Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Καμβάδες, κιθάρες, κρύο, καιρός για βιβλίο


Είναι πράγματα που θέλεις οπωσδήποτε να κάνεις στη ζωή σου, αλλά στο τέλος πάντα τα αναβάλλεις. Έτσι έπαθα κι εγώ με τη ζωγραφική. Όχι τη ζωγραφική που λέγαμε τις προάλλες, αυτή με τον Φόντα Ινδιάνο, αστυνόμο και σερίφη. Ούτε αυτή που ζωγραφίζεις σαλιγκάρια, ενώ ταυτόχρονα λες για διακοσιοστή έκτη φορά μες στη μέρα "το εισιτήριο σας αλλάζει με ακυρωτικά 30 ευρώ συν διαφορά ναύλου". Την ζωγραφική τη σοβαρή. Αυτή που είσαι αραχτός και έχεις μπροστά σου τον καμβά, τις λαδομπογιές, την έμπνευση, τα πάντα βρε αδερφέ! Απλώς δεν ξέρεις από που να ξεκινήσεις. Ε, αυτό έπαθα κι εγώ! Έχω κι ένα νέφτι και δεν ξέρω που πρέπει να το βάλω - και τώρα που το σκέφτομαι προτιμώ να μην μου απαντήσετε.
Μπαααα, όχι, λέω να αφήσω τον El Greco που κρύβεται μέσα μου να μείνει εκεί κρυμμένος.
Μήπως να δω dvd;; Έτσι, απλά και ανώδυνα; Vampire diaries, 4ος κύκλος, 6ο επεισόδιο. Τι έχω πάθει τώρα με αυτή την μλκία με τα βαμπίρια, δεν μπορώ να καταλάβω. Πιστεύω όμως ότι γενικά ο ανθρώπινος εγκέφαλος τρώει κολλήματα. Ξέρεις, όπως ας πούμε με αυτά τα παιχνίδια στο φέισμπουκ, που φτάνοντας στο υπέρτατο σημείο διαστροφής, βάζεις ξυπνητήρι στις 4 το ξημέρωμα για να ποτίσεις τα μαρούλια σου. Κάπως έτσι έπαθα κι εγώ με τα βαμπίρ. Αφού το πρωί ο καφές μου είχε περίεργη γεύση και αναρωτιόμουν αν μου έχουν ρίξει μέσα ιεροβότανο.
Και το άλλο το καινούργιο είναι ότι βάλθηκα να μάθω κιθάρα, έτσι από το πουθενά. Θα με βοηθήσει λέει και ο Τάσος, ο αδερφός της Μαρίας, που ξέρει να παίζει τον Μενούση. Καημό το έχει ο πατέρας του πως άλλα τραγούδια δεν τους μάθανε στο ωδείο.

Αλλά δεν σας είπα το κυριότερο. Δεν σας είπα για χτες. Για το βιβλιοκαφέ Έναστρον, στην παρουσίαση της Γιαγιάς Αντιγόνης. Αλλά δεν σας είπα, γιατί είναι που δεν έχω λόγια. Μάλλον η μόνη περιγραφή που θα μπορούσε να με καλύψει είναι αυτή του Ντίνου Ηλιόπουλου: "Δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα... είμαστε!".  Πολλοί μπλόγκερς, πολλή συγκίνηση, πολλά χαμόγελα, πολλές αγκαλιές, πολλά τυροπιτάκια, πολλά γενικά τελοσπάντων. Και τώρα που το σκέφτομαι, ποια βαμπίρια και ποια πινέλα, τους "Αύγουστους" θα διαβάσω. Τέλη Νοέμβρη, κάτω από το πάπλωμα. Και επειδή φέτος δεν έχει λεφτά για καλοριφέρ και βλακείες, με τους Αύγουστους λέω να ζεσταθούμε.

Και όποιος θέλει ας ακούσει και αυτό. Μάλλον το τραγουδάει κάποιο τρίχρονο ή ο ιταλόφων Σπύρος Μπιμπίλας. Σας το ποστάρω, έτσι για λίγη αισιοδοξία.


