Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Πρόσεχε τι εύχεσαι !

Coraline, το σπίτι στην ομίχλη. Θα μου πεις από το 2009, τώρα το θυμήθηκες; Καθήσαμε που λες το Σάββατο να τη δούμε με την εντύπωση ότι θα είναι παιδικό. Αλλά τελικά δεν ήταν.

Η Coraline, το κορίτσι με τα μπλε μαλλιά, ζει με τους εργασιομανείς γονείς της οι οποίοι δεν της δίνουν την πρέπουσα σημασία και όλη μέρα ασχολούνται με τη συγγραφή του βιβλίου τους για τα βότανα. Πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά, αν και κάπου πήρε το αυτί μου ότι οι Κινέζοι έχουν ήδη βρει το βότανο που χρειάζεται σε κάθε νοικοκυριό, το βότανο που θα σε σώσει από τη μάστιγα του αιώνα, δηλαδή από την οικονομική κρίση. Βέβαια, αυτό δεν ξέρω πότε θα κυκλοφορήσει. Και μέχρι τότε τρώω ροζ καραμελίτσες σε σχήμα καρδούλας. Μου τις έφερε ο Αντώνης από το Μεξικό. Piquete de San Valentin τις λένε. Είναι για να θεραπεύουν την ερωτική απογοήτευση, να κάνουν τον άντρα των ονείρων σου να τρέχει από πίσω σου και να σου φέρνουν ερωτική διάθεση. Και αν φτάσεις στο σημείο να έχεις τέτοια διάθεση, δεν σε νοιάζει για την κρίση. Δυο δυο τις τρώω, γιατί νομίζω ότι δεν φτάνει μόνο μία.

Η Coraline λοιπόν βαριέται αφόρητα σε αυτή τη μίζερη ζωή και εύχεται να ήταν αλλιώς η καθημερινότητά της. Μια μέρα ανακαλύπτει στο σπίτι μια μαγική πόρτα που την οδηγεί σε μια άλλη πραγματικότητα, παρόμοια με τη δική της - όμως πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Στην καινούργια αυτή πραγματικότητα, η μαμά της μαγειρεύει κοτόπουλο γεμιστό που μοσχομυρίζει και ο μπαμπάς της όταν κάθονται να φάνε δεν ρεύεται, αντίθετα έχει καλούς τρόπους και ξέρει γαλλικά και πιάνο. Νομίζω ότι δεν θα υπήρχε στον κόσμο πιο αστείο θέαμα από το να δω τον μπαμπά μου να παίζει Μπαχ, αλλά αφού άρεσε στην Coraline ας πούμε ok. Σε λίγο καιρό η παράλληλη αυτή ζωή αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη και οι καινούργιοι της γονείς θέλουν να την κρατήσουν εκεί μαζί τους για πάντα, αλλά για να μείνει πρέπει να της βγάλουν τα μάτια και να της ράψουν στη θέση τους κουμπιά. Λογικότατο. Τι να σκεφτόταν άραγε ο ψυχανώμαλος συγγραφέας τη στιγμή που είχε αυτή την έμπνευση!

Ευτυχώς η Coraline συνειδητοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά και, με τη βοήθεια του Wybie, του γάτου που μιλάει, καταφέρνει να τους ξεφύγει και να γυρίσει στην πραγματικότητά της. Δηλαδή εκεί που κανείς δεν της δίνει σημασία, αλλά έχει τα μάτια της στη θέση τους. Εκεί που όλοι είναι άξεστοι χωριάτες και την λένε Caroline αντί για Coraline. Δεν καθόταν εκεί στους ψεύτικους γονείς, καλύτερα να σου βγει το μάτι λένε - και να γίνει κουμπί - παρά το όνομα. Άβυσσος η ψυχή της Coraline. Και το ηθικό δίδαγμα της ταινίας; Πρόσεχε τι εύχεσαι, γιατί μπορεί και να γίνει πραγματικότητα. Και σκεφτόμουν κάποια στιγμή να ευχηθώ να σταματήσει η κυβέρνηση τα χαράτσια στον λαό, αλλά φοβήθηκα μην γυρίσω και δω τον Αντώνη και αντί για μάτια έχει κουμπιά.

