Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Φυσάει πολύ και μπαίνει κρύος ο βοριάς

Πρόβλημα νούμερο 1. Κάθε φορά που δουλεύω πρωί και πρέπει να ξυπνήσω στις 6, δεν φχαριστιέμαι ύπνο, γιατί φοβάμαι μήπως δεν ακούσω το ξυπνητήρι και στριφογυρίζω σαν σουβλάκι.
Πρόβλημα νούμερο 2. Παθαίνω το ίδιο και πριν από ταξίδι.
Πρόβλημα επακόλουθο. Το πρωί πάω στην Άνδρο. Τρεις και κάτι τη νύχτα, δεν μπορώ να προσδιορίσω αν διψάω ή αν κατουριέμαι. Καθώς αμφιταλαντεύομαι για να αποφασίσω, σηκώνομαι από το κρεβάτι και βλέπω φως στο γραφείο του μπαμπά. Βρυκολακιάζει γιατί έμαθε το google, πρόβλημα γενικότερο.

Ευχάριστες στιγμές στο λιμάνι της Ραφήνας, όπου μύριζε ψαρίλα, και τα μαλλιά της Νάντιας γέμισαν μυγάκια και φτερωτά μυρμήγκια. Ευχάριστες στιγμές και στην άφιξη στην Άνδρο, όπου μας περίμενε το ασπρουλί μας αυτοκίνητο. Το ξενοδοχείο μας ήταν παραδεισένιο. Για την ακρίβεια απευθείας σύνδεση με παράδεισο. Βρισκόταν στη στροφή μις καρμανιόλα 2011. Έβγαινες από την πόρτα και έπεφτες πάνω στη διπλή στροφή του δρόμου (πόσο στοιχίζει μια παράβαση του νόμου). Ρομαντικότατο κατά τα άλλα. Ασπρουλί, με κουνουπιέρες και τούλια. Είχε μείνει εκεί και ο αδερφός μου, όταν πήγαν εκδρομή με το μεταπτυχιακό και αναγκάστηκε να κοιμηθεί κάτω από τα τούλια με έναν μουσάτο συμφοιτητή του. Αφού τσακίσαμε τα welcome στραγάλια, βάλαμε τα μαγιό και φύγαμε για παραλία. Για κακή μου τύχη έσερνα στις διακοπές και την περίοδό μου. Και μου το διάβασε το ζώδιο η Νάντια, ακατάλληλη περίοδος για διακοπές. Ή μήπως ακατάλληλες οι διακοπές με περίοδο; Κάτι τέτοιο. Και το να πας τουαλέτα στο beach bar δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Διότι αυτοί εκεί νόμιζαν ότι κάτι πολύτιμο φυλούσαν στο wc τους και το κλειδαμπάρωναν. Το κλειδάκι έπρεπε να πηγαίνεις κάθε λίγο και λιγάκι να το ζητάς στο μπαρ. Απλούστατο. Για να ξέρουν όλοι πότε αλλάζεις ταμπόν ή πότε σε έχει πάει mayday mayday και θες να τα αμολήσεις να γλιτώσεις.



Παίξαμε με τη χρωματιστή μας αερόμπαλα, σαν πεντάχρονα.
Βουτήξαμε μέχρι το γόνατο, σαν γιαγιάδες.
Έπειτα ανεβήκαμε ραχούλες και φτάσαμε σε ένα εστιατόριο με θέα. Φάγαμε κόκκορα κοκκινιστό, χοιρινό και φρουτάλια τηγανισμένη σε λίπος γουρουνιού. Κάτι ελαφρύ τελοσπάντων. Μετά η Νάντια έκανε κι ένα τσιγάρο για να φράξει και την τελευταία αρτηρία που είχε απομείνει σε λειτουργία. Μας έφεραν για τη χώνεψη ένα γλυκό με προοπτικές αμυγδαλωτού, που τελικά απεδείχθη κουραμπιές.

