Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Βράδυ Σαββάτου

Και πίνω μπύρες πίνω μπύρες.. Μετράω τα δάχτυλα του ποδιού του Βασίλη και τα βγάζω έξι. Ο Κώστας έχει πιει και συμφωνεί, ωχ ναι ρε μαλάκα έχει 6 δάχτυλα! Ο Βασίλης δεν σκύβει να καν να δει το μεταλλαγμένο πόδι του, κοιτάζει την Cameron Diaz στην tv. Επειδή ο Κώστας δεν είναι σε κατάσταση να κάνει δυο βήματα και να πάει να φέρει ποτά από την κουζίνα, στέλνουμε τον Βασίλη με τα 6 δάχτυλα. Γυρνάει σε κανά δεκάλεπτο και μας κοιτάζει σαν χάνος. Ο Κώστας εκφράζεται διστακτικά: Τώρα μαλάκα, να σε ρωτήσω που είναι τα ποτά;;; Καμία απάντηση. Εξαφανίζονται και οι δύο στην κουζίνα και κάνουν άλλο ένα δεκάλεπτο. Τί σκατά; Έρχονται με τρία μπουκάλια στα χέρια. Εγώ βάζω North και ο Βασίλης Tia Maria. Ο Κώστας κρατάει από τη μία την κόκα κόλα και από την άλλη την Ursus και, με κολπάκι έμπειρου μπάρμαν, βάζει ταυτόχρονα την κόκα κόλα και το ποτό (που ήταν η υποτιθέμενη ursus) και φτιάχνει ένα ωραιότατο τσιπουράκι-κόλα που μύρισε όλη η γειτονιά οινόπνευμα. Και το έβλεπε ότι ήταν διάφανη η ursus, αλλά του φάνηκε φυσιολογικό. Σαν να μην έφτανε η μαλακία που έκανε, τελειώσανε και τα παγάκια και έβγαλε μέσα από τα ποτήρια μας κανά δυό με τα βρωμοδάχτυλά του. Βλάκα, τα έχεις πλύνει τα χέρια σου; Κώστας και Βασίλης καμία αντίδραση. Είναι σε προχωρημένη αποσύνθεση. Κόβονται με την καρδιά ενός μαρουλιού. Άντε γεια η παρέα.

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Sea, Sun, Sand and Souvlaki

Φτάσαμε στη Χαλκιδική και ήταν ο ήλιος ντάλα, οπότε είπαμε να πάμε στην παραλία άμεσα. H ανώμαλη Αντωνία, η ιδιοκτήτρια των ενοικιαζόμενων, έκανε το μπανιστήρι της από το παράθυρο την ώρα που αλλάζαμε, με τη δικαιολογία "Έλα μωρέ γυναίκες είμαστε"! Μετά από αυτό το ευχάριστο-διεστραμμένο σκηνικό, ορμήσαμε στην παραλία γιατί νιώθαμε γύρω μας μια λάβα και μείναμε στο νερό για πάντα. Η λάβα αυτή μας έκανε να σκεφτούμε σουρεάλ ιστορίες, ότι δηλαδή είμαστε γκορμίτι του νερού και ο Κώστας ο Μαγμίων. Εννοείται ότι τραγουδήσαμε και το σχετικό ραπ κομμάτι μας για να αποτελειώσουμε την κατάσταση και να συνταράξουμε όλη την Κασσάνδρα. Λάαααβα! Είναι ο Μαγμίων καυτός! Τίιιι;;;; Είναι ο Μαγμίων καυτός!...Κώστας: Ξενερωμένος, στον κόσμο του, χαμένος στο συννεφάκι του, βαθιά νυσταγμένος, ιδρωμένος σε κοιτάζει με τα κροκοδειλίσια μάτια του. Πώς να μην του βγάλεις 2-3 παρατσούκλια τη μέρα;! Γιατί εκτός από Μαγμίων και κορμίτης, ήταν ήδη χασομέρης και τζιτζιφιόγκος.

Μετά το μούλιασμα πήγαμε να φάμε ένα τοστάκι. Δηλαδή για όποιον δεν κατάλαβε, αυτό το τετράγωνο ψωμάκι με ζαμπόν και κίτρινο τυρί. Τον είδαμε να κρατάει ένα μακρόστενο σάντουιτς.
-Ρε φίλε, δεν θέλουμε σάντουιτς, τοστάκι θέλουμε.
-Μα αυτό τοστ είναι, το σάντουιτς έχει γύρο.
-Και το σουβλάκι τι έχει, καλαμάκι;
-Το καλλλαμάκι είναι για να ρουφάμε.
-Αχά.. Δηλαδή αυτό το μακρόστενο είναι τοστ ζαμπόν-τυρί;
-Ναι με κασέρι.
-Α, για γκούντα το πέρασα.
-Ναι κασέρι, γκούντα.