Puoi cambiare camicia se ne hai voglia (αν θέλεις, μπορείς να αλλάξεις το πουκάμισό σου)
E se hai fiducia puoi cambiare scarpe… (και αν έχεις πίστη, μπορείς να αλλάξεις παπούτσια)
Se hai scarpe nuove puoi cambiare strada (αν έχεις καινούργια παπούτσια, μπορείς να αλλάξεις δρόμο)
E cambiando strada puoi cambiare idee (και αν αλλάξεις δρόμο, μπορείς να αλλάξεις ιδέες)
E con le idee puoi cambiare il mondo… (και με καινούργιες ιδέες, μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο)
Ma il mondo non cambia spesso (Αλλά ο κόσμος δεν αλλάζει συχνά)
Allora la tua vera Rivoluzione sarà cambiare tè stesso  (Άρα, η πραγματική σου επανάσταση θα είναι να αλλάξεις τον εαυτό σου)

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Εσύ κρατάς ομπρέλα και εγώ σου βρέχω έουρος

Ας ξεκινήσουμε με τη διαπίστωση του ταξιδιού. Ότι δηλαδή στο αιρμπασάκι μας λείπει η σειρά 13. Πείτε μου παρακαλώ αν όλοι οι υπόλοιποι το είχατε προσέξει και εγώ τόσα χρόνια ζούσα στην άγνοια... Επίσης, δεν θέλω να φανώ υπερβολική, αλλά όταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο μας και μπήκαμε στο ασανσέρ να πάμε στο 6ο, παρατηρήσαμε ότι λείπουν ο 2ος και ο 3ος. Αμέσως μετά από αυτά τα παράδοξα μπήκαμε στο δωμάτιο και η βαλίτσα μου πήρε την πρωτοβουλία να ξαναβγεί στο διάδρομο και να κλείσει και την πόρτα. Από τον γδούπο τρανταχτήκαμε και λογικευτήκαμε και εγώ και οι φίλες μου.
Ο καιρός ήταν καλός και έτσι την πρώτη μας μέρα την μπουκώσαμε αξιοθέατα. Πήγαμε αρχικά προς την piazza Venezia και προς το Campidoglio, όπου φωτογράφισα όλους τους κώλους των αγαλμάτων και οι φίλες μου με είπαν ανωμαλάρα, ενώ εγώ απλώς είχα άποψη. Ο καιρός μας τα χάλασε κάπου στην πορεία, την ώρα που τρώγαμε μακαρονάδα και που ο σερβιτόρος λάτιν λόβερ κοιτούσε τη Βικτώρια στο στόμα με γουρλωμένα μάτια να ρουφάει την ταλιατέλα της με φόντο ένα τσαμπί λεμόνια.

