Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Το κρασί νικάει την κούραση


Λατρεμένε επιβάτη. Το ξέρω ότι έχεις τα νεύρα σου με τις απεργίες των ελεγκτών και ότι περιμένεις είκοσι λεπτά στην αναμονή για να δεις τι θα γίνει με την πτήση σου και αν θα χάσεις το ραντεβού σου. Αλλά εκεί μες στην αναμπουμπούλα που ο κόσμος χάνεται, μην παίρνεις έχοντας στη φωνή σου κάτι επείγον, τύπου μου-φάγαν-το-μπιφτέκι, για να κλείσεις τις διακοπές σου για τα επόμενα Χριστούγεννα και μην βλαστημάς που ακόμα δεν έχουμε βγάλει πρόγραμμα. Μην μου ζητάς την καθαρίστρια στη γραμμή, πάρτην στο κινητό της, γιατί τώρα είναι απασχολημένη, έχει βάλει σκούπα. Και μην παίρνεις να αλλάξεις εισιτήρια που έχεις με άλλη εταιρεία, επειδή προτιμάς να στα αλλάξουμε εμείς. Ευχαριστούμε για την αμέριστη προτίμησή σου, αλλά δείξε τον οίκτο σου στον υπάλληλο, γιατί θα αναγκαστεί να στο κλείσει στη μούρη με περισσή ευγένεια και θα χαλάσει το ζεν του και τις αποκτηθείσες γνώσεις στο σεμινάριο της ψυχολογίας του πελάτη. Πληζ.



Μαζί με τις αναμονές, χτύπησε κόκκινο και η κούρασή μας, αλλά επειδή δεν ήθελα να κάθομαι να κλαίω τη μοίρα μου σαν χήρα, το ξενύχτησα τέσσερα βράδια σερί και δεν υπολόγισα τίποτα. Τετάρτη βγήκα με τον Μανώλη, που μου είπε αορίστως ότι κάτι έχει κανονίσει. Εγώ φαντάστηκα φαγητό ή ποτό ή κάτι τέτοιο βρε αδερφέ και έβαλα τα ψηλοτάκουνα, μην χάσω. Αυτός με πήγε βόλτα σε πριβέ σάουνα και πισίνα, όπου το ψηλοτάκουνο οκ το έβγαλα, αλλά η μάσκαρα κυλούσε μαζί με το μολύβι και τη γοητεία μου στους 90 βαθμούς και έγινα κλόουν. Αποτελείωσα ό,τι απέμεινε από το φανταστικό μακιγιάζ μου με μακροβούτι στην πισίνα και του είπα ότι την επόμενη φορά που θα θέλει να κάνει έκπληξη να μου πει τουλάχιστον τι να φορέσω. Δεν θέλω να κάνω σκι με διχτυωτό καλσόν.
Τσικνοπέμπτη μετά, ε να μην βγω και για κοψίδι; Ο Κωνσταντίνος έφερε μαζί και τον φίλο του τον Χάρη, τον οποίο η Νάντια ερωτεύτηκε σφόδρα με την πρώτη ματιά. Δεν τον ήθελε για γκόμενο, δεν τον ήθελε για μια νύχτα. Είχε σοβαρό σκοπό. Ήθελε να τον παντρευτεί και να του πλένει τα σώβρακα ες αεί. Σας έλεγα εγώ, έχω φίλους της παντρειάς. 

Την Παρασκευή είχαμε το Ηπειρώτικο Γλέντι. Χασαποταβέρνα στη Χασιά, τσάμικο και περιφερόμενος φωτογράφος. Η Πένυ χάρηκε και τον φώναξε να βγάλουμε φωτογραφία. Αυτός αναδείχτηκε σε γκραν πρήχτη και σαν άλλος Χριστόφορος Κοτέντος άρχισε τις υποδείξεις: Εσύ πιο χαλαρούς τους ώμους, εσύ λίγο χαμόγελο παραπάνω, οι καρέκλες σας στο ίδιο επίπεδο κορίτσια, τσακ τσακ, γύρε λίγο δεξιά, λίγο πιο έντονο βλέμμα εσύ, τσακ τσακ, σήκωσε λίγο το κεφάλι, τσακ τσακ, έλα μου τώρα πιο αριστερά, κοίτα εδώ που σου δείχνω, μπράβο πολύ ωραία, πάμε, τσακ τσακ. Από το πολύ στήσιμο βγήκαμε σε όλες σκατά, και η Πένυ βλαστημούσε. Μια φωτογραφία με τη φίλη μου ήθελα να βγάλω και αυτός έψαχνε το next top model, για να στήνομαι έτσι ηλίθιε σημαίνει ότι ξέρω ποια πόζα μου πηγαίνει, 27 χρόνια λες να μην την έχω βρει και ήρθες εσύ να μου τη μάθεις σε ένα λεπτό; Κοτέντε! Ε Κοτέντε!!