Και αυτό το Coraline τι όνομα, ξεχνάω να γυρίσω τη γραμματοσειρά και γράφω Ψοραλάιν. Έλεος.



Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Στο Αττικό Πάρκο



1.
-Μαμά, γιατί οι χελώνες ζουν στο βρωμόνερο;
-Δεν είναι βρωμόνερο αγάπη μου, είναι άλγη, φυτό που εμφανίζεται στους βιότοπους και κάνει το νερό να φαίνεται πράσινο και από αυτό τρέφονται τα χελωνάκια, κατάλαβες;
-Όχι, είναι βρωμόνερο.
(μαλακιστήρι)

2.
Μούμπλε μούμπλε. Αυτό το πουλί με το μαύρο πεταχτό λοφίο, σαν να μου φέρνει λίγο... Μπααα, όλο μαλακίες σκέφτομαι.
-Ρε συ σαν να σου φέρνει λιγο το τροπικό πουλί.

Χμμμμ.

3.
Φοβερή επίδειξη με δελφίνια και θαλάσσιους ελέφαντες - ή μήπως θαλάσσια λιοντάρια; Κάτι που είναι σαν φώκια, αλλά με μουστάκια τέλοσπάντων. Ή οι φώκιες είχαν μουστάκια και αυτά όχι; Ο Τσάρλι και ο Μίμο λέγονταν. Ή μήπως ο Τσάρλι και η Μάρα; Ππφφφφ, κάποιος δεν πρόσεχε τον εκφωνητή.

4.
Σουρικάτα, το αγαπημένο του Γιάννη. Σαν όνομα πόκεμον δεν είναι; Και μεταξύ μας, εγώ μαγκούστα νόμιζα ότι λέγεται, αλλά επειδή δεν ξέρω να ξεχωρίζω και τα θαλάσσια θηλαστικά, ας μου εξηγήσει κάποιος πιο έμπειρος τι διαφορά έχουν η σουρικάτα, η μαγκούστα και η νυφίτσα. Η μία σουρικάτα κάθεται και κόβει βόλτες φυλώντας σκοπιά, μην τυχόν και επιτεθεί ο Πίκατσου και ο Τσάρμαντερ, ενώ οι άλλες ξεψυρρίζονται. Ανά μία ώρα αλλάζουν βάρδια. Σαν εύζωνοι πα'να πει.

5.
Η Νάντια συζητάει με τον μπούφο.
Νάντια: Μπούφεεε... ου οοουυυυ...
Μπούφος: Ου οοουυυυ...

6.
Ερπετά. Όλα τα φίδια τυλιγμένα σαν το λάστιχο του ποτίσματος και μέσα στο πήλινο του γιαουρτιού. Έτοιμα για φούρνο. Νέες απορίες μου γεννήθηκαν, ας πούμε πώς κάνουν σεξ τα φίδια; Και πώς ξέρεις ποιό είναι το αρσενικό και ποιό το θηλυκό; Να μου πεις γιατί, ξεχωρίζεις ας πούμε τα καναρίνια; Οπότε σταμάτα να ρωτάς μλκίες. Αυτά μεταξύ τους το καταλαβαίνουν. Και σίγουρα θα κάνουν σεξ, αφού κάνουν και αυγά. Το αυγό του φιδιού δεν λέμε; Ή αυτό το λέμε μόνο για τον εθνικοσοσιαλισμό; Να μου πεις και για το αυγό του Κολόμβου λέμε, αλλά υποθέτω ότι ο Κολόμβος δεν έκανε αυγά. Ξέχνα το, πάλι λάθος συμπεράσματα βγάζω.

