Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Λίγη καϊπιμέρντα, λίγος Τάγος και το αγόρι μου

Στο αεροδρόμιο: Destination Lisbon
Φτάνουμε στο τσεκ ιν και δίνουμε τις κάρτες επιβίβασης τσαλακωμένες, με στάμπες και με το barcode να μυρίζει Κτήμα Γεροβασιλείου (είχαμε τραπέζι το προηγούμενο βράδυ). Επίσης είχα ξεχάσει στην τσάντα μου την κρέμα χεριών γίγας, αλλά η υπάλληλος στον έλεγχο έκανε τα στραβά μάτια γιατί ερωτεύτηκε το παλτό μου και με ρωτούσε από που το πήρα και πόσο και σε τι χρώματα βγαίνει, οπότε γίναμε λυκόφιλες και ντράπηκε να μου την πετάξει. Οι αεροσυνοδοί της TAP φοράν το κο- φοράν τα κι- φοράν τα πράσινα τα μπλε - ποιος να σχεδίασε άραγε αυτή τη στολή; Παντελόνι μπλε σκούρο, μπλούζα λαχανί με άσπρες ρίγες και κόκκινο σακάκι. Επίσης έχω να δηλώσω ότι σέρβιραν φαγητό από το catering των αντιπάλων. Ο καημένος ο Αντώνης έφαγε με το ζόρι γεύμα για διαβητικούς, γιατί έτσι είχα δηλώσει όταν έφτιαξα την κάρτα μιλίων του (και μάλιστα το είχα ξεχάσει) και του το προσέφερε ο πολύχρωμος πρώτο πρώτο, με το βλέμμα να σκορπάει συμπόνια για το δακτυλοδεικτούμενο παιδί του 27Β με τον νεανικό διαβήτη.

Bairro Alto
Η παλιά πόλη όπως την πρωτοαντικρίσαμε με τις βαλίτσες ψάχνοντας το σπίτι του Miguel ήταν ας πούμε σαν την Κέρκυρα. Με πλακόστρωτα στενάκια, χωρίς μπαλκόνια, με τη μούχλα να κυκλοφορεί στην ατμόσφαιρα και ίσως τα ποντικάκια στις γωνίες. Φτάσαμε στο σπίτι μαζί με τη Ρωσίδα που θα καθάριζε και η οποία μιλούσε μόνο ρώσικα και πορτογαλικά, αμφότερα με τη χαρακτηριστική βλαχιά τους. Το σπίτι ήταν πολύ μοντέρνο, είχε και ένα φωτιστικό δαπέδου περίεργο που δεν μπορώ να σας το στερήσω και το οποίο βλέπετε εδώ μαζί με το κερκυραϊκό στενάκι. Υπήρχε μόνο ένα θεματάκι με την τηλεόραση: ήταν τεράστια, λεπτή και υπερσύγχρονη. Αλλά έπιανε μόνο MTV. Βέβαια πορτογαλικά δεν ξέραμε, οπότε μικρό το πρόβλημα. Επίσης, στο μπάνιο είχε σύρτη από μέσα, σύρτη και απέξω. Ότι τι;
Σε λίγο έσκασε μύτη και ο Miguel που ήταν σαν το Dr House και αρθρώσαμε δύο κουβέντες.  If you want to drink good caipirinha there are many bars here, but A Capela is the best. And remember, you can call me any time, if you want to ask me something, if you have a problem, if you are drunk and you cannot open the door. Τάδε έφη Dr House. Τρομακτική εμπειρία πάντως το A Capela. Στην είσοδο είχε κουρτίνες κλεμμένες από την αυλαία της Κάρμεν Ρουγγέρη, μέσα καρέκλες διαφορετικές μεταξύ τους, 100% μαζεμένες από τα σκουπίδια, και έναν τεράστιο πίνακα, την αποτυχημένη έκδοση της αδερφής της Μόνα Λίζα. Ρε συ Miguel, εμείς ήμασταν εντάξει άτομα, γιατί μας ξηγήθηκες έτσι δηλαδή;; Το απέναντι μπαράκι ομολογώ ότι ήταν πολύ καλύτερο. Ήπιαμε τέλεια caipiroska με 3 ευρώ (και 6 λάιμ). Επίσης παραγγείλαμε από τον κατάλογο ένα "prego", χωρίς να ξέρουμε τι σημαίνει, αλλά με ύφος αυτό-τρώω-κάθε-μέρα-μαζί-με-το-ποτό-μου, εκτός αν έχω εκεί πρόχειρα τίποτα παλιοκάσιους. Γενικά ήταν λίγο δυσνόητος ο κατάλογος, αλλά αυτό το prego μας έκανε κάτι το ευγενές. Grazie. Prego. La camera del Signor' Varnezis per favore. Έρχεται η σερβιτόρα και κρατάει ένα σκέτο ψωμάκι στρογγυλό με ένα ξερό σνίτσελ στη μέση.  - Obrigado. Καλά ρε συ πώς θα κατέβει αυτό δεν μπορούσαν να βάλουν και λίγη σως;
-Αλλοιώνει τη γεύση ρε φίλε!

