Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

Arrivederci Roma, it's time for us to part!

Ο καφές στο Βενιζέλο περιμένοντας τον Κωνσταντίνο μου βγήκε από τη μύτη. Πάνω που πήρα τον ωραίο μου καπουτσίνο και έκατσα την κωλάρα μου στο τραπέζι, να' σου πετιέται ένας τρελάρας, βρίζει όσους συναντάει στο διάβα του και έρχεται και κατσικώνεται δίπλα μου. 
-Σε πειράζει που έκατσα μαζί σου;
-Ε δεν είναι και το καλύτερο μου..
-Γιατί εεεε…εεπειδή είμαι..είμαι… νευρικός; Να φφφφύγω;?
Για να δείτε τι καλός άνθρωπος είμαι έφυγα εγώ! Καπουτσίνο στο χέρι και αρχίζω να περιφέρομαι με τη βαλίτσα μου, με τα πόδια να πατάνε Αθήνα και τη σκέψη να περιφέρεται κάπου στη Via del Corso, στο μαγαζί με τα λαχανί στριγκ και στο ζαχαροπλαστείο του Carmignani. Ξέχασα να σας πω ότι είχαμε αποφασίσει εκ των προτέρων να μην δούμε κανένα μουσείο και αξιοθέατο, αφού εγώ τα είχα χιλιοδεί σαν φοιτήτρια και ο Κωνσταντίνος σαν καμένος ταξιδιώτης στο έλεος του μπλε γλάρου.

Όταν φτάσαμε στη Ρώμη, βρήκαμε έναν μαφιόζο ταρίφα, τον Ρομπέρτο, ο οποίος μας πήγε στο ξενοδοχείο και μας είπε εξαρχής ότι θα μας γδύσει (ήταν κύριος, δεν μπορώ να πω). Το ξενοδοχείο που λέτε ήταν λίγο μακριά, αλλά ήταν ωραίο και γεμάτο μυρωδιές. Ο διάδρομος για παράδειγμα μύριζε ξίδι και το δωμάτιο χλωριούχο ροδάκινο. Ξεκουραστήκαμε λίγο και, ακριβώς ένα βήμα πριν την ασφυξία, είπαμε να κατεβούμε προς το κέντρο. Το γκομενάκι στη ρεσεψιόν, ονόματι Amadeus ή κάτι τέτοιο λατινογενές, μας πρότεινε να πάρουμε το βανάκι του ξενοδοχείου. Υποστήριζε ότι είναι γεμάτο, ενώ καθημερινά ήμασταν οι μοναδικοί επιβάτες και ο οδηγός μας έλεγε χαμογελαστός buongiorno και από μέσα του vaffanculo, γιατί τον βάζαμε να ετοιμάζει ταξίδια μοναχά για πάρτη μας.

Στο κέντρο ξεποδαριστήκαμε, αφού ο Κωνσταντίνος έβαλε στόχο να κάνει το γύρο της Ρώμης σε 80 ώρες. Σαν εναλλακτικά αξιοθέατα, είδαμε τη φίλη μου τη Manuela, τον Michael Jackson να χορεύει στην αρχαία αγορά, τον κήπο με τις πορτοκαλιές όπου χαλβαδιάζονταν ζευγαράκια και τον Άγιο Πέτρο από την κλειδαρότρυπα. Παρόλο που ταράξαμε τον cappuccino και τον espresso, το βράδυ κοιμηθήκαμε σαν μούσχαροι και ξυπνήσαμε για να δούμε το αντίστοιχο Ερωτοδικείο του Rai1: Τη λυπηρή υπόθεση του 22χρονου φοιτητή μηχανολογίας που σπούδαζε στο Τορίνο και η μάνα του τού έστελνε 800 ευρώ το μήνα, μέχρι τη στιγμή που ερωτεύτηκε μια κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερη με ένα πεντάχρονο παιδί στην αγκαλιά, οπότε άρχισε να δουλεύει σε ένα μπαρ για να τη συντηρήσει και έμεινε πίσω στο πτυχίο του. Η μάνα του, από την κακία της, του μείωσε το έμβασμα στα 200 ευρώ. Μια σοβαρή κατάσταση θέλει και σοβαρή λύση, πήγαν λοιπόν στο Ερωτοδικείο και, μετά την απόφαση του δικαστή ενώπιον όλης της Ιταλίας, υποχρέωσαν τη μάνα να σκάει και τα υπόλοιπα 600, για να βοηθήσει το παιδί στη νέα του ζωή. Ο Κωνσταντίνος ψέλλιζε τρομοκρατημένος Συγνώμη κι αν αυτή δεν θέλει να τα δώσει;  
Θα τα δώσει με το ζόρι, ερωτοδικεία δεν μου ήθελε;;;;


