Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Στάσου, αυγά Kinder!

Πολύ πρωτότυπα φέτος τα δώρα της γιορτής μου.
Καταρχάς έλαβα στο σπίτι ένα πακέτο με μια καρτέλα αυγά. Και όχι τη μικρή καρτέλα, με τα 6 αυγά. Όοοοχι, την άλλη, τη μεγάλη! Και συγκεκριμένα όχι με πραγματικά αυγά. Αλλά με αυγά Kinder. Καλέ τι θα τα κάνω τόσα αυγά;? Αυτός που μου τα έστειλε θα έχει φαίνεται την κότα που κάνει τα σοκολατένια αυγά. Και αν έχεις τέτοια κότα, τύφλα να' χουν τα χρυσά αυγά. Που δεν έχουν ούτε έκπληξη, ούτε λιπαρά.

Και στα καπάκια, δεύτερο σοκολατένιο δώρο. Εκείνα τα φοβερά σοκολατάκια που φτιάχνει η μαμά της Μαρίας με κακάο, κονιάκ και μεράκι. Για να καταλάβεις, με τα γλυκά είμαι κάπως δύσκολη. Τα φτιάχνει όμως τόσο ωραία που τελευταία φορά τα κατέβαζα πέντε πέντε. Οπότε για να με ευχαριστήσει έφτιαξε πάλι και μου τα έβαλε σε ένα πολύ ωραίο άσπρο κουτί. Τα έβαλα κι εγώ στο ψυγείο και όποιος τα έβλεπε, τσουπ, τσίμπαγε και από ένα. Επειδή όμως είμαι δαιμόνια, κόλλησα πάνω ένα αυτοκόλλητο και έγραψα "ελιές θρούμπες" και έτσι δεν τα ξανάνοιξε πια κανείς. Και τα αποτελείωσα μόνη μου.

Έχω κανονίσει που λες ωραία και καλά τη μέρα της γιορτής μου να βγάλω τους φίλους μου για φαγητό, και πηγαίνοντας προς το εστιατόριο πάω στο ΑΤΜ να κάνω ανάληψη και εκεί καταλαβαίνω ότι με πρόλαβε άλλος. Ότι δηλαδή μου λείπουν λεφτά. Πολλά λεφτά. Και έτσι παραλίγο να γίνω  ρεζίλι. Μούμπλε μούμπλε... Παιδιά, πληρώνει ο καθένας τα δικά του και μαζέψτε και κάτι για τα δικά μου ε? Χρόνια μου πολλά. Πφφφφ. Πάλι καλά που κάτι είχε μείνει ακόμα μέσα οπότε δεν έφτασα σε αυτό το σημείο. Μα δώρο γιορτής ήταν αυτό που μου έκανε η Άλφα; Θα μου πεις, έκπληξη και αυτό. Ναι αλλά χωρίς σοκολάτα γύρω γύρω.