7.
Όρνιο. Bang bang Λούκυ Λουκ. Έλειπε μόνο ο νεκροθάφτης, ξέρεις αυτός ο ξερακιανός με τη μυτόγκα.

8.
Λύσαξα να φωτογραφηθώ με την καμηλοπάρδαλη. Μέχρι να κάνω 20 βήματα να φτάσω μπροστά της, αυτή έκανε μόνο ένα και εξαφανίστηκε, οπότε δεν φωτογραφήθηκα. Δεν γ***έται, είχε περάσει και η ώρα, είχε και ζέστη και κυρίως θέλαμε να πάμε μετά και στο McArthurGlen. Τουλάχιστον μου έμεινε για ενθύμιο η φώτο με την Κλάρα, την αγελάδα που έχεσε όλο το μέγκα τσάνελ. Ας μην είμαι αχάριστη.

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Λα τρίπ μαντάμ!

Σαββατόβραδο με το μάξι μου φόρεμα και κρατάω στο χέρι ένα τεράστιο ποτήρι ντάκιουρι μάγκο. Θυμίστε μου να μην ξαναπαραγγείλω μλκίες όταν βγαίνω έξω! Καλά δεν ήμουνα και με την korona μου; Η πολλή παρέα με τη Δανάη φταίει. Αυτή έχει πάρει μάστερ στους θανατηφόρους συνδυασμούς, όπως πχ. ζεστή σοκολάτα με γεύση πεπόνι και χοιρινή μπριζόλα με σάλτσα γαρίδας. Θυμάμαι και τα χαΐρια της στη Γαλλία! Που πήγαμε σε ένα κόζι συνοικιακό εστιατόριο και από ολόκληρο κατάλογο διάλεξε la tripe, γιατί της έβγαζε μια φινέτσα, κάτι το αριστοκρατίκ, μια σικ γαλλικίλα βρε αδερφέ. Να ήταν το ρου που έγινε γου, να ήταν το άηχο έψιλον στο τέλος, δεν ξέρω. Πάντως ακόμα έχω σφηνωμένη στα ρουθούνια μου τη μυρωδιά του χοντροκομμένου αχνιστού πατσά που ήρθε σε λίγο στο τραπέζι μας, και η Δανάη δεν ήξερε από που να φύγει. Μα είναι τρελοί αυτοί οι Γάλλοι! Από που κι ως που τγιπ ο ντουσλαμάς! Βέβαια, δεν μπορείς να πεις ότι έχεις ζήσει, αν δεν έχεις διαλέξει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή σου μια ακατανόητη αηδία από ξένο μενού. Οπότε ας πούμε δικαιολογημένη η Δανάη.


Τρελή ρέκλα που λες σήμερα. Όλο το πρωί στη δουλειά φτιάχναμε αεροπλανάκια οριγκάμι. Με πιάσανε και όλα τα κόκκινα φανάρια στο δρόμο προς το σπίτι. Βαριέμαι στα κόκκινα φανάρια, χάνεις χρόνο από τη ζωή σου. Εκτός αν είσαι ζευγαράκι, οπότε φιλιέσαι.
Η ρέκλα συνεχίζεται και στο σπίτι. Έλεγα τώρα να αράξω στο κρεββατάκι μου και να δω καμιά ταινία. Μετά είδα αυτό, και τώρα κόλλησα και κάθομαι με το σταράκι του Superman να κάνω κόμπους. Δεν ξέρω που θα με βγάλει αυτό το βράδυ. Μου τελείωσε και το κρασί.