Ξαναπήραμε το βανάκι για να κατεβούμε στο κέντρο και διαπιστώσαμε ότι κάθε φορά ο οδηγός ήταν ο ίδιος, ο οποίος είχε βάρδια 20 ώρες τη μέρα. Συνεχίσαμε να περπατάμε για πάντα, με απώτερο στόχο να διασχίσουμε κατά μήκος όλο τον Τίβερη (ιδέα του Κωνσταντίνου ήτανε). Κοράκιασα κι έψαχνα απεγνωσμένα νερό για καμιά ώρα, ενώ δίπλα μου είχα ολόκληρο ποτάμι. Αργότερα πήγαμε και στο Rinascente, το γνωστό εμπορικό κέντρο, το οποίο ωχριούσε μπροστά στην ομορφιά του Τίβερη και το οποίο, σε αντίθεση με το ποτάμι, περπατιόταν μόλις σε 7 λεπτά. 

Φάγαμε μακαρόνια σε κάτι άλλους μαφιόζους από τη Νάπολη -πρωτότυπο- και μετά αποχωρίστηκα τον έρωτά μου που έφερνε σβούρες ακούραστα, για να πάω για τσάι με τη Manuela. Περάσαμε πρώτα από τη μπουτίκ της Roma για το δώρο του Μανώλη που ζει μόνο για το ποδόσφαιρο και απεχθάνεται τα χρωματιστά μακαρόνια. Εκεί, υποχρέωσα τον κακόμοιρο υπάλληλο που ήταν στα μέτρα του Μανώλη να δοκιμάσει τα φούτερ που μου άρεσαν και να κάνει γύρους για να διαλέξω. Ο Κωνσταντίνος γύρισε με μια μεγάλη σακούλα στο χέρι και αρνιόταν να μας πει τι ψώνισε, γιατί φοβότανε ότι βαδίζει προς την αποκλήρωση λόγω υπερβολικής σπατάλης και ότι από βδομάδα θα κατέληγε στο Ερωτοδικείο αντιμέτωπος με τη μάνα του σε κατάσταση υστερίας. Η κατηγορία θα αφορούσε τα συνεχή ταξίδια, τα 35 ζευγάρια παπούτσια, τα 99 πουκάμισα και το σαββατιάτικο έθιμο που ακούει στο όνομα Doors. Περιττό να σας πω ποιός θα κέρδιζε. 

Είχα λυσιάξει για κάστανα και δεν πρόλαβα να πάρω, οπότε όλο το βράδυ έψελνα τον Κωνσταντίνο ότι το πρωί το πρώτο πράγμα που θα κάνει είναι να μου βρει κάστανα, αλλιώς καφέ δεν έχει. Πράγματι, όλο το πρωί γυρνοβολούσαμε με την τσίμπλα στο μάτι κι ευτυχώς μετά από ώρα βρέθηκε ένας καλός μαυρούλης στο διάβα μας, γιατί ο Κωνσταντίνος ετοιμαζόταν να ρίξει νόμισμα στη φοντάνα και να ζητήσει κάστανα σαν μάννα εξ ουρανού. Αφού ευχαριστήσαμε τον Μαροκινό, καθήσαμε στο bar να πιούμε τον καπουτσίνο και η σερβιτόρα ήταν στρίντζω από τις λίγες, τραμπούκισε τη διπλανή χωρίς  λόγο και εμάς μας έφερε τον λογαριασμό με το ζόρι, χωρίς να τον ζητήσουμε. Εννοείται ότι μου ήταν εντελώς αδιάφορη, γιατί ήδη είχα προσηλωθεί στον ψηλό με τα μπλε στο ταμείο, εν δυνάμει γιο του ιδιοκτήτη, και οραματιζόμουνα να παίρνω τη θέση της στριμμένης και να σερβίρω καφέδες happily ever after.

