. Τους είπα να με ακολουθήσουν και θα έβγαινα κι εγώ λίγο από τον δρόμο μου, γιατί από κει είναι σκοτεινά και θα μπερδεύονταν. Στην αρχή χάρηκαν, αλλά μόλις μπήκαμε στο μονοπάτι και άρχισαν οι στροφές του τρόμου πρέπει να νόμιζαν ότι τους πάω στην ερημιά για να τους τεμαχίσω οικογενειακώς και να τους ρίξω στο γκρεμό. Έτσι, ενώ στο τέλος της στροφής θα βλέπανε το τελεφερίκ, αποφάσισαν να κάνουν επί τόπου στροφή και να φύγουν. Όταν τους είδα να βγάζουν τα αλάρμ νόμιζα ότι κάτι θέλουν να με ρωτήσουν και βγήκα από το αμάξι, αλλά η κυράτσα τρομοκρατήθηκε και μου φώναξε Μην πλησιάζεις! , ενώ ο άλλος γκάζωνε στους γκρεμούς με την όπισθεν και τα παιδιά με κοιτούσανε σαν μάγισσα. Μέχρι να διακιολογηθώ είχαν ήδη φτάσει στα Τέμπη. Αυτοί τώρα θα πήγανε στο κέντρο σε καμιά χασαποταβέρνα και θα ξέχασαν τα τελεφερίκ, τα βουνά και το όνομά τους για τα επόμενα δύο χρόνια. Και θα έχουν να διηγούνται σε συγγενείς και φίλους για την 26χρονη δολοφόνο με το μαλλί emo και το Micra που ξέφυγαν με δόλο από τα νύχια της πριν πολτοποιήσει τα κεφάλια τους με καμια αιχμηρή θρακομακεδονίτικη πέτρα. Εγώ φταίω που έκανα και παράκαμψη για να τους βοηθήσω! Πάρτε εκεί ένα GPS και αφήστε τον κοσμάκη στην ησυχία του..

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Έχει σήμα, σήμα καμπάνα!

Τέλος η ακτινοβολία από το κινητό σας τηλέφωνο. Σας παρουσιάζω το νέο κινητό Vision Super Telephone. Απλό και εμφανίσιμο. Εργονομική κατασκευή. Κάμερα 2 Megapixels, ραδιόφωνο και Bluetooth (δεν έχει). Εγγύηση 2 ετών. Τρεις μπαταρίες κουμπιά για μεγαλύτερη διάρκεια. Αποθηκευμένες μελωδίες: πίου πίου, ντριν ντριν, λαλαλα τρρρρρρ, τσικαμπούμ. Φωτάκια για νυχτερινή χρήση. 'Εξόφληση κατά την αγορά της δωροσακούλας. Ηλικία εώς 27 ετών (με παίρνει ακόμα). Αξία: ανεκτίμητη. 



Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2010

Πάει ο παλιός ο χρόνος..

Τελευταία μέρα του 2009 και ξεκινήσαμε να πάμε Flocafe, επειδή όμως ο Μακρής είχε κάνει τάμα να περπατήσει όλη τη Σκουφά γονατιστός, γυρίσαμε πάλι πίσω για να μην ξημερώσουμε. Καθήσαμε σε ένα τραπεζάκι έξω με τα κοντομάνικά μας. Της Πένυς ο καφές της φάνηκε πικρός και πήγε φουριόζα να ζητήσει το λόγο στο δίπλα μαγαζί, επειδή της άρεσε καλύτερα. Ο Μακρής που ήταν πιο προσεκτικός μπήκε στο σωστό μαγαζί, αλλά στη λάθος τουαλέτα, επειδή εκείνου του άρεσε καλύτερα η γκόμενα στην πόρτα. Εγώ δεν έκανα κανένα λάθος, εκτός από το ότι αγόρασα ένα ελικοπτεράκι για πεντάχρονα, επειδή ενθουσιάστηκα. Έτσι τελειώσαμε γρήγορα γρήγορα τις δουλειές και τα ψώνια μας και πήγα σπίτι να παίξω. Ο πατέρας μου ενθουσιάστηκε το ίδιο και μαλλιοτραβηχτήκαμε ποιος θα πρωτοπαίξει με το κουνούπι, ενώ η μαμά μας έβριζε γιατί το κουτουλήσαμε σε όλα τα έπιπλα και τους τοίχους. Ευτυχώς οι πασίγνωστες μπαταρίες Huati δεν κράτησαν πολύ και δεν διαλύσαμε όλο το σπίτι.

Η αλλαγή του χρόνου μας βρήκε να χορεύουμε το Hardrock Halellujah 18 φορές. Μετά αλλάξαμε στυλ και το γυρίσαμε στο ρεμπέτικο, εμείς και οι τριγύρω 50άρηδες. Για να με βρει καλύτερα το 2010 κοιμήθηκα αγκαλιά με τη Δανάη. Αγάπη μου δεν σε αλλάζω με κανέναν καθυστερημένο! TVB!