Το βουλώσαμε και φάγαμε το απροσδιόριστο ψωμί με το απροσδιόριστο τυρί.


Σαν να μην είχαμε μουλιάσει αρκετά τόση ώρα, θέλαμε και βραδινό μπάνιο. Οργανωθήκαμε με ποτά και τρανσιστοράκι που έπαιζε τα αμερικάνικα, τα θεσσαλονικιώτικα και τα καψουροτράγουδα και πήγαμε στην παραλία. Εκεί ανάψαμε φωτιά και επειδή είχαμε έλλειψη από ξύλα, ο Κώστας σκέφτηκε να σπάσει όλο το ξύλινο beach bar για καυσόξυλα, τα οποία πετούσε αλύπητα στη φωτιά μαζί με τις πρόκες. Με συχνότητα μισής ώρας, ξεπετιόταν από το πουθενά μια καλοσυνάτη γιαγιά γύρω στα 105, με ένα άσπρο νυχτικό σαν σάβανο και μας φώναζε "Αλήηηητες, θα μας κάψετε ζωντανούς, τι ήταν να ζήσω να δω τέτοια πράγματα, θα σας φέρω την αστυνομία βρε κωλόπαιδα" και άλλα τέτοια γλυκόλογα. Το ξημέρωμα βρήκε τον Κώστα να τρώει γύρο στη λαδόκολλα από τα χεράκια του Μάκη.


Ευτυχώς προλάβαμε να κάνουμε βραδινό μπάνιο, γιατί την επόμενη μέρα η Πένυ είχε επισκέψεις, της ήρθε περίοδος και σιχτίριζε. Ψωνίσαμε Ob πυραυλάκια σε όλα τα μεγέθη, μικρά, μεσαία και σούπερ για έξτρα απόλαυση. Εν τω μεταξύ κατέφτασε και η Δανάη, η οποία έφυγε από το Τέξας, πήγε στην Αθήνα, από κει στη Λάρνακα, για να καταλήξει στη Θεσσαλονίκη φρεσκαδούρα, με 20 ώρες καθυστέρηση. Όπως μας συμβούλεψε ο Μαγμίων, φάγαμε κι εμείς σουβλάκια από τον Μάκη και έγινε ο νέος κολλητός μας. Την επόμενη μέρα τον πήραμε στο κινητό να μας φτιάξει την παραγγελία για να μην περιμένουμε στην ουρά, δεν ήμασταν τίποτα τυχαίοι..

Το βράδυ πριν να βγούμε κατεβάσαμε ένα μπουκάλι βότκα και άλλο ένα στο Angels, όπου και γίναμε θέαμα με τα χορευτικά μας. Γυρνώντας προς το δωμάτιο, γνωρίσαμε έναν Gregorrrry κι έναν Κώστα που τρώγανε σκορδόψωμα και ήταν από την απαγορευμένη χώρα. Άρχισαν να κάνουν στη Δανάη ένα μακρυνάρι κλασικών ερωτήσεων "Από που είσαι; Έχεις ξανάρθει Χαλκιδική; Θα καθήσετε μέρες;" κλπ. Αυτό το χαρούμενο τελετουργικό της χαιρετούρας επαναλαμβάνεται με κάθε άγνωστο που συναντάς στο δρόμο. Με τον ίδιο τρόπο γνωρίσαμε και τους διπλανούς μας και γίναμε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα ένα πρωί, μετά το ξενύχτι στο Pearl Club. Εκείνοι κλείστηκαν απέξω, και τους κάναμε παρέα μέχρι να ξυπνήσει η ανώμαλη Αντωνία και να τους βρει το δεύτερο κλειδί. Ο ψηλός της παρέας τους έμοιαζε με τον Άβερελ Ντάλτον. Το κλου της παρέας όμως ήταν ο Πόντιος Χάμπος, στον οποίο και τραγούδησα το ραπ μου σε παραλλαγή, Λάβααα, είναι ο Χάμπος καυτός! Τίιιι;;; Είναι ο Χάμπος καυτός! Ο Κώστας εγκλιματίστηκε τόσο σύντομα που έπινε μπύρες και ρευότανε σαν μούσχαρος.




Την τελευταία μέρα στην παραλία το ταμπόν είχε την τιμητική του, στουμπώσαμε και οι τρεις μας και παραλίγο να κεράσουμε κανένα και τον Κώστα, για να μην νιώθει μειονεκτικά. Εκεί στην αμμουδιά του βγάλαμε και τα παρατσούκλια της ημέρας, που ήταν μπακαλόγατος και αρχοντοχωριάτης.