Κάναμε τα τελευταία ψώνια μας, δηλαδή τα χρωματιστά μακαρόνια, που ο Κωνσταντίνος πήρε για διακοσμητικά κι εγώ για να τα φάω χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Επειδή ήταν εύθραυστα γεμίσαμε χειραποσκευές και ο Κωνσταντίνος κουβαλούσε μαζί και τα κουτιά από τα παπούτσια που δεν χωρούσαν στη βαλίτσα και δεν μπορούσε να τα αποχωριστεί με τίποτα. Ο ταξάρας μας ρώτησε αν φεύγουμε με
Alitalia και ετοιμαζόμασταν να βγάλουμε το περίστροφο, αλλά κρατούσαμε πολλά πράγματα και τη γλίτωσε. Εξηγήσαμε στον μπουρτζόβλαχο τι είναι η Aegean, και φτάσαμε στο αεροδρόμιο, όπου αυξήσαμε τις χειραποσκευές μας με ένα κρασί και καταλήξαμε φορτωμένοι σαν γαϊδούρια. Και μην ρωτήσει κανείς αν πετάει ο γάιδαρος! Πετάει και τρώει και σουτζουκάκι!!

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Μεγαλώσαμε και φέτος!

Η έξοδος για τα 27α γενέθλια έγινε σε ένα ρεμπετάδικο. Όταν κάλεσα για να κλείσω τραπέζι ο διάλογος ήταν απολύτως φυσιολογικός για κάθε νορμάλ άνθρωπο, αλλά εντελώς σουρεάλ για μένα, που μάλιστα κάλεσα και από το τηλέφωνο της δουλειάς.
-Γεια σας, θέλω να κάνω μια κράτηση για το βράδυ.
-Πόσα άτομα;
-Οχτώ.
-Ωραία, σε τι όνομα είναι;;;
-Γεωργία (..........Συγνώμη αυτός γιατί μου κλέβει τις ερωτήσεις; Τώρα θα μου δώσει και προθεσμία;................)
-Ευχαριστούμε που μας καλέσατε.
(ΝΑΙ μου κλέβει τις ατάκες, it's official!).



Ο Κώστας είχε βάλει ένα στουπί νέφτι στον κώλο και το Peugeot απογειώθηκε . Έτσι, ενώ το μαγαζί λεγότανε Αργώ, εμείς φτάσαμε γρήγορο, και μάλιστα πολύ γρήγορο.

Όταν καθήσαμε στην αρχή όλοι κοιτούσαν την ορχήστρα, εκτός από την Πένυ που κοίταζε την πιατέλα με τα ορεκτικά, και από το παιδάκι στο δίπλα τραπέζι που κοίταζε το Nintendo του. Μετά πείνασε κι αυτό και κοίταζε το Nintendo μπουκωμένο με λουκάνικο. Αφού μαζευτήκαμε όλοι η Έρη περιχαρής έκανε πρόποση για τα 27 μου χρόνια και για την καινούργια της δουλειά φωνάζοντας "ΤΟ ΞΕΡΕΤΕ ΟΛΟΙ ΟΤΙ ΕΧΩ ΑΠΟΛΥΘΕΙ". Έτσι το έμαθε και το υπόλοιπο μαγαζί. Μετά από αυτή την ευχάριστη πληροφόρηση φάγαμε το κατιτίς μας, κι εμείς τα κορίτσια της παρέας σηκωθήκαμε να χορέψουμε ένα χασαποσέρβικο που ήταν πιο αργό και από τον θάνατο και η Πένυ σιγοψιθύριζε ότι αν έβαζε πιο γρήγορο σίγουρα θα ξέρναγε. Αλλά και η απέναντι παρέα ήταν πολύ χορευταράδες. Ένας από αυτούς, ο Λευτέρης, είχε γενέθλια, καλή ώρα. Εκτός από γενέθλια, είχε και έντονο προγναθισμό (είμαι κακιά;). Αφού γίναμε όλοι σούρα, μες στην παραζάλη της φωνής του κυρ Πάνου, του μερακλή τραγουδιάρη, ο Σπύρος έριξε τη ζεμπεκιά του, ο Παναγιώτης έκανε παραγγελιές, και εγώ ανέβηκα στο τραπέζι λες και ήμουνα σε κανένα τελειωμένο σκυλάδικο. Ταυτόχρονα, το σαγόνι του Λευτέρη μας φαινότανε μικρό και ο γέρος τραγουδιάρης σαν εικοσάχρονο τεκνό. Φύγαμε κατά τις 4 και κάτι, πριν μας διώξουν με τις κλωτσιές.

