Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Και τώρα τι να πρωτοθυμηθείς...


Εδώ είμαι κι εγώ. Ήταν ο μήνας δύσκολος και εξαφανίστηκα, αλλά επειδή βαριέμαι να λέω όλη την ιστορία, δικαιολογούμαι απλά λέγοντας ότι μου σπάσανε τους κωδικούς στο μέιλ και στο fb και παντού και έτσι δεν μπορούσα να γράψω, αλλά τώρα (μάλλον) είμαι ok, οπότε δεν ασχολούμαι άλλο με το να σας μεταδώσω τον πανικό μου. Και θα πω απλώς τα νέα μου. Σε δόσεις. Ένα μήνα έχω να γράψω και τα μισά τα έχω ξεχάσει, ας αρχίσω απ’ ότι μου έρχεται και next time τα υπόλοιπα.

Και ξεκινάω από το Σάββατο, που πήγαμε στο χαμάμ. Φορέσαμε κάτι τσοκαράκια που δεν είχαν δεξί κι αριστερό, ούτε και νούμερο. Βολικότατα δηλαδή. Σαν να ετοιμάζεσαι να παίξεις stomp. Όλη την ώρα περπατούσαμε ξυπόλητοι και τα κρατούσαμε στη χέρα. Η κυρία στην υποδοχή ήταν ευγενέστατη, μας έκανε ξενάγηση και μας είπε ότι θα πρέπει να κάνουμε ησυχία μέσα, για να μην ενοχλούμε τους γύρω. Μπήκαμε λοιπόν ψιθυριστά στις μύτες και βρίσκουμε μέσα μια γιαγιά που γκάριζε μες στους υδρατμούς και την έπεφτε στον Κωνσταντίνο - τον έλεγε ομορφάντρα - και μετά, αφού αυτός την αγνόησε επιδεικτικότατα επειδή αλλοίωνε τη γεύση, την έπεσε και σε μένα και μου έλεγε ότι θα με στείλει στα καλλιστεία, ενώ έκανε ψαλίδια ξαπλωμένη στα μάρμαρα και οι τρίχες της ξεπετιούνταν από παντού. Μπλιαχ.
Σε λίγο μας ξάπλωσαν για το μασάζ, εγώ και η Μαρία τύχαμε στον τέλειο άντρα, τον άντρα τον σωστό, ήταν τα χέρια του τανάλιες και μας ξέκανε, με πίεζε στο μάρμαρο και ένιωθα να μου βγαίνουν τα έντερα από το στόμα, έγινα ένα happy tree friend στον πάγκο του μασάζ. Μου έτριψε και τις πατούσες και γαργαλιόμουνα, ήθελα να τον κλωτσήσω με ορμή, να τον ρίξω μες στη γούρνα με το αμύγδαλο. Η Μαρία μάλλον δεν κατάλαβε τίποτα απ’ όλα αυτά γιατί είχε πάθει πλάκα με τον κοιλιακό του . Ερωτεύτηκε. Ερωτεύτηκε και στην τρέλα το’ χει ρίξει, ερωτεύτηκε και ότι ήθελε προκύψει. Μας έριξε από πάνω και ένα πράγμα σαν σφουγγαρίστρα από τρίχα γίδας και μας έτριβε σαν μωσαϊκό. Ωραία ήτανε.
Ήρθε κι ένας φίλος από το Λος Άντζελες αυτή την εβδομάδα. Βγήκαμε έξω την Τρίτη, ήταν του Αγίου Βαλεντίνου, και λόγω ερωτικού κλίματος ήθελα να του κάνω κονέ με τη Μαρία. Όχι τη Μαρία που την έτριβε ο χαμαμτζής. Άλλη Μαρία αυτή. Αλλά δεν ευδοκίμησε το κονέ, διότι μόλις καθήσαμε να πιούμε τη ρημάδα μπύρα, τη Μαρία την κάλεσαν να της κάνουν άσκηση ετοιμότητας από τη δουλειά, κι έπρεπε να τρέξει πανικόβλητη νυχτιάτικα στην άλλη άκρη της Αττικής. Και εντάξει η Μαρία. Φαντάσου τώρα να σε πάρουν και να είσαι πχ. σε ιταλικό ρομαντικό δείπνο με το έτερον ήμισυ, μέρα που ήταν. Εεεεε, αγάπη μου, δεν σε πειράζει να φας λίγο μόνη σου, γιατί πρέπει να πεταχτώ στη δουλειά επειγόντως, έτσι σαν νυχτερινό αγιοβαλεντίνικο καψόνι. Και άντε τώρα να σε πιστέψει ο άλλος. Εγώ θα του έφερνα το σπαγγέτι καπέλο. Βέβαια υπάρχουν και χειρότερα, να σε έπαιρναν ας πούμε την Τσικνοπέμπτη, οπότε να έπρεπε να τρέξεις στη δουλίτσα σαν υπόδειγμα εγρήγορσης ντυμένος κλόουν, Ινδιάνος ή σέξι πειρατίνα.
Εγώ πάντως την Τσικνοπέμπτη έκανα ένα βάψιμο πολύ προχώ, κάτι ματάρες anime που με έκαναν να ξεφύγω φέτος από την κινέζικη πλευρά μου και να καταταγώ στον κόσμο των γιαπωνέζικων καρτούν. Ο Αμερικάνος, ο οποίος ήτο γλόμπος, ήρθε με μια περούκα ράστα και εκείνη την ώρα έπαιζε το «Ορκίσου πως στην περούκα σου δεν κρύβεις μια καράφλα νααα» και άντε τώρα να του εξηγείς γιατί γελάς. Του είπα ότι θα πάμε στο «meat bar» και ότι πέρσι είχαμε πάει στο «meat me», και του έκαναν τέτοια εντύπωση τα ονόματα, που αναρωτιόταν αν ήταν εποχιακές ψησταριές που άνοιγαν μόνο για το τσίκνισμα, μία φορά τον χρόνο. Ευτυχώς ο Αμερικάνος δεν ήταν vegetarian και έφαγε μια μπριζόλα νααα, και ύστερα χόρευε τσιφτετέλια σαν τελειωμένος Ελληνάρας.