Τελευταίο βράδυ αποφασίσαμε να πάμε οι 4 μας για ένα χαλαρό ποτό στο Bar-bouni. Τελικά δεν ήταν χαλαρό και φυσικά δεν ήταν ένα. Κατέφτασε το λοιπόν και ο Μάκης από σπόντα και είχε μια γεύση τζατζικιού στα χείλη - Μα τι γύριζες; Ολημερίς τη σκληρή σούβλα του γύρου πλάι στη θάλασσα. Εννοείται ότι σε λίγο ήρθε και το τσούρμο των διπλανών μας, γνωρίσαμε και κάτι Κυπραίους και γίναμε πολλοί. Ξεχάσαμε την ιδέα της χαλάρωσης, ξεκινήσαμε να πάμε για τρελό κλάμπιγκ και στο δρόμο ήμασταν σαν να πηγαίνουμε σχολική εκδρομή στο άλσος της περιοχής μας. Ευτυχώς αργότερα μαλλιοτραβηχτήκαμε με τους Τσυπραίους και λιγοστέψαμε, πρακτική λύση για να χωρέσεις στο stand. Το club ήταν μια χαρά, μόνο που ο dj έκλεισε το πρόγραμμα λίγο απότομα, την ώρα που οι σέξυ γκόμενες με τα σορτσάκια λικνίζονταν στη μπάρα και χόρευαν το Σφύριξα κι Έληξες. Έτσι λοιπόν πέρασε και το τελευταίο βράδυ στην Κασσάνδρα και παρόλο που δεν σας είπα ούτε τα μισά, δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά γίναμε μια ωραία ατμόσφαιρα γίναμε ;)

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

My dreams, my reality

Σάββατο πρωί, ξύπνησα κι έτρεχα για σεμινάριο. Πήρα έναν φρέντο στο χέρι και μια τυρόπιτα δώρο- νέα προσφορά του Flocaffe. Πριν προλάβω να φάω μια μπουκιά, ο φύλακας μου την άρπαξε από το χέρι γιατί τη λιγουρεύτηκε. Προσπάθησα να ξεχάσω την πείνα μου και αφοσιώθηκα στο σεμινάριο για την έκδοση του round the world ticket. Ξεκινάς από ένα σημείο και κάνεις κυκλικά τον γύρω του κόσμου. Εντυπωσιάστηκα και ονειρεύομαι ήδη το ιδανικό μου κυκλικό δρομολόγιο:

Θα ξεκινήσω από Αθήνα και θα πάω Ζυρίχη. Θα κάνω σκι, θα πιω καφεδάκι στο σαλέ, θα φάω σοκολάτες και θα πάρω για σουβενίρ έναν ελβετικό σουγιά. Στον έλεγχο αεροδορμίου, όταν θα συνεχίζω για Νέα Υόρκη, θα μου κατάσχουν το σουγιαδάκι γιατί θα θεωρήσουν το αγγελικό μου πρόσωπο ύποπτο για αεροπειρατεία. Θα με μυρίσει ένας σκύλος σαν τη Ρόζα, αλλά λίγο πιο σπιούνος, θα με ψάξουν παντού και θα μου δώσουν καθαρτικό για να ξεράσω τα σύνεργα που κρύβω στην κοιλιά μου. Αφού αποδειχθεί η αθωότητά μου, θα κάνω ανενόχλητη το υπερατλαντικό ταξίδι μου. Θα φωτογραφηθώ με το άγαλμα της ελευθερίας και τους ουρανοξύστες, θα στείλω καρτ ποστάλ στους φίλους μου για να λυσιάξουν και θα το ρίξω στο shopping therapy, ώσπου να μην μου μείνει φράγκο. Παίρνω την πτήση για Λας Βέγκας, όπου σε μια νύχτα κερδίζω εκατομμύρια, παντρεύομαι έναν πλούσιο βραζιλιάνο ποδοσφαιριστή και το σκάμε  για Βραζιλία την άλλη μέρα. Μένω στο ίδιο σπίτι με την πεθερά μου που αλέθει όλη μέρα καφέ και με διαολοστέλνει στα βλαχοπορτογαλλικά, ενώ το μοσχάρι ο άντρας μου ασχολείται όλη μέρα με τα μουντιάλ. Το σκάω νύχτα από το σπίτι μόνο με τη χειραποσκευή μου και ένα βρακί και παίρνω την πτήση για Αυστραλία, όπου επισκέπτομαι τους αβορίγινες και τους θειούς μου που έχουν ανοίξει σουβλατζίδικο. Μου δίνουν ταπεράκι με κεφτέδες για το δρόμο και ένα ματάκι για καλή τύχη και με αποχαιρετάν. Πάω μια βόλτα στο Πεκίνο, γιατί γουστάρω τους Κινέζους όπως είναι ήδη γνωστό και παίρνω κινέζικα ρούχα κοψοχρονιά για να αναπληρώσω τη ντουλάπα που ξέχασα στη Βραζιλία. Ψάχνω για μπούρκα γιατί θέλω να συνεχίσω για Αφγανιστάν, αλλά δεν βρίσκω καμια στο στυλ μου και μόλις πατάω το πόδι μου στο Αφγανιστάν με συλλαμβάνουν και με πηγαίνουν στην πλατεία για τον λιθοβολισμό, επειδή φαινόταν η φτέρνα μου γυμνή. Ξενερώνω τη ζωή μου και ακυρώνω το ταξίδι μου για Κωνσταντινούπολη, οπότε ξαναγυρίζω στην Αθήνα και κάθομαι στα αυγά μου και οργανώνω domestic διακοπές με τη φραπεδιά στο χέρι και το τάβλι πλάι στο κύμα. Το πόρισμα της ημέρας είναι: Live your myth in Greece.