Σήμερα το πρωί πήγα για ψώνια με τον πατέρα μου - ε να μην τον απομυζήσω μέρα που είναι; Από τα κρασιά και την αφυδάτωση, έπινα συνέχεια νερά. Ο πατέρας μου ανησύχησε, παιδί μου έχεις πιει τρία λίτρα νερό σε μια ώρα, για υπέρηχο θα πας; Εξυπνάδες γιατρού. Τα ψώνια πήγανε καλά πάντως. Αύριο το πρωί Ρώμηηηηηηηηη!

ΥΓ. Η καπουτσινιέρα κι εγώ σας ευχόμαστε καλή εβδομάδα με πολύ καπουτσίνο. Φιλάκια!

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ!

Η Κυριακή μας ήταν παραγωγικότατη. Η Έρη είχε συνέντευξη για μια δουλειά και της έδωσαν και ένα τεστάκι για το σπίτι. Μαζευτήκαμε μια οικονομολόγος, μια αγγλικού, ένας φιλόλογος και μια μεταφράστρια για να ενώσουμε τις γνώσεις μας και να απαντήσουμε στην εν λόγω δοκιμασία, τύπου ecdl, βαθμού δυσκολίας μηδέν - ή ας πούμε 1, επειδή μας άγχωνε και ο χρόνος. Με το Word πήγαμε πολύ καλά, αλλά το Excell το ψιλοήξερα μόνο εγώ. "Έρη μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ"!

Παρένθεση:
Τελευταία φορά θυμάμαι μου είχε πει αυτή τη φράση η Πένυ. Είχα τρακάρει Παρασκευή βράδυ και την επόμενη μέρα είχα κάτι εξετάσεις ιταλικά στο κέντρο. Πάιρνω έντρομη την Πένυ να πω τον πόνο μου.. "Γεωργία μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ". Έρχεται πρωί πρωί από το σπίτι να με πάρει. Για να μην πάμε μέχρι κέντρο το αφήνουμε σε έναν σταθμό του ηλεκτρικού. Δϊνω τις εξετάσεις, κάνουμε βόλτα, τρώμε, ψωνίζουμε, χαζεύουμε και γυρνάμε το απόγευμα. Πηγαίνοντας προς το αμάξι είχαμε πιάσει την πάρλα και περπατούσαμε, περπατούσαμε... Ρε βλάκα μιλάμε και περάσαμε το αμάξι! Πάμε πάλι πίσω. Ξαναπιάνουμε την πάρλα και το ξαναπερνάμε. Και πάλι πίσω. Και πάλι μπρος.
Γεωργία: Ρε συ εδώ δεν ήτανε το αμάξι;?
Πένυ: Μαλ**α...πάει το αμάξι...πώς θα πάμε το βράδυ στο club??
(Σοβαρή απορία ανθρώπου που μόλις έχασε το αμάξι του. Τελικά το είχε πάρει ο γερανός)

Στο θέμα μας τώρα: Της λέω λοιπόν "Έρη μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ"! Ξεκινάμε το Excell και αφού κάναμε το μισό, με παίρνει ο Μανώλης και σπεύδω να το σηκώσω για να λύσουμε κάτι δικά μας λες και δεν μπορούσαμε να τα λύσουμε σε ένα τέταρτο, αφήνοντας τους άλλους τρεις στο έλεος των κελιών και του V look up. Η Έρη ήθελε να είμαι η αφή στην άκρη των δακτύλων της, ότι αγγίζει να χει κάτι από μένα, αλλά επειδή απεδείχθη συνειδητοποιημένη πάτησε ότι βρήκε μπροστά της.