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Η κόκκινη κλωστή

Θυμάστε τον μύθο του Maneki Neko?
Ε, τώρα θα μάθετε κι άλλη κινέζικη ιστορία. Και τώρα το ξέρω ότι νυστάζετε και χασμουριέστε κρυφά, και δεν είναι ωραίο αυτό που κάνετε, εγώ όμως θα σας την πω:

Κατά την περίοδο της Δυναστείας Tang, υπήρχε κάποιος ονόματι Wei. Ο Wei ήταν ορφανός από μικρός και έτσι, άμεσως μόλις μεγάλωσε ήθελε να παντρευτεί και να κάνει δική του οικογένεια.
Σε κάποιο ταξίδι του, πέρασε από την πόλη Song, και κάποιος άγνωστος του προσέφερε φιλοξενία. Ο Wei του είπε για τη δυσκολία που αντιμετώπιζε να βρει γυναίκα, και εκείνος του είπε ότι θα μιλούσε αμέσως στον στρατηγό, ο οποίος είχε μια ανύπαντρη κόρη. Και συμφώνησαν να βρεθούν το επόμενο πρωί για να τα ξαναπούν έξω από τον ναό.

Από την αγωνία του, ο Wei έφτασε στον ναό πολύ νωρίτερα απ' όσο είχαν κανονίσει, και είδε κάτω από  ένα δέντρο έναν γέροντα να κάθεται πάνω σε κάτι σακιά και να διαβάζει υπό το φως του φεγγαριού. Πλησίασε πάνω από τον γέροντα και κοίταξε το βιβλίο, αλλά δεν καταλάβαινε λέξη.

-Συγνώμη γέροντα, αλλά τι βιβλίο είναι αυτό που διαβάζεις; Εγώ έχω γυρίσει όλο τον κόσμο και έχω μάθει πολλές γλώσσες, γλώσσες περίεργες από χώρες μακρινές, αλλά ποτέ μου δεν έχω ξανασυναντήσει αυτή τη γλώσσα.
-Αυτό το βιβλίο το έφερα από άλλο κόσμο.
-Και τι κάνεις εδώ αν έρχεσαι από άλλο κόσμο;
-Σηκώθηκες πολύ νωρίς, συνήθως δεν κυκλοφορεί άνθρωπος έξω τέτοια ώρα. Εμείς ερχόμαστε εδώ γιατί δουλειά μας είναι να τακτοποιούμε τα ανθρώπινα ζητήματα. Εγώ, ας πούμε, ασχολούμαι με τον γάμο.
-Είμαι μόνος στον κόσμο και εδώ και χρόνια ψάχνω μια γυναίκα για να παντρευτώ και να κάνω οικογένεια. Και τώρα ελπίζω να παντρευτώ τη γυναίκα του στρατηγού. Πες μου, γέροντα, θα πραγματοποιηθεί το όνειρό μου;
Ο γέρος κοίταξε το βιβλίο του και είπε:
-Όχι, δεν είναι αυτή η γυναίκα που προορίζεται για σένα. Η γυναίκα που θα πάρεις είναι τώρα τριών ετών και θα την πάρεις όταν γίνει δεκαεφτά.
Απογοητευμένος από την απάντηση του γέρου, ο Wei κοίταξε τα σακιά όπου καθόταν ο γέρος και τον ρώτησε τι είχαν μέσα.
-Κόκκινη κλωστή, για να δένω τα χέρια των ζευγαριών. Δεν είναι ορατή, αλλά από τη στιγμή που δένονται, δεν μπορούν να ξαναχωριστούν ποτέ. Είναι ήδη δεμένοι από την ώρα που γεννιούνται, και παρά την απόσταση που μπορεί να υπάρχει μεταξύ τους, παρά την κοινωνική θέση τους, παρά τις αντίξοες συνθήκες, αργά η γρήγορα θα ενωθούν σαν αντρόγυνο. Και αυτή την κλωστή δεν μπορείς να την κόψεις. Γιατί, αφού είσαι ήδη δεμένος με τη μέλλουσα γυναίκα σου, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Η δική σου γυναίκα είναι η κόρη της Chen, που έχει έναν πάγκο κάτω στην αγορά.
-Μπορώ να τη δω;
-Αν το θέλεις πολύ θα σου τη δείξω, αλλά θυμήσου ότι το μέλλον σου δεν μπορείς να το αλλάξεις.