Μετά από όλα αυτά τα όνειρα πήγα για μπάνιο και τον ψιλοπήρα στην παραλία πάνω στα βράχια, πιάστηκα ολόκληρη. Γύρισα σπίτι αργά μεν, απτόητη δε, έβαλα το μίνι λαμέ μου και τα δωδεκάποντα και όπως ξαναέφευγα, χαιρετούσα τον πατέρα μου στην πόρτα, την ώρα που ψέλιζε φρικαρισμένος "παιδί μου που πας έτσι;;;". Μα που αλλού θα μπορούσα να πηγαίνω φεγγοβολώντας; Στο Μπουρνάζι! Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και έφυγα με το μικροσκοπικό τσαντάκι μου παραμάσχαλα. Χωρούσαν μόνο κλειδιά και λεφτά. Τα υπόλοιπα τα έβαλα στον μάρσιπο, ο οποίος μου φύτρωσε σε λίγο μέσα στην τόση καγκουριά. Με την Πένυ μας συνεπήρε το νταούλι, οπότε βγάλαμε χορογραφίες, πετάξαμε και τα τακούνια για να κουνηθούμε πιο άνετα και οι πατούσες μας έπιασαν μύκητες και πλευρώτους και άλλαξαν χρώμα. Μια ώρα τις έτριβα την άλλη μέρα για να έρθουν στα ίσα τους!

Κλείσαμε και τα εισιτήρια για Χαλκιδική. Πέντε και σήμερα ;)

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Βρέχει και σε σκέφτομαι..

Ο καημένος Φρεντάκος αυτές τις μέρες στεναχωριέται και του κάνω παρέα τα απογεύματα, γιατί κλαίει και κοιτάζει συνέχεια μέσα στο σπιτάκι της Ρόζας με απορία. Την ψάχνει, αλλά η Ρόζα πέθανε την προηγούμενη Παρασκευή, σχεδόν 14 χρονών. Το άσχημο ήταν ότι την βρήκα εγώ γυρνώντας από τη δουλειά και ότι αυτές τις μέρες οι γονείς μου έλειπαν σε ταξίδι. Να μην σας πω για το πως πήραμε τον σκύλο με τον Κωνσταντίνο, γιατί δεν είμαι για δακρύβρεχτες εξιστορήσεις. Ο αδερφός μου ο αχαΐρευτος θυμίζει στον Φρέντυ τα καλά της υπόθεσης, πχ. ότι τώρα θα έχει όλα τα κόκαλα για πάρτη του και ότι θα έχει κι ένα έξτρα σπιτάκι για εξοχικό τώρα το καλοκαιράκι.

Το σαββατοκύριακο ήρθαν και τα παιδιά να κάνουμε παρέα στον Φρέντυ. Δεν πολυγούσταρε βέβαια, ήθελε την ησυχία του ο άνθρωπος. Χτες και σήμερα ήταν κάπως καλύτερα. Πήγαμε βόλτα, φάγαμε και δρακουλίνια. Και πάλι όμως έχει τη θλίψη στο βλέμμα του. Μέσα σε όλα πρέπει να βαριέται κιόλας. Τι διάολο κάνει άραγε ένας σκύλος όλη μέρα;


Ρόζα ο Φρεντάκος κι εγώ σε σκεφτόμαστε συνέχεια και μας λείπεις πολύ.