Στα διακριτικά στροφιλίκια του δρόμου πηγαίναμε με δεύτερη και παρατηρούσαμε τα σπίτια και τις μάντρες από πέτρα. Πολλά είχαν και κάτι τρίγωνα σχέδια, βαθουλωτά, μάλλον θα είναι κάποια τεχνική του νησιού, αλλά η Νάντια προσπαθούσε να μας πείσει ότι είναι περιστερώνες. Η Πόπη δεν της είπε τίποτα για να μην της χαλάσει το όνειρο. Πίσω στη Χώρα, κάναμε βόλτα στα μαγαζάκια και στο μνημείο του αφανούς ναύτη. Ο ναύτης ήταν όντως αφανής, γιατί νυχτώνει και καμουφλάρεται στη μαύρη νύχτα, δεν βλέπεις τίποτα σου λέω. Πήραμε παγωτό από το περίπτερο, στο πόδι, γιατί η κοπελιά στο Haagen dazs αρνιόταν πεισματικά να μας πάρει παραγγελία για κανά μισάωρο. Μετά καθήσαμε για μπύρα. Το μαγαζί σέρβιρε μόνο bud και σε όποιον αρέσει.

Ετοιμαζόμαστε για ύπνο και τα κορίτσια θέλουν παραμύθι. Τους είπα ότι στο δάσος ήταν κάτι νεράιδες. Η πιο μεγάλη, η ασχημούλα, έφτιαξε μια τεράστια σκάλα, για να ανεβούν οι φίλοι της οι νάνοι στο φεγγάρι. Η Λευκή νεράιδα κάποτε μεταμορφώθηκε σε αηδόνι. Η Κόκκινη νεράιδα διάβασε ένα ξόρκι και έγινε  τοσοδούλα. Και η Γαλάζια νεράιδα πέθανε, καθώς προσπαθούσε να ζεστάνει τους φίλους της τους νάνους με την ανάσα της, ένα κρύο βράδυ του χειμώνα. Απ' ό,τι τους διηγήθηκα, αυτό το τελευταίο κράτησαν μόνο. "Τι παραμύθι είναι αυτό, που πεθαίνουν οι καλοί", είπε η Πόπη και μου γύρισε πλευρό. Κουκουλώνομαι και το βουλώνω. Άντε από δω που θέλετε και παραμύθια.

Μπάνιο γιοκ και την επόμενη μέρα, λόγω αέρα και κρύου. Φάγαμε κλαμπ σάντουιτς στο Κόρθι με συνοδεία ζεστού καφέ. Η Νάντια βούταγε μέσα τις πατάτες και έκανε παπάρα. Το αμάξι μας παρκαρισμένο απέναντι, είχε τη δροσερή ευωδιά της θάλασσας και το μαστίγωνε αλύπητα το κύμα. Ήμουνα που ήμουνα φρικιό, πήρε και το μαλλί μου την πινελιά του ανέμου και πέρασε ο παπάς κοιτώντας με τρομοκρατημένος. Η Πόπη μας έσερνε στης γριάς το πήδημα και κάναμε ελεύθερη κατάβαση με τη σαγιονάρα. Επέμενε ότι ο βράχος μοιάζει με γριά και της είπαμε ότι είναι ξεκάθαρο, αλλά ήταν απλά ένας βράχος. Μετά χοροπηδούσαμε για να βγάλουμε φωτογραφία στον αέρα και στις περισσότερες βγαίναμε στο έδαφος, αλλά η προσπάθεια μετράει, το είπε και ο Pierre de Coubertin μου φαίνεται.


Μας πήρε και μας σήκωσε ο αέρας. Μπάνιο με την καμία. Πάλι για καφέ καταλήξαμε. Από δίπλα ήταν κι ένας σκύλος, ο Μπατσής. Έτσι έλεγαν και έναν συμμαθητή μου στο σχολείο. Βέβαια, ο σκύλος μπορεί και να λεγόταν αλλιώς, αλλά εμείς ονοματίζαμε τους σκύλους ανάλογα με την περιοχή. Ο σκύλος που μας ακολουθούσε στη Χώρα πχ. λεγόταν Άνδρος. Πριν νυχτώσει, ξαναπήγαμε να δούμε τον καμουφλαρισμένο ναύτη. Και τον είδαμε, υπήρχε. Βγάλαμε κι εκεί φωτογραφίες, όπου έχουμε τα μαλλιά στη μούρη και κρατιόμαστε από το κάγκελο για να μην απογειωθούμε, η Πόπη κρατάει και τη φούστα που έχει γίνει αερόστατο. Πήραμε και κάτι δωράκια για τα παιδιά. Και στον μπαμπά μου μια μελιέρα, για να βγάζει το μέλι από το βάζο σωστά και να μην τον κοροϊδεύει η μαμά.