Belem 
Ο καλύτερος τρόπος να πάτε στο Μπελέμ, είναι 20 λεπτά με συγκοινωνία. Εκτός αν πάτε κι εσείς με τα ποδάρια για να περπατήσετε δυόμιση ώρες από το κέντρο.  Η γέφυρα έφταιγε για όλα, την βλέπαμε πολύ κοντά και νομίζαμε ότι φτάνουμε, αλλά τελικά περπατούσαμε και η γέφυρα για έναν περίεργο λόγο δεν πλησίαζε, ήταν σταθερή αυτή η απόσταση μεταξύ μας. Μάλλον επειδή ήταν πολύ μεγάλη; Ή για κανέναν άλλο λόγο που δεν μάθαμε ποτέ. Εδώ η γέφυρα πριν το δίωρο και η γέφυρα μετά το δίωρο:



Στο δρόμο προς το Μπελέμ, βγάλαμε τα εξής συμπεράσματα:
 1. Ότι οι Πορτογάλοι δεν ξέρουν τι σημάνει καπουτσίνο. Παίρνουν τον εσπρέσο και σου ρίχνουν μέσα νερωμένο γάλα. Τι είν΄τούτο μανούλα μου;; You know αφρόγαλα;; Πάνω το γάλα, κάτω ο καφές;;
2. Ότι οι Πορτογάλοι τα πλακάκια δεν τα βάζουν στο μπάνιο τους, τα τοποθετούν στους εξωτερικούς τοίχους του σπιτιού. Ή τα βάζουν στο μπάνιο και όσα περισσέψουν τα πετάν απέξω, δεν ξέρω ακριβώς πως λειτουργεί η φιλοσοφία. Παίζει κυρίως το μπλε άσπρο - αλλά επειδή μου έκανε κάπως κιτς, ποστάρω αυτό το πιο διακριτικό. Πάντως μάλλον κάτι παίζει με αυτό το πλακάκι, αφού έχουν φτιάξει και μουσείο πλακακίων.
3. Ότι οι Πορτογάλοι έχουν φτιάξει για τους τουρίστες τα πάντα σχετικά με το κίτρινο τραμ. Τασάκια, φλιτζάνια, μαγνήτες, σκουλαρίκια, σουβέρ, πίνακες, τσάντες, σοκολατάκια, πορτοφόλια, καρφίτσες, ΌΛΑ. Σαν τουρίστας κι εγώ τα πήρα όλα. Έψαχνα να βρω ένα πιγκάλ με το τραμ για τη Νάντια αλλά δεν τα κατάφερα. Πήρα και μια καρτ ποστάλ τραμ φτιαγμένη από φελλό. Γιατί ξέχασα να πω ότι έχουν φτιάξει και τα πάντα από φελλό. Και σαν τουρίστας και πάλι, ψώνισα κι εγώ 2 τσάντες από φελλό. Πιγκάλ από φελλό πάλι δεν βρήκα. Και επειδή δεν θέλω να με νομίζετε υπερβολική, ιδού και μαγαζί που πουλάει μόνο φελλό. Ρίξτε μια ματιά. Έχει μέχρι και ομπρέλα από φελλό. Δεν ξέρω πως αντιδράει σε περίπτωση βροχής, αλλά ήταν αξιοζήλευτη.
http://www.corkandcompany.pt/

4. Παντού ωραία τα pasteis de nata, αλλά σαν του Belem πουθενά. Σου έκανε και κάτι από σερραϊκή μπουγάτσα, αλλά όχι ακριβώς, δεν ξέρω πως να το θέσω και αν με πιάνεις.
5. Στην επόμενη ζωή μου θέλω να είμαι σκύλος Αγίου Βερνάρδου στη Λισσαβώνα.
6. Αυτό το μωβ μαλλί της γιαγιάς πρέπει να είναι must στη Λισσαβώνα. Δεν είδαμε ούτε μία με άσπρο.