Αφού τελειώσαμε την εξέταση επιδοθήκαμε στο Trivial. Το ζάρι είχε δημιουργήσει μαγνητικό πεδίο εκεί στη μπαρμπουτιέρα-καπάκι του παιχνιδιού και έφερνε συνέχεια 3, οπότε τρελλαθήκαμε στα "Αθλητικά". Εννοείται ότι δεν ξέραμε τίποτα και ο Σπύρος τα απαντούσε χωρίς να πεταρίζει βλέφαρο. Ας μου πει κάποιος γιατί οι άντρες μαζεύουν τόσες άχρηστες πληροφορίες για το πότε πήρε μεταγραφή ο απαυτούλης και που πήγε την τάδε άσχετη χρονιά, που ενδεχομένως να μην υπήρχες καν; Έπαιξαν και κάτι άκυρες ερωτήσεις γεωγραφίας για ακατοίκητα νησιά του Αιγαίου, δεν ξέραμε που πάνε τα τέσσερα, και κάτι ερωτήσεις Ιστορίας -τετάρτης δημοτικού νομίζω- για τους Μινωίτες (δεν είμαι πιο έξυπνη από ένα δεκάχρονο). Ο Σπύρος, καθόσον ιστορικός, τα ήξερε πάλι όλα και μας προσέφερε πολύτιμη βοήθεια-μην-ανησυχείς,-εγώ-είμαι-εδώ, την ώρα που σφιγγόμασταν να απαντήσουμε σε απλές, καθημερινές ερωτήσεις: Πως λεγόταν ο Κορίνθιος ληστής που έριχνε τους διαβάτες από τον γκρεμό και τον σκότωσε ο Θησέας; "Λοιπόν, παιδιά είναι ξέρετε εκεί στην κακιά σκάλα, έχει και το τούνελ το όνομα του, όχι όπως πας για Κόρινθο όμως, όταν επιστρέφεις". Πες μου έτσι, με τη μία το βρήκα τώρα!

Γύρισα γεμάτη γνώσεις και αισθάνομαι περήφανη γιατί τώρα ξέρω ότι...
1) Η Κίμωλος έχει σχήμα κανονικό πεντάγωνο. Εγώ πάντως την γκούγκλαρα και τη βλέπω στραβοχυμένη.
2) Οι δροσουλίτες βγαίνουν τον Μάη. Γι' αυτό φαίνεται δεν τους είδαμε στις διακοπές.
3) Η Μυτιλήνη έχει δύο κόλπους. Μην ρωτήσεις τα ονόματα.

Και..για να μην νομίζετε ότι σήμερα το ξέχασα. Θα σας πω και για το ξεπαρθένιασμα της καπουτσινιέρας: Μια ιστορία γεμάτη κακουχίες, πόνο και δάκρυα. Τη βάλαμε στην πρίζα. βάλαμε και το νερό στην ειδική θήκη και την κάψουλα και η καπουτσινιέρα καμία αντίδραση. Ο Κωνσταντίνος την κοιτούσε σαν το πιλοτήριο του airbus, μόνο που έλειπαν οι οθόνες, το σύστημα παραγωγής συμβολογίας, ο ψηφιακός χάρτης και το modem δεδομένων. Βασικά ένα κουμπί είχε, με ένα φλιτζανάκι ζωγραφισμένο! Δεν ξέρω γιατί τρομοκρατηθήκαμε! "Κάτσε ρε Κωνσταντίνε, μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ". Βγάλαμε το χαρτάκι με τις οδηγίες. Είχε 4 απλά βήματα, για ηλίθιους: Βάλτε το νερό. Τικ. Κλείστε το καπάκι. Τικ. Πατήστε το κουμπάκι. Τικ. Βάλτε το φλιτζάνι από κάτω. Τικ. Ρε συ θα είναι χαλασμένο το πολύμπριζο! Ο Κωνσταντίνος έβαλε το κινητό του για να δει αν φορτίζει. Το κινητό ένιωσε, η καπουτσινιέρα τίποτα. Κατά τύχη είδαμε ένα on/off στο πίσω μέρος. Αγαπητοί κατασκευαστές: Κάντε τα βήματα 5, για τους πανηλίθιους. Ευχαριστούμε.

Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

Όλα τα airbus οδηγούν στη Ρώμη. Εντάξει.. όχι και όοοολα!

Μετά από μέρες μιζέριας, σήμερα επιτέλους ξύπνησα με χαμόγελο. Μάλλον επειδή πλησιάζει η εκδρομή στη Ρώμη την άλλη βδομάδα. Εκεί στη χώρα του καφέ να δεις καπουτσίνο που θα πιει ο Κωνσταντίνος!! Και μιας και διανύουμε δύσκολες μέρες, σκεφτόμαστε να κουβαλήσουμε πίσω και ένα τσουβάλι εσπρέσο για την καπουτσινιέρα (δεν μπορούσα να μην την αναφέρω και σήμερα, θα έσκαγα). 
Δεν σας λέω πολλά, γιατί ετοιμάζομαι να πάω στη δουλειά. Ποιος ξέρει τι θα ακούσουμε και σήμερα...Κανέναν νέο διάλογο, καμιά νέα εμπειρία όπως αυτές οι προχθεσινές της Πόπης...

... Με τον παππού που έκανε μαλ**ία και ζητούσε και τα ρέστα...
Έβαλα το όνομα και το επίθετο και τα ρέστα, μετά συμπλήρωσα τα στοιχεία της κάρτας και τα ρέστα, με πήγε στο βήμα 3 και τα ρέστα, ε και μετά μου κόλλησε ο υπολογιστής και το ξαναπάτησα. Και τα ρέστα. Τι να κάνω τώρα που έχω δύο κρατήσεις;;
 ...Με τον τύπο που δεν ήξερε τι θα πει διακριτικότητα...
-Μου δίνετε παρακαλώ τον αριθμό εισιτηρίου;
-Εεε μισό λεπτό....[ρε συ αυτή εδώ μου ζητάει αριθμό εισιτηρίου!.... -πες της ότι είσαι στο νοσοκομείο και δεν τον έχεις] ...Ναι με ακούτε; Είμαι στο νοσοκομείο και δεν τον έχω.
-Με συγχωρείτε, αλλά δεν γίνεται καμία αλλαγή χωρίς τον αριθμό.
-[δεν αλλάζει μου λέει χωρίς αριθμό!... -καλά κάτσε να ανοίξω τα email!!!]
 ...Με τον Αμερικάνο που ήθελε ακύρωση λόγω ασθενείας...
"I would like to cancel my flight from Kalamari to Thessaloniki for health reasons."
Καλαμάρι: Γιατί εκτός από καλό λάδι, ξέρουμε και από καλό θαλασσινό.

Για όλους αυτούς τους διαλόγους αγαπάμε τους επιβάτες. Εννοείται ότι μέχρι να φτάσουμε στη Ρώμη θα κοιτάζουμε πάλι τις φάτσες των διπλανών μας και θα στοιχηματίζουμε σε ποιους έχει μιλήσει ο καθένας. Θα είμαστε δύο άγνωστοι, όμως θα τους έχουμε ξεπαστρέψει την πιστωτική κάρτα με θανατηφόρους ναύλους, θα τους έχουμε κάνει το αίτημα για να κουβαλήσουν το βρωμόγατό τους κάτω από το κάθισμα και να νιαουρίζει μέχρι να φτάσουμε στο Fiumicino, ή θα τους ενημερώσαμε για τις διαστάσεις της χειραποσκευής και αυτοί θα μας γράψανε στα παπ**ια τους και θα φέρανε όλη τους την προίκα και κεφτεδάκια για το δρόμο. Θα πάρουμε το Blue για συντροφιά και θα το διαβάσουμε για χιλιοστή φορά δίπλα στη Fontana, στα σκαλιά την Piazza di Spagna, και στην τουαλέτα του Holiday Inn. Μπορεί να βγάλουμε και φωτογραφίες κρατώντας το μπροστά στο Κολοσσαίο, όπως η Αμελί με τον νάνο. 