Χτες είχε Doors. Επειδή έλειπαν άτομα από το τραπέζι λόγω γρίπης, κάναμε ότι απλά οι διπλανοί μας είναι αόρατοι και τους γεμίζαμε τα πιάτα σαλάτα και κοτόπουλο. Μετά το προχωρήσαμε κι άλλο, τους ρωτήσαμε αν θέλουν κόκα κόλα, αλλά τελικά πήραν σόδα γιατί είχαν φουσκώσει. Και αυτά έγιναν πριν πιούμε. Ευτυχώς το Doors κλείνει νωρίς και γύρισα σπίτι για να ξεραθώ στο κρεβατάκι μου. Στην τηλεόραση είχε Λάσκαρη-Crazy crazy girl, και δεν έκλεισα τα μάτια μου μέχρι να τον βάλει να ξυρίσει και μουστάκι. Σήμερα έχω σκοπό να σέρνομαι στο σπίτι μου με την παντόφλα-πρόβατο, να μην σηκώνω τα τηλέφωνα και να κοιμηθώ τουλάχιστον 12 ώρες. Με περιμένουν οι λατρεμένοι επιβάτες μου αύριο! 




 

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Φίλοι της παντρειάς

Αισθάνομαι μια ντροπή που χάθηκα τόσες μέρες, αλλά δούλευα 8ήμερο και μετά δεν πρόλαβα να γράψω γιατί είχα σοβαρές ασχολίες. Την Παρασκευή ας πούμε πήγαμε με τη Νάντια για καφέ στο Mall, είχε έρθει ο φίλος μας ο Αλέκος από την Κέρκυρα και κανονίσαμε να τον δούμε. Μόλις τον είδαμε μετά από δύο ολόκληρα χρόνια, τον υποδεχτήκαμε με την προσφώνηση -Που'σαι συ ρε βρωμιάαααααρη; και οι διπλανοί μας κοιτούσαν σαν να είχαν ένα κουβαδάκι σκατά κάτω από τη μύτη τους. Περάσαμε πολύ ωραία, θυμηθήκαμε και παλιές αγαπημένες συζητήσεις:

-Αλέκο, γιατί ο φίλος σου ο Θανασάκης χαμογελάει συνέχεια;

-Αφού έχει ωραίο χαμόγελο, πρέπει να το δείχνει.

-Κι εγώ έχω ωραίο κώλο, αλλά δεν τον δείχνω.

-Ε, δεν τον έχουν δει και λίγοι...

(Μας υποχρέωσες, τι τις ήθελα κι εγώ τις παρομοιώσεις;)



Χτες είχαμε το κοπή τη πίτα στο αεροδρόμιο. Είχε πολύ κόσμο, μπαλόνια, φαγητό, σαμπάνιες και το learjet σε μια γωνίτσα. Δεν κερδίσαμε κανένα δώρο, αλλά ήταν πολύ ωραία. Η Μαρία έβαζε τον σερβιτόρο να γυρνάει σε όλα τα τραπέζια να γεμίζει κρασί τα ποτήρια και όταν το μπουκάλι τελειώνει να έρχεται να της το ρίχνει για να καλοπαντρευτεί. Την πιάσαν οι βιασύνες, πάω να ραφτώ. Ο άλλος σερβιτόρος ανέβλυζε έρωτα, με ακολουθούσε στο μπουφέ, μου εξηγούσε τι είναι το κάθε τι και μου γέμιζε το πιάτο για να με παχύνει. Οι γύρω ζήλεψαν την πριβέ παρουσίαση και ήθελαν κι εκείνοι, αλλά όοοοοχι, είχα την αποκλειστικότητα. Σηκωθήκαμε σε λίγο με τον Κωνσταντίνο να φέρουμε γλυκά και καθησυχάσαμε και τα κορίτσια -μην σηκώνεστε θα σας φέρουμε κι εσάς. Τους φέραμε δείγμα από γλυκό, σε μέγεθος ζάρι από τάβλι. Το 1/4 μιας gioconda. Φαντάσου να το πληρώναμε κιόλας. 