Την επομένη, το κλίμα ήταν πρωτότυπο. Φυσούσε και είχε κρύο. Κάναμε βόλτα στην πηγή, όπου μας την έπεσε μια που ήθελε να βγάλει φωτογραφίες με το κινητό της, αλλά δεν ήξερε πώς βγάζει φωτογραφίες. Μας είχε βάλει να το ψάχνουμε και δεν μας άφηνε να φύγουμε αν δεν τη φωτογραφήσουμε να πίνει νερό στη βρύση τη βουνίσια, κάτω απ' τη φλαμουριά. Εμείς οι καχύποπτες, νομίζαμε ότι μας απασχολεί για να μας ανοίξουν το αμάξι, αλλά τελικά απλώς ήταν πυροβολημένη. Αφού ξεμπερδέψαμε με την τρελή, πήγαμε βόλτα στο μοναστήρι. Και σαν να μην ήμασταν αρκετά σεμνά ντυμένες, φορέσαμε και κάτι μελιτζανί φούστες στην είσοδο, διακριτικότατες. Κι άλλα στροφιλίκια, κι άλλοι περιστερώνες. Και φτάσαμε κάποια στιγμή στο Μπατσί και πήγαμε να φάμε στου Γιαννούλη. Το σαγανάκι ήταν must. Τζατζίκι δεν πήραμε αυτή τη φορά, γιατί λυπηθήκαμε τους διπλανούς μας στο καράβι. Αυτοί πάλι δεν μας λυπήθηκαν καθόλου. Όταν μπήκαμε στο Ferry, η Νάντια πήγε να καθήσει στην καρέκλα, και όσο ήταν ακόμα στο αέρα της την τράβηξε μια κυρά λίγο πριν κάτσει τον κώλο της. Κι αντί να της πει συγνώμη την έβρισε κιόλας. Πεθάναμε στο γέλιο.

Κλείνω με αυτό το τραγουδάκι



Το καλοκαίρι άρχισε λέμε. Αφήστε την κλάψα.



Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Το βασίλειό μου για το βαλιτσάκι του Φόντα

Θυμάται κανείς που κυκλοφορούσε πριν καμιά εικοσαριά χρόνια αυτός ο Φόντας Ινδιάνος και σεϊχης και ξέρω γω τι, που τον ζωγράφιζες με απλές γραμμές; Αυτό το πετυχημένο βαλιτσάκι του τελεμάρκετιγκ; Ε, εμένα οι γονείς μου δεν μου το έπαιρναν, και μου έμεινε ψυχολογικό τραύμα. Δεν μου το έπαιρναν "γιατί ήξερα ήδη να ζωγραφίζω τέλεια". Ήμουν γεννημένη καλλιτέχνης.

Τεσσάρων χρονών και κάτι. Κλαίω και χτυπιέμαι στο σπίτι, γιατί ο αδερφός μου γράφτηκε στο νήπιο και κάθε πρωί εξαφανίζεται σε αυτό το πράγμα που λέγεται σχολείο και εγώ κάθομαι σπίτι μόνη μου. Στο τέλος τους κατάφερα και με έστειλαν κι εμένα μαζί, πριν της ώρας μου. Δύο φορές πήγα στο νήπιο, γι' αυτό και έγινα καλλιτέχνης. Ήμουν που λες εκεί μέσα η πιο μικρή και όταν παίζαμε μουσικές καρέκλες δεν προλάβαινα να καθήσω, οπότε προτιμούσα να πιάνω εκεί μια γωνίτσα και να ζωγραφίζω. Τα σπίτια που έφτιαχνα είχαν μόνο μία διάσταση. Ήταν τετράγωνα με τρίγωνη σκεπή. Αυτό με τη σκεπή δεν ξέρω γιατί συνέβαινε σε όλους μας, πάντως κανένα σπίτι δεν είχε ταράτσα. Και, παρότι μονοδιάστατα, μπορούσες να δεις και μέσα. Ένα τραπέζι με δύο καρέκλες και, must η λάμπα στο ταβάνι. Και για έναν περίεργο λόγο, εκεί στο κεραμιδόσπιτο, δεν έμεναν απλοί άνθρωποι. Έμεναν πριγκίπισσες. Με μακρύ ροζ φόρεμα και κορώνα. Σίγουρα κάπου υπήρχε και ένας ήλιος. Στον κήπο είχε λουλούδια, περίπου στο ίδιο ύψος με την πριγκίπισσα, αλλά και δέντρα, στο ίδιο ύψος με τα λουλούδια, άρα και με την πριγκίπισσα (α=β, β=γ, άρα α=γ). Τα αυτοκίνητα που έφτιαχνα ήταν τετραγωνισμένα, με ρόδες ακτινωτές, ποδηλάτου, και συνήθως είχαν και μια σημαία από πάνω - γιατί ήμουν παιδί με εθνική συνείδηση, ή μάλλον γιατί έτσι τα έκανε και ο αδερφός μου που τα έκανε όλα τέλεια.