Μετά από τα παραπάνω συμπεράσματα και αφού είχαμε ξεποδαριαστεί όσο δεν πήγαινε, είδαμε το museu dos coches, το μουσείο με τις άμαξες πα' να πει. Πολύ ωραίες οι άμαξες, βελούδινα μαξιλάρια, χρυσοποίκιλτη πόρτα και τζάμι για να μην κρυώνει ο κώλος της βασίλισσας. Τον οδηγό βέβαια τον τρώει η θύελλα και τ' αγιάζι, αλλά κανένα πρόβλημα.
Πιο κάτω ήταν το Παντράου ντος Ντεσκομπριμέντους (το μνημείο των Ανακαλύψεων) και μπροστά από το μνημείο 2 Ινδιάνοι, μπορεί και οι ίδιοι που ήταν τις προάλλες στην Ερμού. Η μελωδία τους με συνεπήρε και ο Αντώνης με έβριζε.
Και μιας και φτάσαμε ως εκεί είδαμε και το Torre de Belem. Μόνο απ' έξω, γιατί πεινούσαμε. Και καθήσαμε εκεί στο πλάι του Τάγου να φάμε μπακαλιάρο και γαρίδες. Ο σερβιτόρος όταν άκουσε ότι είμαστε Έλληνες μας είπε τη λέξη κλειδί, δηλαδή το crisis  και εν συνεχεία μας εμψύχωσε λέγοντας ότι και η Πορτογαλία είναι σε κρίση και ότι ο κόσμος υποφέρει, αλλά ότι αυτόν δεν τον νοιάζει γιατί είναι από τη Βραζιλία και έχει περάσει κι άλλη κρίση στη ζωή του. Para mim esta é a segunda crise, οπότε στα αρχ**ια μου κοινώς. 
Το βράδυ ήπιαμε caipiblack σε πακέτο. Ίδια βερσιόν με την προηγούμενη αλλά σε μάυρη. Μύριζε κάτι ωραίο, κάτι σαν ριμπενάκι.