Φεύγοντας από το αεροδρόμιο, πήρα μπαλόνι με ήλιο με το λογότυπό μας και χαιρόμουν σαν πεντάχρονο. Το ψιλοσφήνωσα στο αμάξι στη θέση του συνοδηγού για να μην μου φύγει και όσο οδηγούσα του μιλούσα, γιατί δεν είχα παρέα, αλλά σε ανύποπτο χρόνο κάπου στην εθνική μου ήρθε στη μούρη και το έβρισα, γιατί κοντέψαμε να τρακάρουμε. Αφού γλιτώσαμε το χειρότερο, τα ήπιαμε στο ρεμπετάδικο και όλοι στο τραπέζι μιλούσαν για γάμους και παιδιά. Μα τι μανία να πιάνει τις φίλες μου να θέλουν να πηγαίνουν μια ζωή σαν τους Χιώτες; Στο πέμπτο ποτήρι μου έφυγε η ανατριχίλα και άρχισα να σκέφτομαι τα δικά μου. Επειδή η ζωή είναι ό,τι φάμε και ό,τι πιούμε, τρώω και τη μισή ποικιλία. Καταπίνω το κοτομπίφτεκο και κάνω μικρές σκέψεις σε μεγάλες, ροζ σαπουνόφουσκες.Δεν μπορώ να αποφασίσω τι ήταν πιο ωραίο, το κοτομπίφτεκο ή τα όνειρά μου. Πάντως ας πούμε ότι τα φχαριστήθηκα και τα δύο. Κι έληξε χαρούμενα η βραδιά μου.













Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

B for Brussels, Bruges and beer

Και έτσι, απλά και ήσυχα περάσαμε και από το Βέλγιο. Ξεκινήσαμε το Σάββατο ορεξάτοι και είχαμε πτήση σούπερ, μας έβαλαν και ταινία, για να μην βαρεθούμε. Το social network. Εγώ το είχα ξαναδεί και δεν ενθουσιάστηκα, οπότε κοιμήθηκα περίπου στο 8ο λεπτό, εκεί που αυτός θάβει την πρώην του στο μπλογκ του, λέει ότι έχει μικρά βυζιά και ότι είναι γελοίο το επίθετό της. Ενώ το Ζούκεμπεργκ είναι υπέροχο. Θα μπορούσε να είναι το νέο πιάτο των Goody's. Τέλοσπάντων, μετά έχασα κάπου 80 λεπτά γιατί έβλεπα όνειρο και εκεί που μου έτρεχε το σαλάκι, ξύπνησα και είδα τους τίτλους τέλους. Βολικότατο το κάθισμα. Φτάσαμε στο αεροδρόμιο με την τσίμπλα και για κανά μισάωρο ακολουθούσαμε τη φωτεινή ταμπέλα με τη βαλίτσα για να πάμε προς την έξοδο. Ο Λαβύρινθος της Κνωσού και ο Λαβύρινθος του Πάνα ωχριούν μπροστά στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών. Πήραμε μετά το τρένο και επειδή κοιτούσαμε το τοπίο, το χάρτη και τους γύρω μας, περάσαμε το στασιόν σεντράλ και ξαναγυρνούσαμε πίσω σαν τους Πόντιους.

Στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου, η κοπέλα ήταν εξυπηρετικότατη. Είδε ότι είμαστε παρέα και μας έδωσε δωμάτια με 6 ορόφους διαφορά. Βέβαια, το εν λόγω πρόβλημα ήταν μηδαμινό μπροστά στο άλλο, αυτό της εφίδρωσης. Η θερμοκρασία στο δωμάτιο ήταν μέρα νύχτα στους 58 βαθμούς Κελσίου. Κανένα πρόβλημα και μ' αυτό, μέχρι να ανακαλύψουμε ότι το παράθυρο είναι σφραγισμένο και είμαστε καταδικασμένες να κοιμηθούμε στο χαμάμ. Το βράδυ μου έβγαινε η γλώσσα και σπαρταρούσα ψελλίζοντας στη Δανάη ότι πεθαίνω κι εκείνη μουρμούριζε - βγάλε τα ρούχα σου. Μα είμαι με το βρακί! - Ε, βγάλε και το βρακί, τι να σου πω!  Σε λίγο ξανακοιμήθηκα και την άκουσα στα σκοτάδια να προσπαθεί να φέρει στο στόμα της ένα ποτήρι νερό, το οποίο κατέληξε στο πάτωμα και ακουγότανε το πλίτσι πλίτσι σαν όαση στον 9ο όροφο. Δεν είχε δύναμη να σηκωθεί να το σκουπίσει, αλλά έτσι κι αλλιώς στέγνωσε αυτόματα σε 3 λεπτά για ευνόητους λόγους.



Το Σάββατο φάγαμε σε ένα ιταλικό εστιατόριο. Πίναμε όλοι νερό και ο Κωνσταντίνος κόκα κόλα. Το φαγητό ήταν αλ ντέντε, κάπως σαν να τρως μπισκότο υδατάνθρακα. Πήραμε άλλο ένα μπουκάλι νερό και ο Κωνσταντίνος μια κόκα κόλα ακόμα. Παίρνουμε στο τέλος και 4 εσπρεσάκια. Μας φέρνει τον καφέ και στον Κωνσταντίνο συνοδευτική και μία κόκα κόλα με το ζόρι. Συνδυασμός Lavazza με διοξείδιο του άνθρακα, πώς να διαλύσετε το συκώτι σας σε 3 απλές κινήσεις. Γλυκό δεν πήραμε, γιατί φοβόμασταν μην μας το περιχύσει με σιρόπι κόκα κόλα zero, αλλά βρήκαμε ένα μαγαζάκι εκεί πιο κάτω που είχε φράουλες βουτηγμένες στη σοκολάτα. Ενώ ο Κωνσταντίνος ρούφαγε τη φράουλα με πάθος, ο Γιάννης διέκρινε πίσω μας το πασίγνωστο άγαλμα του παιδιού που κατουράει, περιτριγυρισμένο από Γιαπωνέζους και φλας. Για 50 εκατοστά κιτσαριό κάνουμε έτσι; Χμμμ. Στόχος 1, τσεκ.

Το βράδυ η Δανάη έφαγε τηγανητές πατάτες και οι υπόλοιποι τσούρρος με σοκολάτα πιο δίπλα. Την ώρα που η Πόπη με τον Γιάννη είχαν στο στόμα τη μερέντα, εκσφενδονίστηκε ένα Iphone αέρος-εδάφους στα πόδια τους, και η κυρία με τα τσούρρος το μάζεψε ατάραχη και τους είπε ίσως να μην ενοχλούνται, ή κάτι τέτοιο αδιάφορο στα φλαμανδικά. Μετά από αυτό το ευχάριστο διάλειμμα, βρήκαμε στο δρόμο μια μυστική σουρεάλ πόρτα, που οδηγούσε στη μπυραρία του Τζον Μάλκοβιτς. Ο ενθουσιασμός του Κωνσταντίνου ήταν τόσο έκδηλος, που κατέβασε τη μπύρα σαν σφηνάκι και μετά μας έπρηξε ότι νυστάζει και θα πρέπει να φύγει. Εγώ με τη Δανάη συνεχίσαμε τη βόλτα στο Delirium, όπου μας μίλησαν μόνο Μαροκινοί! Γάλλοι, Άγγλοι, Ισπανοί, Βέλγοι απλά προσπερνούσαν.