Τα βράδια πήγαινα συνέχεια στο σπίτι της γιαγιάς. Έσερνα μαζί και ένα λούτρινο κουνέλι που είχα τότε, και που δεν μπορούσα να αποχωριστώ με τίποτα. Όνομα δεν είχε, κουνέλι το λέγαμε. Ερχόταν και ο θείος Γιώργος και καθόμασταν, ή μάλλον αυτοί κάθονταν και εγώ ζωγράφιζα πάλι. Και κάθε φορά, όταν έφευγε ο θείος Γιώργος, τον γέμιζα ζωγραφιές και του τις έδινα με το ζόρι. Έμενε μόνος, γυναίκα δεν είχε, παδιά, σκυλιά δεν είχε. Ή μάλλον σκυλί είχε, ένα αδέσποτο που είχε περιμαζέψει από τη γειτονιά για παρέα. Καλός άνθρωπος. Όταν δεν είχε λεφτά για φαγητό, έτρωγε αυτός ψωμί και στον σκύλο αγόραζε σουβλάκι - ενώ ο θείος Ιωσήφ από την άλλη, μια φορά που πεινούσε έφαγε τη σκυλοτροφή. Τελοσπάντων. Στο σπίτι του θείου Γιώργου δεν είχα πάει ποτέ, παρά μόνο όταν πέθανε, και είχε τις ζωγραφιές μου κολλημένες στον τοίχο πάνω από το κρεββάτι του. Το βρήκα πολύ συγκινητικό να έχει μοστράρει τα σπιτάκια μου και τις πριγκίπισσές μου. Ωραίο πράγμα να χαίρεται κανείς με παιδικές ζωγραφιές. Φαντάσου να ήξερα να ζωγραφίζω και τον Φόντα ινδιάνο δηλαδή.

Όποιος γνωρίζει που θα βρω το βαλιτσάκι του Φόντα να μου πει. Να φύγει και αυτό το μικρό παράπονο από την παιδική μου ηλικία. Το θυμήθηκα τώρα και όλο το βράδυ θα τον σκέφτομαι, θα ονειρεύομαι πως ζωγραφίζω τον Φόντα πιλότο με απλές γραμμές.
Πάω να κοιμηθώ στο παιδικό μου κρεββάτι.
27 χρονών μουλάρα.


Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Θα σαλτάρω

Χαμένη με τη Νάντια στον Άγιο Στέφανο.
Σταματάμε να ρωτήσουμε τον κύριο με το μωρό στο χέρι.
-Συγνώμη, πώς βγαίνουμε στη Λεωφόρο Μαραθώνος;
-Θα πάτε εδώ όλο ευθεία και μετά το φανάρι, θα δείτε μια ταβέρνα που λέγεται "Αστακός"
(τι να του πεις τώρα)
-Αστακός στην πεντελική κοινότητα;
-Βασικά παϊδάκια σερβίρει, δεν ξέρω γιατί λέγεται αστακός!
(δικαιολογήθηκε κιόλας)