Alfama

Κοντά φαινόταν, αλλά για αρχή πήραμε το τραμ 28, αυτό που ως τώρα παίρναμε μόνο σε σουβενίρ. Γιατί και το Μπελέμ κοντά φαινόταν και όμως δεν ήταν. Και όποιος έχει καεί με τον χυλό -και με τον φελλό- φυσάει και το γιαούρτι. Εξάλλου ήταν ωραία η βόλτα με το τραμ. Ήταν σαν τρενάκι του λούνα παρκ. Στην κατηφόρα σου έκανε και κάτι περίεργο στο στομάχι, κάτι όπως στο καράβι των βίκιγκς, αλλά πιο φλώρικο. Αφού είδαμε ότι η Αλφάμα ήταν κοντά ξαναπήγαμε με τα πόδια - το θέλαμε το περπάτημά μας. Πήραμε πάλι την ανοδική πορεία προς το κάστρο και μας βγήκε η γλώσσα - τι τις θέλαμε τις γυμναστικές στο ταξίδι! Εκεί που σπαρταρούσα στον ανήφορο βρήκα παρηγοριά στη συζήτηση των απέναντι, οι οποίοι αγκoμαχούσαν το ίδιο, αλλά μέσα σε όλα δεν ήξεραν και που πηγαίνουν: 
- Ehh, tu che c'hai la mappa, dimmi se siamo vicino... (Εσύ που έχεις τον χάρτη, κοντεύουμε?)
- E che ne so io! (Και που θες να ξέρω)
- Ma t' abbiamo datto la mappa a te e mo' non lo sai? (Τι δεν ξέρεις, αφού εσύ κρατάς τον χάρτη!)
- Ma io ci vado col sentimento!!! (Αααα, εγώ πηγαίνω όπου με πάει η διαίσθηση)
- Col sentimeeeentoooo???(Η διαίσθησσσηηηηηηηηη;;;;)
Φτάσαμε κάποια στιγμή στο κάστρο - οι Ιταλοί δεν ξέρω που έφτασαν, μπορεί στο Bari που τους οδήγησε η μυρωδιά της πίτσας- η θέα ήταν ωραία, αλλά δε ήταν και για χόρταση οπότε επιστρέψαμε (με τα πόδια πάντα, κι αυτή τη φορά ο θεός μας λυπήθηκε και ήταν κατηφόρα). Πήγαμε για ξεκούραση και το ίδιο βράδυ ξαναγυρίσαμε στην Αλφάμα, για να ακούσουμε fado, την ξακουστή αυτή μελαγχολική μουσική της Πορτογαλίας που τραγουδιέται με συνοδεία κιθάρας και φαγητού.
Καταλήξαμε στο Parreirinha de Alfama, το οποίο ήταν χωμένο κάπου σε ένα στενάκι και το ψάχναμε κανά μισάωρο, πήγαμε συστημένοι από άλλον. Στο συγκεκριμένο μέρος, τραγουδάνε και σεβίρουν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες, δεν το κάνουν για τα χρήματα, το κάνουν για το πάθος του φάντου. Ήταν τόσο μικρό και τόσο χωμένο, που ήμασταν περιτρυγυρισμένοι από Πορτογάλους και ήμασταν οι μόνοι τουρίστες, κάτι σαν αξιοθέατο ας πούμε.

Όπως θα παρατηρήσετε και στο βίντεο την ώρα που τραγουδάνε το φάντου δεν πρέπει να τρως, ούτε να μιλάς και να αναπνέεις, πράγμα που εμείς αγνοούσαμε ως τότε. Μπουκάραμε λοιπόν από την κεντρική πόρτα και ήταν το χωλάκι κάπως περίεργο, ο Αντώνης επέμενε ότι μάλλον μπήκαμε από την κουζίνα κατά λάθος. Ένας παππούς στην είσοδο μας είπε να περάσουμε και είχε ύφος μυστικιστικό. Οι γιαγιάδες σερβιτόρες ήταν ντυμένες καμαριέρες, με μαύρη μπλούζα και άσπρο φορεματάκι από πάνω, πράγμα που θα χαρακτηριζόταν από γραφικό έως ανώμαλο. Όσο διαλέγαμε τι θα φάμε και ψιθυρίζαμε ακούγοντας φάντου, η γιαγιά νευρίασε και μου φώναξε σσσσσ!!, γιατί το θεώρησε ιεροσυλία. Το βούλωσα κι εγώ κι έφαγα πάλι μπακαλιάρο με το ζόρι. Και ο Αντώνης κάτι πρωτότυπο, δηλαδή γαρίδες. Στη μέση του πιάτου το ανταλλάξαμε, έτσι σε δουλειά να βρισκόμαστε. Ευτυχώς ανά 4 τραγούδια σταματούσε η μουσική, άναβαν τα φώτα, έτρωγες, μιλούσες κανά εικοσάλεπτο και μετά ξαναέλεγε άλλα τέσσερα και έπρεπε να το βουλώσεις (αργήσαμε αλλά το πιάσαμε το κόνσεπτ). Ωραίο και το φάντου. 
 

Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε αποφασισμένοι να βρούμε καπουτσίνο. Είχαμε κοζάρει ένα ιταλικό στη γωνία, παγωτατζίδικο ήταν αλλά είχε και καφέ. Ιταλικό είναι λέμε, πόσο χάλια θα είναι ο καπουτσίνο; Μπήκαμε στο μαγαζί, καθήσαμε και μας λέει ο σερβιτόρος είναι 11 παρά 6 και εμείς ανοίγουμε στις 11, θα πρέπει να περιμένετε 6 λεπτά. Ξύστηκαν όλοι, από το ταμείο ως την κουζίνα για 6 λεπτά και στις 11 ακριβώς φόρεσαν όλοι τις ποδιές τους, στήθηκαν εκεί που έπρεπε να στηθεί ο καθένας και μας είπαν ότι ΤΩΡΑ έχουν ανοίξει. Είναι τρελοί αυτοί οι Πορτογάλοι. Το παγωτό φαινόταν ωραίο, ο καπουτσίνο περίπου τα ίδια χάλια, ή ίσως ένα τικ καλύτερος, για να είμαι και πιο δίκαιη. Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα με βασιλικό ύφος ο σκύλος του συμπεράσματος 5 (βλ. παραπάνω) και  επισφράγισα την επιθυμία μου. Ω ναι, θέλω να γίνω σκύλος στη θέση του σκύλου.