Την Κυριακή πήγαμε εκδρομή στην Μπριζ. Στο τρένο όλοι κοιμόμασταν και η Πόπη ήθελε να μας φωτογραφίσει, αφού πρώτα απαθανάτισε τυχαία τον κώλο μιας ανυποψίαστης κυρίας που περνούσε στο διάδρομο. Το μωρό πίσω μας έκλαιγε μέχρι να φτάσουμε και ο Κωνσταντίνος προσπαθούσε να μας πείσει ότι ο Ηρώδης είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Εκεί, στο σωστό timing, του πρότεινα να μου βαφτίσει το πρώτο παιδί στο απώτερο μέλλον. Δεν ξέρω αν ήταν καλή ιδέα. Που λες, πολύ ωραία η Μπριζ. Καθήσαμε για καφέ στην κεντρική πλατεία, σε μια καφετέρια που έπρεπε να έχει θέα το καμπαναριό και το δικαστήριο, αλλά μας τα έκρυβε μια οικογένεια Κινέζων. Η μικρή Κινέζα έπρεπε να σερβιριστεί με πιρούνι και κουτάλι και τα έπιανε από πάνω και δη με το ένα χέρι, σαν ξυλάκια. Ο στόχος ήταν να βάλει τηγανητές πατάτες στο πιάτο της, αλλά αφού είδε και αποείδε, στο τέλος τις πήρε με τα χέρια. Γυρίσαμε όλη την πόλη τρεις φορές, βγάλαμε και καλλιτεχνικές φωτογραφίες με μαλλί όπου φυσάει ο άνεμος πάει. Ο Κωνσταντίνος μας πήρε σοκολατάκια και δεν έφαγε ούτε ένα, γιατί το πρωί είχε φάει 5 κρουασάν και είχε τύψεις. Μπορεί να μην βοηθούσε και πολύ ότι τον φώναζα χοντρό.

Γυρίσαμε στις Βρυξέλλες και ξαναπήγαμε σε ιταλικό, έτσι για αλλαγή. Παραγγείλαμε στο πρώτο μισάωρο και φάγαμε σε κανά δίωρο. Κατά την αναμονή, η Πόπη πήγε δύο φορές για κατούρημα, η Δανάη ερωτεύτηκε τον σερβιτόρο με τα πεταχτά δόντια, εγώ σκεφτόμουνα κομμώσεις για τα γεράματά μου, ο Γιάννης μας πήρε λουλούδια και ο Κωνσταντίνος ξεφυσούσε και με έβλεπε σαν πίτσα μαργαρίτα. Ο Έκτορας Μποτρίνι παρατηρεί ότι όλο το μαγαζί έχει παραγγείλει, κανένας δεν τρώει και ο σεφ ξύνει τα απαυτά του. Επειδή το delirium μας άρεσε πολύ, ξαναπήγαμε για μια μπύρα. Παίξαμε και ένα παιχνίδι. Σκεφτόμασταν μια προσωπικότητα για τον καθένα και εκείνος έπρεπε να βρει ποιος είναι κάνοντας ερωτήσεις, που θα απαντούσαμε μόνο με ναι και όχι. Ας πούμε ο Κωνσταντίνος ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα και εγώ ο Μπερλουσκόνι. Ο Γιάννης ήταν ο Χριστόδουλος. Και μας ρωτούσε: Εϊμαι ωραίος; (χμμμ) Έχω θαυμάστριες; (σωρό οι χριστοδουλίτσες) Βγαίνω στην τηλεόραση (ναι για να πεις ανέκδοτα) Στην εκατοστή όγδοη ερώτηση  επιτέλους το βρήκε και από κεκτημένη ταχύτητα αναφώνησε Είμαι ο Ιερόδουλος! και μάλιστα δεν συνειδητοποίησε τι είπε.

Ημέρα free η Δευτέρα. Η Πόπη με τον Γιάννη πήγαν στο Atomium, ο Κωνσταντίνος ξεκίνησε να πάει ποδαρόδρομο και βγήκε από το χάρτη, κι εγώ με τη Δανάη ψωνίζαμε βρακιά όλο το πρωί. Σε όλα τα εσωρουχάδικα έβλεπες τύπισσες με μπούργκες να ψωνίζουν ότι πιο καυτό έβρισκαν, πιο καυτό και από το δωμάτιό μας, κορσέδες, κόκκινες ζαρτιέρες και διχτυωτές κάλτσες. ΤΕΤΟΙΑ ΦΟΡΑΝΕ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΠΟΥΡΓΚΑ; Σοκ και δέος. Το μεσημέρι υποτίθεται ότι θα κάναμε βόλτα με ποδήλατο και θα τηλεφωνιόμασταν. Κανείς δεν τηλεφώνησε σε κανέναν και συνεχίσαμε τη βόλτα μας. Βρήκαμε και τον Κωνσταντίνο που κόντευε να περάσει τα σύνορα και τον προλάβαμε. Προσπαθώντας να τηλεφωνήσουμε στην Πόπη για να πάμε για φαγητό, μπλέκονταν συνεχώς οι γραμμές και το σήκωνε μια Γαλλίδα, η οποία την τρίτη φορά με μπινελίκωσε και μου το έκλεισε. Ήταν το τρίτο κατά σειρά μπινελίκι α λα φρανσέ που άκουσα, διότι ήδη με είχαν βρίσει άλλοι δύο επειδή περπατούσα στον ποδηλατόδρομο.