Ωραία και στο ρεπό μου χτες. Το πρωί πήγαμε βόλτα στην Κηφισιά με την Πένυ και πλαντάξαμε στη ζέστη. Ψάχναμε κανα μισάωρο να παρκάρουμε και τελικά το αφήσαμε έξω από το σπίτι κάτι σχιστομάτηδων που εκείνη την ώρα μάλλον μετακόμιζαν, γιατί τους είδαμε να φορτώνουν ένα βανάκι με διάφορα κινεζοπράγματα και ένα πιάτο Nova. Σκεφτόμουν αν άραγε οι Κινέζοι έχουν μόνο απλά δορυφορικά πιάτα ή αν τα βγάζουν και σε πορσελάνινα. Μπααα, σιγά μην τα γεμίζουν και με ρύζι.
Και το βράδυ πήγαμε για σουβλάκια. Τρελό ξενύχτι λέμε. Μα να γυρνάει πρώτα το παιδί στο σπίτι και ύστερα οι γονείς; Κάποιο πρόβλημα πρέπει να υπάρχει, που δεν το έχω εντοπίσει ακόμα. Πάλι καλά που ήπιαμε και λίγο ούζο δηλαδή. Τώρα τι ούζο ήταν αυτό που έπινα εγώ, πιο πολύ το νερό, παρά το ούζο. Πήραμε μετά και ένα παγωτό στο χέρι και, ενώ το πρωί πλαντάζαμε, εκείνη την ώρα είχε βάλει λίγο κρύο. Μέχρι να το φάμε, η Μαρία βρήκε καταφύγιο πίσω από μια ξύλινη κολόνα - διάμετρος μισή από  αυτήν της ΔΕΗ - και συνέχιζε να τρώει το αγιάζι από παντού, απλώς είχε την ψευδαίσθηση ότι προστατεύεται. Μετά, έτσι όπως είχε στηριχτεί στην κολόνα κάτι έλεγε ότι μπορεί να ρίξει την κολόνα, ή και το σπίτι ολόκληρο, μάλλον την πείραξε το ούζο, αλλά όχι, αφού αυτή κοκακόλα έπινε, μάλλον την πείραξε η κοκακόλα, κάτι ξέρουν που μας λένε να μην πίνουμε. Πάω να ψήσω τις πατάτες μου. Και μετά Κίντερ για επιδόρπιο. Ουφ!

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Μου τη δίνει το πασχαλιάτικο ρεπό

Φέτος ήμουν από τους τυχερούς που είχαν ρεπό το Πάσχα. Και έτσι χάρηκα σε όλο της το μεγαλείο την οικογενειακή θαλπωρή του Πάσχα. Ελπίζω του χρόνου να δουλεύω.
Πήγαμε που λες στον επιτάφιο και οι γονείς μου ήταν μες στη γκρίνια.
-Καλά, ήταν ανάγκη τώρα να πάρεις 13 κιλά αρνί; Ποιος θα το φάει; Αλλά πάντα τέτοιος είσαι, στενόμυαλος, δεν ακούς τη νοικοκυρά που ξέρει. Τώρα θα μας μείνει το μισό και θα σε αναγκάσω να τρως 2 βδομάδες αρνί, δεν θα πετάμε το φαΐ.

-Παιδί μου η μάνα σου από το πρωί με ψέλνει, δεν αντέχω άλλο ο άνθρωπος.
-Έλα βρε υπερβολικέ, ψέλνει λόγω της ημέρας.
-Εγώ είμαι υπερβολικός; Που με έψελνε μπροστά στον χασάπη και μετά μέχρι να γυρίσουμε συνέχισε το ψαλτήρι και στο αμάξι;

-Μα παιδί μου ο πατέρας σου δεν είναι στα καλά του, με το ένα χέρι οδηγεί και με το άλλο παίζει κομπολόι!!
-Τι ακούω πατέρα, σοβαρά; Και αν χτυπήσει το κινητό πώς θα το σηκώσεις;;
-Με αυτό που κρατάει το τιμόνι, το κομπολόι δεν το αφήνω!
 Μετά λύσαξε ο μπαμπάς μου να περάσει κάτω από τον Επιτάφιο. Τι μανία που τους πιάνει όλους να περνάνε από κάτω και ταυτόχρονα να τσουρομαδάνε και με τη χερούκλα τους τα λουλούδια, ποτέ δεν το κατάλαβα. Η μάνα μου τον έκραζε ότι δεν θα μπορεί να σκύψει τόσο πολύ και ότι θα φέρει τούμπα τον Επιτάφιο όπως θα περνάει και ότι θα γίνουμε ρεζίλι και τέτοια. Τελικά τίποτα. Υπερβολικιά όπως πάντα αυτή η γυναίκα.