Η Πένυ και ο Χρήστος έχουν πάει θερινό σινεμά στο κέντρο κι έχουν τα πράγματά τους κάτω στα πόδια τους. Ξαφνικά δονείται το κινητό του Χρήστου και αναβοσβήνει στην οθόνη Μάνα. Η Πένυ του ψιθυρίζει "έλα η μάνα σου" και του το βάζει στο αυτί.
-Έλα μάνα!
-Που είστε παιδί μου;
-Είμαστε σινεμά στο κέντρο.
-Τιιιι;; Να φύγετε από το κέντρο, γίνονται επεισόδια!!!! Ακούυυυυς;
Ρε συ Πένυ αυτή δεν ήταν η μάνα μου, ποιανού είναι το κινητό;;;;
Ξέρω γω, στο πάτωμα το είδα, κάτσε να το ξαναφήσω κάτω.
Και τώρα που είπαμε για θερινό, κάπου πήρε το αυτί μου ότι παίζουν τη ζωή του Μπράιαν σε ένα στο κέντρο.
Excuse me. Are you the Judean People's Front?
Fuck off! We're the People's Front of Judea.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Απορίες της ημέρας


Βαριέμαι. Βαριέμαι και δεν ξέρω τι θέλω. Βαριέμαι να ξυρίσω τα πόδια μου και πώς θα πάω για μπάνιο αύριο, οέο; Έχω έναν καφέ στο χέρι από το πρωί ως το βράδυ. Βαριέμαι να κάτσω σπίτι, βαριέμαι και έξω. Ποιος στολίζεται τώρα και ποιός βγαίνει... πφφφφ... τουλάχιστον κλείσαμε τα δωμάτια για τις διακοπές μας. Απόψε μπορεί να πάμε εδώ παρακάτω, σπίτι του Κώστα να αράξουμε. Αυτός θα θέλει να δούμε τηλεόραση. Θα ακούσουμε πάλι για την διπλή κυβέρνηση, για τις περικοπές και για τους αγανακτισμένους. Τα γνωστά. Τι έκανε ο κόσμος παλιά που δεν υπήρχε τηλεόραση; Και όχι ότι είμαι από τα άτομα που καρφώνονται στην οθόνη και με έπιασαν οι ανησυχίες μου, ίσα ίσα μάλιστα. Αλλά ας πούμε ότι δεν υπάρχει τηλεόραση. Κατ' αρχάς, πώς θα στολίζαμε το σαλόνι; Θα βάζαμε στον τοίχο κανένα τεράστιο κάδρο με άγρια κύματα κι ένα θαλασσοδαρμένο καράβι καταμεσής της τρικυμίας, όπως οι γιαγιάδες μας; Και μην αρνηθείς ότι και η δική σου γιαγιά έχει τον ανάλογο καμβά στο σαλονάκι της! Στοίχημα ότι έχει και χρυσή κορνίζα, copy paste από το παλάτι της βασίλισσας Σίσυ. Και αν δεν είχαμε τηλεόραση τα σεμεδάκια που θα τα έβαζε η μανούλα, στον φούρνο μικροκυμάτων; Και αντί για ζάπινγκ πώς θα μας περνούσε η ώρα, θα κοιτούσαμε μία τη μαμά, μία το μπαμπά, μία τη μαμά, μία τον μπαμπά, μία το θαλασσοδαρμένο καράβι;
Όταν ήμουνα φοιτήτρια δεν άνοιγα ποτέ τηλεόραση. Πάντως την είχα. Όλα κι όλα. Όταν όμως ερχόταν η Νάντια, έκανε το ζάπινγκ της και μετά κοιμόταν σαν μούσχαρος στο τριπλό κρεβάτι μου. Ωραίες εποχές. Εγώ στο μεταπτυχιακό που ξυπνούσα νωρίς έβλεπα Παπαδάκη για να ανοίξει το μάτι μου και η Δανάη με κορόιδευε. Τελοσπάντων. Βλέπεις τηλεόραση κι έχεις και κάτι να ανοίξεις κουβέντα.
-Το είδες χτες το dancing with the stars; -Όχι έβλεπα οικογενειακές ιστορίες.
Αν δεν είχαμε τηλεόραση τι θα λέγαμε όμως; -Είδες χτες τη μαμά σου;
-Όχι μωρέ, έβλεπα το καράβι να θαλασσοδέρνεται και έτρωγα ποπ κορν.
Από πνιγμό πάνε οι ναυτικοί, όχι από μαγουλάδες - Το Τζέλα Δέλτα είχε πρόβλημα, δεν είχε φουγάρα.
Αν κι εγώ το πιθανότερο να μην είχα καράβι, θα είχα κανένα αεροπλάνο, λάδι σε μουσαμά 55x30.
Το Τζέλα Δέλτα είχε πρόβλημα, δεν είχε τουρμπίνες. Βαριέμαι και να γελάσω.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Πάντα γκρινιάρα ήμουνα κι αγύριστο κεφάλι είχα και την απαίτηση να με υπηρετούν