Στο Μεξικάνικο που φάγαμε το βράδυ, ο σερβιτόρος βιαζόταν και ενώ παραγγέλναμε ακόμα τις σαλάτες, αυτός μας έπρηζε για το μπουασόν, μπουασόν, μπουασόν σιλ βου πλε. Εννοείται ότι από τη φούρια του ξέχασε τη μία σαλάτα και τις πίτες από τα φαχίτας, οπότε έτρωγες μόνο τη γέμιση και άμα σου άρεσε! Ήπιαμε και δύο μαργαρίτες τούμπανα και σουρώσαμε. Μες στη σούρα ήθελα να παρουσιάσω στον σερβιτόρο τα προνόμια της αεροπορικής μας εταιρείας και να του εξηγήσω πώς μετράς τα μίλια για το Βρυξέλλες-Αθήνα. Η προσέγγιση έγινε με κλασικό αρωματικό μαντηλάκι σε ασημί συσκευασία και logo με γλάρους, το οποίο κράδαινα περιχαρής και του φώναζα Καμαράααντ... καμαράαααντ! Καμία αντίδραση. -Κάνε κι άλλα. -Τι άλλο να κάνω καλέ, τον κώλο μου να του δείξω; Αυτός ο πανίβλακας είδε το μαντηλάκι έτσι ασημί και το πέρασε για καπότα, οπότε το έβαλε στο πορτοφόλι του και χαμογελούσε ύπουλα. Όταν παραγγέλναμε δεν μπορούσε να προσέξει, τώρα μας κοίταζε στα μάτια και έκανε και ερωτήσεις, που το βρήκαμε, αν έχουμε κι άλλο και αν έχει γεύση.

Φύγαμε χτες και εκεί στο αεροδρόμιο που γυροφέρναμε μας ακολουθούσε ένας Μουτζαχεντίν παντού. Και όσο κι αν είναι απόλαυση να βλέπω τη Βλαχοπούλου να χορεύει στα χαρέμια, δεν είχα καμία όρεξη να προσγειωθώ στη μέση της ερήμου και να περιμένω το καραβάνι των οχτώ και δέκα. Ευτυχώς σε κάποια στιγμή χάθηκε από το οπτικό μας πεδίο, ήρθε και το αιρμπασάκι μας και φύγαμε. Ο Λαρισαίος που καθόταν δίπλα μου ανέβλυζε καρδούλες, έφαγε και όλο το φαγητό του και μετά γκρίνιαζε ότι ήταν ανάλατο. Μου ήρθε να τον πετάξω από τον Όλυμπο την ώρα που περνούσαμε από πάνω, αλλά δεν άνοιγε το παράθυρο. Γαμώτο!