Πηγαίνοντας προς την piazza Navona τραγουδούσαμε οι δύο τα κάλαντα της Βανδή και οι άλλες δύο "να να να να να να απόψε δεν πάμε σπίτι, να να να να να να θα μείνουμε ακρογιαλιά". Κάπου εκεί, στο αποκορύφωμα του μελωδικού συγχρονισμού, αρχίσαμε να γινόμαστε λούτσα και να τρέχουμε. Και όσο βρεχόμασταν πετιόντουσαν οι Πακιστανοί σαν σαλιγκάρια, πασάροντάς μας ένα μάτσο κιτς ομπρέλες με κουάτρο έουρος μπέλλα. Εμείς, συνηθισμένες να τους λέμε νο γκράτσιε, τους προσπεράσαμε όλους και κάπου στο τέρμα της πλατείας, με τα μαλλιά σε wet look χωρίς λιπαρή υφή που διαρκεί, σκεφτήκαμε ότι τζάμπα τους διώχνουμε γιατί την ομπρέλα τη θέλαμε και απλά δεν το είχαμε συνειδητοποιήσει. Ακριβώς την ώρα της σοφής αυτής διαπίστωσης, αρχίσαμε να ψάχνουμε τους Πακιστανούς και την Πετρούλα, οι πρώτοι άφαντοι, η Πετρούλα στο μαγαζάκι πιο κει ρώταγε πόσο έχουν οι ομπρέλες. Πήγα να τη μαζέψω πριν σκάσει τα 11 έουρος και ενώ την τραβούσα από το μπράτσο αυτή μου έλεγε "ό,τι πληρώνεις παίρνεις" και άρες μάρες κουκουνάρες. Και έτσι μείναμε χωρίς ομπρέλα και αναγκαστήκαμε να καθήσουμε σε ένα παγωτατζίδικο που βρέθηκε στο διάβα μας για να στεγνώσουμε. Ο σερβιτόρος με το καλησπέρα σας μας είπε ότι είναι Αλβανός (Χαίρεται, Αχιλλέας Μητρόπουλος, έμπορος και στείρος) και μας έδωσε κουταλάκι να δοκιμάσουμε μια μπλε αηδία, γεύση βιάγκρα. Μας χρέωσε 8 ευρώ το παγωτό, τα μισά για την πρωτοτυπία, και επειδή είχε τύψεις που μας ξεπαράδιασε, μας πρότεινε να μας πάει στο ξενοδοχείο ένα φιλαράκι του "che lavora in nero", πειρατής της ασφάλτου πα' να πει. Την ώρα που του λέγαμε νο γκράτσιε, όπως συνηθίζαμε, έπεσε ένας Πάκης εξ'ουρανού και αγοράσαμε καλόγουστες ομπρέλες, με αποκορύφωμα αυτή τη ροζ μπον μπον.

Την επόμενη μέρα το περπάτημα συνεχίστηκε. Είδαμε το Κολοσσαίο, βγήκαμε από τον χάρτη και στη συνέχεια φτάσαμε μέχρι την Porta Portese, το διάσημο κυριακάτικο παζάρι της Ρώμης, όπου αγοράσαμε την ίδια τσάντα σε όλα τα χρώματα. Στο παζάρι οι μεγάλες ομπρέλες με το μακρύ κοντάρι, αυτό το φονικό όπλο, είχαν 5 έουρος. Οι μικρές δεν ξέρω. Φορτωμένες με ψώνια, πήγαμε για φαγητό στο Trastevere, και μπήκαμε σε ένα εστιατόριο με ωραία λουλούδια, που ήταν γεμάτο κόσμο. Με λίγα λόγια μας φάνηκε μεραβιλιόζο. Εκεί το λοιπόν μας έπιασαν τον κώλο κανονικότατα και ενώ το δικό μου πιάτο ήταν μια χαρά, οι φίλες μου δεν με άφηναν να το απολαύσω, γιατί είχαν στη φάτσα τους αποτυπωμένη την αηδία και σε κάθε μπουκιά άκουγα πράγματα που με απέτρεπαν, από απλά επιφωνήματα τύπου μπλιαααχ, μέχρι περιγραφικές φράσεις, όπως η πίτσα στάζει ζουμιά, το κοτόπουλο είναι σβησμένο με ναφθαλίνη, η πατάτα είναι προπέρσινη και άλλα τέτοια ευχάριστα. Μεγάλη επιτυχία. Γυρίσαμε προς το κέντρο με λεωφορείο γιατί δεν την παλεύαμε και πήγαμε να δούμε την piazza di Spagna και τη Via Condotti, που ωχριούσε μπροστά στην Porta Portese και όλοι την κατέβαιναν κοιτώντας μόνο ευθεία και δεν καταλαβαίνω γιατί...