...Και να μου πεις τώρα αν έχω δίκιο. Τσακώθηκα τις προάλλες με τον αδερφό μου. Ξέρεις, απ' αυτούς τους σοβαρούς τσακωμούς που καταλήγεις στο ότι αυτό το σπίτι δεν χωράει και τους δυο σας και ο ένας πρέπει να πάρει τα μπαγκάζια του και τον τσαμπουκά του και να την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια. Επ, περίμενε ρε άνθρωπε, όχι και οοοόλα τα μπαγάζια σου. Τον καναπέ της βεράντας ας πούμε θα τον αφήσεις στη θέση του, μην γίνουμε από δυο χωριά χωριάτες. Που θα κάθομαι εγώ τώρα καλοκαιριάτικα να πίνω τον φρέντο μου (η καπουτσινιέρα επανέρχεται στη δημοσιότητα) !
Χαμός έγινε με το καναπεδάκι. Και δεν φτάνει που δεν τον άφησα να τον πάρει, τον έβαλα να τον κουβαλήσει και από το υπόγειο στον πρώτο όροφο και να τον στήσει στη βεράντα ΜΟΥ, γιατί ήταν βαρύς και δεν μπορούσα μόνη μου. Και αυτός τον κουβάλησε. Και να, ορίστε τώρα, η στιγμή που πάντα ονειρευόμουν, με την βεράντα όλη δική μου, τον καναπέ όλο δικό μου, και την καπουτσινιέρα στην πρίζα, κι όμως δεν μπορώ να απολαύσω τον φρέντο από τις τύψεις. Κακό πράγμα οι τύψεις.  Ε όχι ρε άνθρωπε, θα πάω να σου πάρω δώρο άλλον καναπέ. Δεν θα με πεις εσύ ζήτουλα και ζητιάνο. Έτσι, λοιπόν, μελαγχολικά εξαιτίας ενός ρημαδοκαναπέ, ξεκίνησε η σημερινή βόλτα στο ΙΚΕΑ.Ο υπάλληλος με την καναρινί μπλουζίτσα και το μολύβι του στρουμφοπροκόπη στο αριστερό αυτί, μου γκρέμισε τα όνειρα σε τρεις απλές κινήσεις, λέγοντάς μου ότι ο συγκεκριμένος καναπές έχει αποσυρθεί από πέρυσι. Τέλοσπάντων, πήρα μια παγοθήκη για παγάκια σε σχήμα ψάρι. Και θα του βρω άλλον καναπέ.

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Έχω και whats up, πάμε μια βόλτα;