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Ήμαρτον

Ρώμη, Παρασκευή, 5 η ώρα το πρωί. Η Μανουέλα ακούει το ξυπνητήρι της και γυρνάει πλευρό ροχαλίζοντας. Σαν έτοιμη από καιρό, σαν θαρραλέα, αποχαιρέτα την την easy jet που χάνεις. Ενώ την περίμενα στην Αθήνα για να περάσουμε 4 ημέρες απόλυτης τρέλας, λαμβάνω γκρίκλις μήνυμα. Georgia eimai mousxaros kai vodi, me phre o upnos. Με συνοπτικές και πάντα δημοκρατικές διαδικασίες, κλείνουμε καινούργιο εισιτήριο για το βράδυ με την Α3. Η Μανουέλα έρχεται αναστατωμένη και χαμένη. Ισχυριζόταν ότι  η διπλανή της ήταν για δέσιμο και την αποτρέλανε και ότι η πτήση είχε σκαμπανεβάσματα και θα ξερνούσε. Όπως ένας κυριούλης χτες: Γεια σας, αύριο ταξιδεύει η πεθερά μου για Κέρκυρα, μπορείτε παρακαλώ να μου κάνετε πρόγνωση αναταράξεων; -Ναι, βεβαίως, στείλτε την καλύτερα μεθαύριο, θα έχει περισσότερο αέρα. Μα τι με ρωτάς άνθρωπε του θεού; Και μου έρχεται στα καπάκια ο επόμενος, για να πάθω τριπλό εγκεφαλικό: Να σας πω, ταξιδεύω από Ισπανία-Ελλάδα, πειράζει να καπνίζω στην πτήση; (πρώτο γαϊδουράκι). Και να σας πω, εγώ ανακατεύομαι, θα πρέπει να είμαι νηστικός ή δεν πειράζει; (δεύτερο γαϊδουράκι). Και αν ζητήσω καναν καφέ στην πτήση, θα τον πληρώσω; (τρίτο και φαρμακερό). Χωρίς σχόλιο. 



Παρασκευή βράδυ πηγαίνουμε στην Πανόρμου, κοριτσοπαρέα. Ευτυχώς δεν επιτρέπεται το κάπνισμα, επομένως καπνίζουν όλοι και βρωμάει, απλώς δεν έχει τασάκια. Κλασικό φαινόμενο. Συνειδητοποιήσαμε ότι όποια παρέα ήταν δίπλα μας σε λίγα λεπτά εξαφανιζόταν, έτσι, χωρίς λόγο και αιτία, οπότε μάλλον δεν ήταν η τυχερή μας μέρα για γνωριμίες. Μόνο στην τουαλέτα μας μίλησε κάποιος, όταν ανεβήκαμε με την Πένυ, κι αυτός ήταν για να της πει ότι εκεί είναι η αντρική. Του είπαμε ότι θα μπούμε μαζί στη γυναικεία και θα δει τι θα χάσει, για να μάθει να τη λέει στη φίλη μου. Α ναι, κι άλλος ένας, όταν βγήκα. Έπλενε τα χέρια του και εγώ περίμενα. Θες κι εσύ να πλύνεις τα χέρια σου;;; μου λέει. (Όχι με φτιάχνει να σε βλέπω να τρίβεσαι με το σαπούνι). -Εεεε, έτσι συνηθίζω μετά το κατούρημα, του λέω. Και γελούσε. Εκεί περιορίστηκαν και οι παρασκευιάτικες γνωριμίες μου.

Ήρθε σε λίγο και ο Άλεξ, ο φίλος της Μανουέλας και μας πρότεινε να πάμε σε ένα μπαράκι που έχει φοβερή μουσική. Στο Μπρίκι. Ο 50χρονος σερβιτόρος μας κάρφωνε με υφάκι μεγάλου εραστή, σε φάση "Μπρίκια κολλάω;" και κατά διαστήματα έμπαιναν γύφτισσες με λουλούδια και τα έχωναν στα χέρια του Άλεξ για να τα προσφέρει στις φίλες του με το στανιό. Η μουσική ήταν μια χαρά, έβαλε λας κέτσαπ, γουάι εμ σι όου και λαμπάντα, πράγμα που καθόλου δεν χαροποίησε τον Άλεξ, αλλά εμείς ενθουσιαστήκαμε. Πάνω στον ενθουσιασμό, βρήκαμε στο πάτωμα να κείτεται μια τεράστια τσάντα, η οποία δεν ανήκε σε καμία μας, ούτε στις διπλανές παρέες, ούτε και την έψαχνε καμία. Συγνώμη κυρά μου, φεύγεις από το μαγαζί και σου λείπει ένας όγκος, 8 κιλά, 55x40x20 εκ. (είδες πώς κόβει το μάτι μου από χειραποσκευή), και δεν παίρνεις χαμπάρι; Και τι τα κάνεις τα χέρια σου βγαίνοντας, απλά τα κουνάς και λες τι ωραία αισθάνομαι τόσο ανάλαφρη απόψε;!