Και το Σάββατο πήγαμε στην Ανάσταση. Στη δεκάλεπτη αυτή επίσκεψή μας συναντήσαμε κάτι γείτονες, κλασικούς Έλληνες γονείς. Πωπω, τι θα κάνουν τα παιδιά μας με την κρίση, πώς θα τα βγάλουν πέρα, όλο μειώσεις τους κάνουν, πωπωωωω τι έχουμε πάθει, το παιδί εμείς το στείλαμε στη Γερμανία, σήμερα έφυγε! -Α ωραία, καλά κάνατε, πήγε να ψάξει δουλειά ή έχει βρει κάτι; -Όχι, 3 μέρες θα μείνει, τον στείλανε σε μια έκθεση με τη δουλειά. Πφφφφ. Ή ταν ή επί τας. Σιγά κυρά μου!!

Ε Κυριακή του Πάσχα μετά, δεν πολυψήνομαι και για τα αρνιά... βέβαια πολυψήνονται τα ίδια τα αρνιά, έτσι και το δικό μας από το πρωί γυρνούσε γύρω γύρω και ήταν και θρεμμένο, φοβόμουνα μην μας σπάσει τη σούβλα. Βρε λες να ήταν βόδι και όχι αρνί; Γιατί δηλαδή, στην Εύβοια πώς έψησαν την αλεπού; Χμμμ. Λες;; Ευτυχώς στο τραπέζι ασχολούνταν όλοι με τα κοκορέτσια και έτσι δεν με ρωτούσαν πότε με το καλό θα παντρευτώ. Ήταν και η γιαγιά μου που το έχει χαμένο και έλεγε ότι έχει βγάλει τρίχες στα χέρια, ενώ έπιανε το κεφάλι της, και ότι τα πόδια της είχαν μουδιάσει και έτσι τα άφησε πάνω στο κρεββάτι. Έκανε μετά και έναν διάλογο με την πετσέτα, μια χαρά τα βρήκανε οι δυο τους. Συνεννοήθηκαν. Και αφού βγήκε και το γλυκό την έκανα διακριτικά και πήγα να βρω την Ποπίτσα και τον Γιάννη για καφέ. Φάγαμε και παγωτό τσιχλόφουσκα. Λίγο μεταλλαγμένο, αλλά ήταν τέλειο. Άντε βρε και του χρόνου! Χρόνια πολλά!