Γεμάτη η μέρα μου χτες. Έκανα και το πρώτο μπάνιο. Ήταν μακρύς ο δρόμος για τον Μαραθώνα, ήταν και ο ήλιος και η ζέστη και τη Νάντια την έπιασαν σοβαρά αναπάντητα ζητήματα, γιατί όλο τον χρόνο είμαστε στην ξηρά και το καλοκαίρι ξαφνικά μπαίνουμε στο νερό. Τι να της πεις τώρα. Πάντως η θάλασσα ήταν ωραία και καθαρή. Επιτέλους καλοκαιράκι, είχα βαρεθεί να βρέχει κάθε μέρα στις 13.35.
Βγήκαμε και το βράδυ. Κοριτσοπαρέα, ντυθήκαμε, βαφτήκαμε, πήγαμε κομμωτήριο, βάλαμε τα καλά μας, και καταλήξαμε... στο τελευταίο τελειωμένο σκυλάδικο. Για που αλλού τόση προετοιμασία! Για το κομμωτήριο να μην σας πω λεπτομέρειες, να πω ότι έκανα το μαλλί μου έξαλλο καρφάκι, έτσι για μια αλλαγή βρε αδερφέ. Και έγινα και πάλι η χαρά της κομμώτριας, έκοβε έκοβε και τσιμουδιά δεν έβγαζα. Και το ξέρω ότι τώρα η DaisyCrazy θα γκρινιάξει γιατί θα θέλει φώτο με την πρόκα, αλλά θα την αφήσω με την απορία. Μετά από κανά μήνα θα πάω να βάλω κι ένα λαμπυρίζον εξτένσιον, και θα γίνω πυγολαμπίδα.
Που λες το σκυλομάγαζο ήταν σούπερ. Το οπτικό μας πεδίο ήτο πλημμυρισμένο από μελαχρινούς, μουσάτους μπάκουρες. Είχαμε κεντρικό τραπέζι, τραπέζι κόμβο πα να πει, και αλυχτούσαμε μέχρι τελικής πτώσης. Όλα καλά, μόνο στην τουαλέτα υπήρχε ένα θεματάκι. Έπλενες τα χέρια σου και ταυτόχρονα δροσίζονταν και τα πόδια σου, γιατί από κάτω πιτσιλούσε. Αλλά δεν βαριέσαι, είπαμε καλοκαιράκι. 
Λόγω ντίρλας και κουνήματος, γίναμε η ατραξιόν του μαγαζιού και ο μικρούλης από δίπλα κάρφωνε και ξανακάρφωνε. Πάνω στο ζενίθ του Χάρη Κωστόπουλου -βρείτε μου κάποια που να'χει αισθήματα-, πλησιάζει απειλητικά με το χαμόγελο, και σαν δεύτερος Λάκης ο γλυκούλης, έτοιμος να ανοίξει το στόμα του και να πλημμυρίσει η πίστα ροδόνερο, άνοιξε το στόμα του και άκουσα την Linda Blair από τον Εξορκιστή. Μαμάααα μου!
Μου γκάριζε ότι λέγεται Κώστας.
Σκεφτόμουνα ότι κι αυτός κάτι άλλο θα είχε στο μυαλό του. Γιατί θα είδε το μαύρο το μαλλί το φρικ και θα με οραματιζόταν στο κρεβάτι με μαστίγια και δερμάτινες μπότες. Αλλά οοοόχι, γιατί κι εγώ άνοιξα το στόμα μου και νόμιζες ότι ντουμπλάρω την Candy. Που να ήξερε ότι φορούσα και μια ροζ βράκα με τους Μούμιν (να μην βγει παραέξω). Τελοσπάντων, κέρασε εκεί τα σφηνάκια του αξιοπρεπώς και φεύγοντας μου έδωσε ένα χαρτάκι που έλεγε το τηλέφωνό του και από πάνω είχε βελάκι και έγραφε whats up. Λες και αν είχες vodafone, θα το ξανασκεφτόμουνα. Και από κάτω το κερασάκι στην τούρτα, η σταγόνα που ξεχείλισε το σφηνάκι τεκίλα: Κοκός. 

Κοκός;;;; Κοκός;;;




Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Βρε πως μεγάλωσε ο Μax...

Όλοι στο χωριό αγαπούσαν τον σκύλο της Μαρίας. Νέοι και γέροι, όλοι, όταν τον έβλεπαν από μακριά να έρχεται  φώναζαν καταχαρούμενοι "έρχηται ου Μαξ" και έτρεχαν να τον χαϊδέψουν και να του δώσουν κανένα κόκαλο. Και πάντα έλεγαν για τα κατορθώματά του: "...Ου Μαξ αυτό, ου Μαξ εκείνο...". Μια μέρα βγήκε η Μαρία στο σεργιάνι με τον Μαξ. Τους είδανε στο δρόμο οι χωριανοί και άρχισαν τις χαιρετούρες.
-Καλώς τη Μαρία και τουν Μάκη!
-Ο Μάκης ποιος είναι πάλι;
-Ου Μακ'ς.
-Ααααααα, ωραία.
Και άντε να τους εξηγήσεις τώρα... Μα είναι αξιαγάπητοι οι άνθρωποι στο χωριό. Έτσι κι αλλιώς έχει κρίση προσωπικότητας ο σκύλος. Τι κυνηγόσκυλο είναι αυτό που αντί να φέρνει τα πουλιά, κάθεται και μας τρίβεται για να τον χαϊδολογήσουμε και κάνει παρέα με τις γάτες; Ε, δεν γαμ**ται, ας τον πούνε και Μάκη, αυτό μας πείραξε τώρα;; Και στην τελική, αφού δεν έχει πρόβλημα ο Μακ'ς, εμάς δεν μας πέφτει λόγος....