Παρόλο που γυρίσαμε ξημέρωμα, το πρωί θέλαμε να πάμε και για κούρεμα. Το ξυπνητήρι χτυπούσε χωρίς οίκτο ανά 5 λεπτά για κανά μισάωρο, και εννοείται ότι προλαβαίναμε να δούμε και όνειρο στο ενδιάμεσο. Αναγκαστήκαμε να ξυπονήσουμε και να σηκωθούμε με την προοπτική να ξαναξεραθούμε το μεσημέρι. Ο κομμωτής μου έκανε ένα μαλλί playmobil. Νομίζω έγινα περίπου σαν τη γυναίκα του σερίφη. Ή μπορεί να είμαι περισσότερο pin pon. Για όποιον δεν τα θυμάται, σας βάζω και φώτο. Και θυμίστε μου να μην ξαναπάω. Μετά από το κούρεμα επιτυχία, γυρίσαμε σπίτι και συνεχίσαμε τον ύπνο μας, γιατί είχαμε πάρτι 90's το βράδυ. Πριν πάμε στο πάρτι, περάσαμε από το Rock n' Roll και φάγαμε πόρτα, έτσι για την όρεξη, για να πάμε στο πάρτι χορτάτες. Στο πάρτι είχε πολύ κόσμο, ήταν τόσο ωραίοι μαζεμένοι, που έπαθα αυτό που κοιτάς παντού και δεν μπορείς να στοχεύσεις κάπου να κοιτάξεις. Θα γνωρίσεις έναν κοντό, μελαχρινό άντρα. Μάλλον δεν σου πολυαρέσει, αλλά ανταλλάζεις και ένα facebook, γιατί έτσι είναι τώρα της μοδός. H Μανουέλα δεν ήξερε τα τραγούδια, αλλά χαιρότανε γιατί είχε πιει. Ο Άλεξ ήξερε τα τραγούδια, αλλά δεν χαιρότανε, γιατί οδηγούσε μετά. 

Την Κυριακή περιοριστήκαμε σε απλές εξόδους. Παίξαμε κουλοχέρη στο καζίνο και ήταν πολύπλοκο, δεν καταλάβαμε ακριβώς τι έπρεπε να κάνουμε, αλλά είχε ωραία χρώματα και ήχους. (Σαν διαφήμιση για κουβερτούλα της Playschool ακούστηκε). Μετά πήγαμε στον Κωνσταντίνο για φαγητό. Σταματήσαμε στην κάβα να πάρουμε και κάτι, να μην πάμε κι εμείς με άδεια χέρια και τα κουνάμε, σαν την κυρία που ξέχασε την τσάντα της. 
-Γεια σας, θέλουμε ένα λιμοντσέλο. 
Κοιτάει γύρω του απεγνωσμένος. Παίρνει το τηλέφωνο στα χέρια και πληκτρολογεί. Ρωτάει αν έχουν λιμοντσέλο. Μπλα μπλα μπλα.
-Δεν έχουμε λιμοντσέλο.
Κοζάρουμε το Campari ακριβώς πίσω από την πλάτη του. 
-Οκ, δώσε μας το Campari.
Αρχίζει να στριφογυρνάει απεγνωσμένος. Μετά από 3 λεπτά, του αποκαλύπτουμε ότι είναι εκεί, πίσω από την πλάτη του και δεν το ξέρει.
Το παίρνει, το κοιτάζει καλά καλά. Ξαναπιάνει το τηλέφωνο..Μπλα μπλα.. Να σου πω, πόσο έχει το Campari; 
Μάλιστα. Κάποιος περνούσε τυχαία από την κάβα και λέει δεν σταματάω να κάνω μεροκάματο;


Δευτέρα πρωί η Μανουέλα έφυγε, την πήγα στο αεροδρόμιο νωρίτερα για να δούμε και τις απογειώσεις. Θα ξαναέρθει τις απόκριες, για νέες περιπέτειες. Ως τότε θα μου στρώσει και το μαλλί και θα μπορώ να ντυθώ Κινέζα με την ησυχία μου. Λέτε να βάλω κόκκινο κιμονό η κίτρινο; Μέρες αμφιταλαντεύομαι για να αποφασίσω..