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Πευκοβελόνες

Δύσκολο πράγμα ο γάμος. Αυτό άλλωστε απεκόμισα για άλλη μια φορά στη "σεξουαλική ζωή του κυρίου και της κυρίας Νικολαΐδη". Ή μάλλον μερικά άτομα δεν είναι γεννημένα για τέτοια. Όπως εγώ ας πούμε. Αν παντρευτώ, μου δίνω περίπου 3 χρόνια διορία να σιχαθώ τον εαυτό μου και τον άντρα μου. Αν φτάσεις μάλιστα στο σημείο να παίρνεις συμβουλές από τον Ζουγανέλη με τις τιράντες και τα ροζ σταράκια, εκεί καταλαβαίνεις ότι σίγουρα κάτι δεν πάει καλά. Ότι τα προβλήματά σου έχουν ξεφύγει πια από τα πλαίσια του φυσιολογικού και αγγίζουν τα όρια της κατάντιας.
Η άλλη παρατήρηση που έχω να κάνω είναι ότι πάντα, σε κάθε θέατρο, θα υπάρχει ένας καραγκιόζης που θα πετιέται μες στην ησυχία και θα λέει τη μλκία του. Και πάντα, μα πάντα, θα νομίζει ότι είπε εξυπνάδα. Αλλά ας μην θυμηθώ τώρα την καραγκιόζενα, η οποία πετιόταν κάθε λίγο και λιγάκι και γκάριζε και μετά γελούσε μόνη της, γιατί θα συγχυστώ και πέρασα και καλά σήμερα. Είχα πάει στο γάμο της Ποπίτσας και του Γιάννη. Μα καθόλου να μην επηρεαστούν από το θέατρο αυτά τα παιδιά;? Ο γάμος ήταν λιτός και απέριττος. Ήταν το ζευγάρι, εγώ και ο Κωνσταντίνος σαν μάρτυρες, και η Νάντια με τη Μαρία σαν καλεσμένες. Η τελετή κράτησε περίπου 3 λεπτά. Το ένα λεπτό μιλούσε ο δήμαρχος, και τα υπόλοιπα δύο ήταν που ο Κωνσταντίνος προσπαθούσε να ανοίξει το κουτάκι με τις βέρες. Ευτυχώς δεν του είχαμε πει εξ' αρχής ότι οι βέρες δεν είναι ισομεγέθεις, γιατί άλλο το δαχτυλάκι της Ποπίτσας και άλλη η δαχτυλάρα του Γιάννη, πράγμα μάλλον αυτονόητο, το οποίο όμως δεν είχε σκεφτεί, οπότε και δεν τον είχε αγχώσει. Άλλα 3 λεπτά κράτησαν οι μαλακίες μας όταν ο δήμαρχος γύρισε την πλάτη του και η Ποπίτσα πέταξε την ανθοδέσμη στην αγκαλιά μου για να γελάσουμε, και η Μαρία το πήρε στα σοβαρά και  έσπευσε να μας τη χαλάσει και να την πιάσει εκείνη. Αλλά καλά να πάθει, τώρα θα παντρευτεί πρώτη. Άσε που τελείωσε και το μπουκάλι στο δικό της ποτήρι. Την πάτησε για τα καλά σήμερα.
Έξι λεπτά λοιπόν το σύνολο της τελετής. Ε πες και άλλα 2 λεπτά να βγάλουμε φωτογραφίες, 1 λεπτό να τους δώσουμε το δώρο-καπουτσινιέρα με συνοδευόμενη αφρογαλιέρα (είμαι πολύ προβλέψιμη τελικά) και 1 λεπτό να τους λούσουμε με ρύζι μπλου μπόνετ έξω από το δημαρχείο, όπου ένας περαστικός, γυρνώντας από τη λαϊκή στο δίπλα στενό, με μια σακούλα μανταρίνια στο χέρι, μας ρώτησε γελώντας αν παντρεύεται ακόμα ο κόσμος εν μέσω κρίσης. Παραλίγο να του δίναμε μισό σακουλάκι ρύζι για το σπίτι, αλλά φοβηθήκαμε να μην παρεξηγηθεί και τελικά το ρίξαμε μες στο φόρεμα της Πόπης για να το ξεφορτωθούμε. Δέκα λεπτάκια σύνολο και ξαφνικά, από το πουθενά, βρίσκεσαι παντρεμένος.  
Γιάννηηη, που θαπάμε για φαγητό; Πάει το "μου".
Τελικά πήγαμε σε ιταλικό, η Πόπη δεν πεινούσε γιατί είχε φάει όλο το ρύζι, ο Γιάννης δεν είχε όρεξη γιατί είχε πυρετό, εγώ δεν πεινούσα γιατί νωρίτερα είχα τσιμπήσει πρασόπιτα, στην οποία είχαν ξεχάσει να βάλουν το πράσο και έτρωγα μόνο φύλλο, η Νάντια δεν πεινούσε γιατί σκεφτόταν ότι κάποιος της έκλεψε 120 ευρώ από τον λογαριασμό (τα οποία τελικά είχε τραβήξει η ίδια και απλώς το ξέχασε - tragic) και η Μαρία δεν πεινούσε επειδή βρίσκεται σε αυστηρή δίαιτα και έχει κοζάρει και ένα σορτσάκι από το ΒSB που πρέπει να φορέσει το καλοκαίρι. Ο Κωνσταντίνος που νήστευε έφαγε και των υπολοίπων, γενόμενος έτσι υπόδειγμα χριστιανικής εγκράτειας.

Γύρισα τώρα ήσυχα ήσυχα στο σπιτάκι μου και βλέπω απαράδεκτους στο youtube. Έχω σκοπό να τα δω όλα και μετά να αναλύσω τη συζυγική ζωή του Σπύρου και της Δήμητρας. Τώρα βρίσκομαι στην "ποιητική βραδιά". Έχω ψοφήσει λέμε.
Και κουβέντα για τις πευκοβελόνες. 
Βλάση αθάνατε!