Μόλις είχε φέξει, και αφού δεν είχε φανεί ακόμα και ο άνθρωπος που περίμενε ο Wei, πήγαν μαζί στην αγορά. Πίσω από τον πάγκο με τα φρούτα στεκόταν μια φτωχή γριά, τυφλή από το ένα μάτι, με ένα κοριτσάκι περίπου τριών ετών, ντυμένες και οι δύο με κουρέλια.
-Να η γυναίκα σου!, είπε ο γέρος και έδειξε τη μικρή.
-Και αν τη σκοτώσω;
-Ό,τι και να κάνεις δεν μπορείς να αλλάξεις τη μοίρα.
O Wei, αποφασισμένος να σκοτώσει τη μικρή, βρίσκει ένα κοφτερό μαχαίρι, και το δίνει στον υπηρέτη του, διατάζοντάς τον να σκοτώσει τη μικρή με αντάλλαγμα εκατό χρυσές λίρες.
Την επόμενη μέρα, ο υπηρέτης πηγαίνει στην αγορά και κατευθύνεται προς τον πάγκο, με το μαχαίρι κρυμμένο στην τσέπη του. Με μια απότομη κίνηση το βγάζει έξω, χτυπάει τη μικρή και εξαφανίζεται τρέχοντας.
-Εντάξει; τον ρωτάει ο Wei όταν γύρισε.
-Προσπάθησα να τη χτυπήσω στην καρδιά, αλλά τελικά τη χτύπησα ανάμεσα στα μάτια.
Ο υπηρέτης πήρε την αμοιβή του και ο Wei, ήσυχος ότι μπορεί πια να παντρευτεί όποια θέλει, συνέχισε τη ζωή του και με τα χρόνια ξέχασε όλα αυτά που είχαν συμβεί.
Όλες οι προσπάθειες που έκανε να παντρευτεί απέβησαν μάταιες και έτσι πέρασαν 14 χρόνια.
Εκείνον τον καιρό δούλευε σε ένα μέρος που λεγόταν Shiangzhou και τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά, τόσο καλά μάλιστα που ο ανώτερός του, ο άρχοντας του τόπου, του έδωσε την κόρη του για γυναίκα. Έτσι, ο Wei απέκτησε μια πανέμορφη γυναίκα από καλή οικογένεια. Ο Wei παρατήρησε ότι η γυναίκα έδενε ένα μαντήλι στο μέτωπό της, που δεν το έβγαζε ούτε όταν πήγαινε για ύπνο. Θυμήθηκε τότε την ιστορία με τη μικρή στην αγορά και αποφάσισε να τη ρωτήσει γιατί κρύβει το μέτωπό της με αυτό το μαντήλι. Και εκείνη είπε του είπε κλαίγοντας:
-Δεν είμαι η κόρη του άρχοντα του Shiangzhou, αλλά είμαι ανιψιά του. Κάποιον καιρό ο πατέρας μου ήταν άρχοντας της πόλης Song, μα πέθανε νωρίς, όπως και η μαμά και ο αδερφός μου. Η νταντά μου, η Chen, με λυπήθηκε και με κράτησε κοντά της. Ήμουν τριών ετών όταν μια φορά στην αγορά μου επιτέθηκε έναν τρελός με μαχαίρι και με χτύπησε στο μέτωπο. Το σημάδι δεν μου έφυγε ποτέ και γι' αυτό φοράω το μαντήλι. Πριν από εφτά χρόνια, ο θείος μου με πήρε στο σπίτι του και με μεγάλωσε για να με παντρέψει σαν να ήμουν πραγματική του κόρη.
-Η κυρία Chen ήταν τυφλή από το ένα μάτι;
-Και που το ξέρεις;
-Εγώ έβαλα να σε σκοτώσουν, είπε ο Wei, και εξήγησε στην γυναίκα του ό,τι είχε συμβεί.
Και ξέροντας πια και οι δύο την αλήθεια, αγαπήθηκαν περισσότερο από πριν και έζησαν για πάντα ευτυχισμένοι.