Μετά από την 100στή αποτυχημένη προσπάθεια για καπουτσίνο, περάσαμε και πάλι από το Casa Brasileira για να φάμε πρωινό. Κάθε μέρα τρώγαμε το πρωινό μας εκεί, γιατί ο Αντώνης είχε ερωτευτεί τον παππού σερβιτόρο, είχαν γίνει φίλοι και με ανάγκαζε να τρώω κάθε μέρα μπουρεκάκια με γαρίδα και μπακαλιάρο πρωί πρωί για να βλέπεται εκείνος με τον φίλο του. Νομίζω ότι έφαγα γαρίδα και μπακαλιάρο για τα επόμενα 3 χρόνια. Φωτογραφήθηκε με τον παππού αγκαλιά και φύγαμε για τον ποδαρόδρομο της ημέρας, τον ποδαρόδρομο ως το Corte Ingles, όπου δεν ψωνίσαμε τίποτα, γιατί δεν είχε τραμ, ούτε φελλούς, αλλά φάγαμε ζεστή σούπα λαχανικών και ο Αντώνης πήρε κι ένα Μίλκο με σόγια και επειδή τον κορόιδευα είπε ότι τάχα του το χάρισαν για προμόσιον. 

Το απόγευμα κάναμε βόλτα στο Oceanario, όπου είχε καρχαρίες, σαλάχια και άλλα τεράστια ψάρια που μας ήταν αδιάφορα και ωχριούσαν μπροστά στον παιχνιδιάρη κάστορα και μπροστά στο ψάρι που ήταν κρυμμένο σε μια γωνίτσα, στο ψάρι που κανείς δεν έδωσε λίγη σημασία, στο ψάρι που ήταν ένα κινούμενο κυδώνι με πτερύγια. Δεν είχε καν ταίρι, ήταν μόνο ένα. Αλλά και να είχε ταίρι τι θα έλεγαν; Οπότε μπορεί να ταιριάξει και με καμιά μέδουσα ας πούμε. Φάνηκε προσαρμόσιμος χαρακτήρας το κυδώνι.

Το βράδυ ξαναήπιαμε caipiκάτι, δεν θυμάμαι ακριβώς γιατί το 2ο συνθετικό συνεχώς άλλαζε. Αλλά το λάιμ βράχος.


Sintra
Ο παππούς-φίλος του Αντώνη μας είπε ότι η Σίντρα ήταν 10 λεπτά με το τρένο και τελικά ήταν 50. Δεν θέλω να ρίξω λάσπη, αλλά υποπτεύομαι ότι μάλλον δεν είχε πάει ποτέ στη Σίντρα ο ίδιος, διότι είχε φάει τα νιάτα του και τα γηρατειά του στο μεροκάματο του καφέ Μπραζιλέιρο, αφού δούλευε εκεί κάθε μέρα από τις 5 το πρωί μέχρι τις 7 το απόγευμα, όπως μας δήλωσε πρωτύτερα ο ίδιος. Μικρό το κακό τελοσπάντων, γιατί πετούσαμε 11 το βράδυ για την Αθήνα, οπότε είχαμε άπλετο χρόνο μπροστά μας. Στον άπλετο αυτό χρόνο αρχίσαμε να ανεβαίνουμε στο κάστρο και μάλλον πήγαμε από λάθος πλευρά, ή ίσως δεν αντέχαμε άλλη ανηφοριά και κλατάραμε κάπου στα μισά. Επίσης, ήθελα να δω τη μονή των καπουτσίνων και όπως παρατηρείτε δίπλα είχα ντυθεί και η ίδια καπουτσίνος για να κάνω θεαματική είσοδο, και ούτε εκεί καταφέραμε να πάμε, γιατί ήταν μακριά. Περιπλανηθήκαμε λοιπόν εκεί τοπικά, στα στενά της Σίντρα και αποστηθήσαμε άχρηστα πράγματα όπως πχ. την λέξη σαλιάρες στα πορτογαλικά: ους μπαμπέτ'ς. Ή το άχρηστο ρητό του Paul Valery: O mar, O mar, sempre recomecado, το οποίο ο Αντώνης ισοπέδωσε μεταφράζοντας με Φίλιππο Πλιάτσικα, Είναι ωραία η θάλασσα, γιατί κινείται πάντα.  