Δέχομαι παραγγελίες για χρωματιστά μακαρόνια, κεφάλια παρμεζάνα, νέες ποικιλίες εσπρέσο και ό,τι άλλο σας έρθει.. ;)

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

Βγάλε το γράσο από το αυτί!

Σηκώνομαι να πάω για καφέ στον Κώστα πιο κάτω. Επειδή ξέρω ότι είναι άχρηστος, φτιάχνω και τον καφέ μου για να τον πάρω μαζί. Η μαμά στην κουζίνα και με κοιτάζει.
Μαμά πάω στον Κώστα θα πάρω και τον φρέντο μαζί.
Τι λες παιδί μου, στο ξένο σπίτι;
Ναι ρε μάνα, σιγά μην παρεξηγηθεί κιόλας!
Και που θα τον αφήσεις;
Στο τραπεζάκι.
Τον σκύλο;
Ποιον σκύλο χριστιανή μου;


Συμπέρασμα 1ο: Πώς ξεχωρίζουμε τον Freddy από τον φρέντο;
Αν δεν προσέξουμε την διαφορετική κατάληξη, κοιτάζουμε αν έχει ουρά και τέσσερα πόδια ή αν έχει αφρόγαλα.

Πάω προς την πόρτα, μαζί με τον καφέ μου (και το αφρόγαλα). Πατέρας με εγχειρισμένο μάτι ξαπλωμένος στον καναπέ.
Γεωργία φέρε μου το ipod πάνω από το τραπέζι!
(Καλά πότε πήρε ipod αυτός;!)
Πάω ξανά προς την κουζίνα και βλέπω το eye-pad για τους εγχειρισμένους.
Μάλιστα!

Συμπέρασμα 2ο: Αν εξηντάχρονος περιγράφει νέες τεχνολογίες, πες του να επαναλάβει την ερώτηση. Σίγουρα κάτι δεν θα άκουσες καλά!!

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Απολυθούμε ή όχι, τον καπουτσίνο μας θα τον πιούμε!

Πρώτη του μηνός σήμερα. Ο Κωνσταντίνος ξεκίνησε να μεταφέρει στο καινούργιο σπίτι τα άκρως απαραίτητα πράγματα: Εξηνταπέντε πουκάμισα, δύο κεριά, κάτι μίνιμαλ ζάρια και την καπουτσινιέρα. Η τελευταία ήταν ακόμα κλεισμένη στο κουτί της και την είχε στολίσει όπως μπαίνεις. Καθήσαμε στον καναπέ και εστιάσαμε στο πακεταρισμένο έκθεμα. "Δεν την άνοιξα, γιατί τώρα που την ξαναβλέπω, μου φαίνεται μικρή. Θα πάω να πάρω μια μεγαλύτερη. Έτσι κι αλλιώς εγώ σε αυτό το σπίτι μόνο καπουτσίνο θα σερβίρω, τουλάχιστον να τον φτιάχνω καλά". Σήμερα θα μετέφερε και τα υπόλοιπα εκατό πουκάμισα, ίσως άλλαξε και τη μηχανή. Θα πήγαινα ευχαρίστως για έναν καπουτσίνο, σκέφτομαι όμως ότι μπορεί να μου ανοίξει την πόρτα μόνο με το πουκάμισο και να πιούμε τον καπουτσίνο στη χούφτα.

Το ξέρω ότι έχω λυσάξει με την καπουτσινιέρα, αλλά δεν έχω κάτι πιο ευχάριστο να πω. Άραγε να φτιάχνει καλό καπουτσίνο-της-παρηγοριάς; Όλο το βράδυ δεν έκλεισα μάτι. Στη δουλειά απέλυσαν άτομα και από χτες επικρατεί πανικός. Το βράδυ θα μαζευτούμε για συμπαράσταση, δεν ξέρω αν θα παρηγορήσουμε εμείς αυτούς που φεύγουν ή εκείνοι εμάς που μένουμε, ούτε ξέρω κι εμείς για πόσο ακόμα μένουμε. Προς το παρόν χαμογελάμε και οργανώνουμε το επόμενο shopping therapy, για να μας περάσουν όλα!! Δεν θέλω κλάματα και αηδίες, άντε τώρα!!!!