Η γυναικεία καταναλωτική μανία υπερνίκησε την κούρασή μας, οπότε περπατήσαμε και όλη τη Via del Corso και αποτελειώσαμε το ψώνια μας. Στο μαγαζί της Disney ερωτεύτηκα τον μπλε τριχωτό μπαμπούλα, τον James Sullivan ντεεε, και τα κορίτσια μου έκοψαν τα χέρια και τον άφησαν πίσω στο ράφι με παγερή αδιαφορία. Πιο κάτω αγόρασα ένα κασκόλ για να πνίξω τον πόνο μου.

Με νέες δυνάμεις ξεκινήσαμε την επόμενη μέρα να δούμε τη Fontana di Trevi για δεύτερη φορά, καθώς την πρώτη δεν μπορέσαμε να πλησιάσουμε λόγο των άπειρων Κινέζων που μας την έκρυβαν. Στα τουριστικά τριγύρω οι ομπρέλες είχαν κατά μέσο όρο 7 έουρος. Το εσπρεσάκι 80 λεπτά. Και ξεκινήσαμε για το Βατικανό. Είδαμε τον Άγιο Πέτρο και φωτογραφήθηκα για πολλοστή φορά στο άγαλμα της Santa Veronica, στο άγαλμα που όλοι προσπερνούσαν, εγώ όμως συνηθίζω να φωτογραφίζομαι δίπλα του κάθε φορά που πηγαίνω, έτσι, χωρίς λόγο, κάτι σαν παιχνίδι ας πούμε. Μετά βάζω τις φωτογραφίες δίπλα δίπλα και απλά είμαι κάθε φορά πιο μεγάλη και είμαι ικανή να το κάνω μέχρι να σταθώ δίπλα του με μπαστούνι. Η ευχή μου στην Fontana να βρούμε πίτσα της προκοπής έπιασε, παρότι είχα ρίξει μόνο ένα δίλεπτο, και έτσι ο Θεός μας λυπήθηκε και φάγαμε σαν άνθρωποι. Και ύστερα είχαμε βλέψεις να ξαναδούμε το Πάνθεον και τη Navona, χωρίς βροχή. Την ώρα που κατηφορίζαμε προς τα κει άρχισε να ψιχαλίζει και σκεφτήκαμε ότι δεν μας θέλει αυτή η πλατεία. Τέλος. Τα καταφέραμε να τη δούμε όπως όπως, προσπεράσαμε τους Πακιστανούς που πετάνε μια ντομάτα χλαπάτσα στο πάτωμα με ορμή περιοδικά κάθε 23 δευτερόλεπτα, τους άλλους με τα εκνευριστικά φωτεινά ελικοπτεράκια που τα πετάνε ψηλά και δεν ήξερες από που θα σου'ρθει, και κάναμε μια τελευταία βόλτα στα τουριστικά, όπου στο ταμείο δίπλα μου άκουσα να εκτυλίσσεται ο κάτωθι διάλογος:
Ιταλός: Va bene?? (δεξί χέρι σε γροθιά, το χοντρό δάχτυλο στην ανάταση)
Κωνσταντίνα: I don't speak italian.
Ιταλος: Why???
Κωνσταντίνα: Because I'm not italian. (Τα πιο απλά πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα).
Σκύβω στον κουβά με τις ομπρέλες. 6 έουρος.
Το βραδάκι βγήκαμε για ποτό στο San Lorenzo και ενώ όλοι πίναμε σε ποτήρια, η Πετρούλα έπινε σαγκρία στο μπολάκι για τα φιστίκια. Εναλλακτικό. Αν είχε φιστίκια πιστεύω ότι θα τα έβαζε στο κολονάτο.
Και πίσω στο ξενοδοχείο πάλι, γεμίσαμε τις βαλίτσες μας με τα ψώνια για να είμαστε έτοιμες για την πρωινή αναχώρηση και η ροζ βαλίτσα παραλίγο να εκραγεί από το στούμπωμα. Λίγο πριν ακουστεί το μπαμ, βάλαμε μέσα και την ροζ ομπρέλα. Ασορτί βαλίτσα με ομπρέλα: Έουρος άγνωστα, αξία ανεκτίμητη.