Είδαμε και το μουσείο των παιχνιδιών - επικοδομητική η πρωινή εκδρομή. Χάρηκα κυρίως με την Μπάρμπι αεροσυνοδό, παρατήρησα όμως ένα ένα και τα στρατιωτάκια του 3ου Ράιχ, τον Χίτλερ και δίπλα τον Γκέμπελς (για τον 2ο δεν είμαι σίγουρη αν ήταν ο εκ δεξιών ή εξ αριστερών, αλλά μπορεί ούτε ο ίδιος να ήξερε). Επίσης είδαμε την εξέλιξη του Κεν τις τελευταίες δεκαετίες, καουμπόηδες και Ινδιάνους, αυτοκινητάκια διάφορα και την πρώτη φεράρι που φτιάχτηκε από  Ιταλούς συνεπίθετους προγόνους μου, οπότε ένιωσα την περηφάνια να ξεχειλίζει από τα μπατζάκια μου και κυρίως από την κουκούλα μου. Δεν μας έμενε πολύς χρόνος μέχρι να φύγουμε, αλλά προλάβαμε να φάμε κάτι πρωτότυπο, δηλαδή γαρίδες και μπακαλιάρο, έτσι για το αντίο. Ο σερβιτόρος με είδε να παλεύω με τις γαρίδες και μου έφερε ένα μπολάκι ζεστό νερό με λεμόνι για τα χέρια. Ευτυχώς που το σκέφτηκε, γιατί αυτή τη φορά οι κάρτες επιβίβασης θα είχαν κάτι από θάλασσα. 


Η επιστροφή μας ήταν επεισοδιακή, διότι αρχικά ένα ζευγαράκι χωρίστηκε λόγω του ότι δεν υπήρχαν άλλες διπλανές θέσεις για να τους δώσουν στο τσεκ ιν, έκατσαν λοιπόν κάπου τυχαία και όταν η αεροσυνοδός τους σήκωσε για να κάτσουν στις σωστές θέσεις αφού το αεροπλάνο ήταν γεμάτο, η κοπελιά τον γαμ**ε λες και έπρεπε να την πάρει στα γόνατά του και τον ρωτούσε ποιος θα τη σώσει αν πάθει κάτι. Επίσης, το κοριτσάκι μπροστά μας τζιτζικωφτέρωσε μες στην ησυχία, σηκώθηκε καταμεσής του διαδρόμου και άρχισε να τσιρίζει στη μπροστινή της υστερικά Heyyy, Heyyyy, #&%($&% *&^$%# Stop doing that, stop pushing the fucking chair, are you crazy?? #$_)($%*)@!($))$_)%(#_$(*%  I cannot fit in hereeeee Stop it! Μέχρι που τη συγκράτησαν οι αεροσυνοδοί πριν αρχίσει να κυλιέται κάτω και να πετάει αφρούς από το στόμα. Μέσα σ΄αυτό το ευχάριστο κλίμα ήρθε και το diabetic meal μαζί με την συνοδευτική συμπόνια και ο Αντώνης λιγουρευόταν το γλυκό μου, αλλά του έκοψα τα χέρια και έτρωγε κρυφά όταν η αεροσυνοδός γυρνούσε την πλάτη. Ρεζίλι θα γινόμασταν αν τον έβλεπε, διαβητικό άνθρωπο. Τέλος καλό όλα καλά και με την πτήση λοιπόν.
Άργησα να γράψω αλλά δεν έχετε παράπονο, τα είπα όλα, σας έβαλα και τις φώτος μου, κυρία.