Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Τα μακαρόνια που 'φαγα, άμα θα τα ενώσω


Το ταξίδι στη Μασσαλία ξεκίνησε με πείνα. Κατά τη διάρκεια της πτήσης, ο Τόμπρος κατάπινε τη σπανακόπιτα άψητη, η Ειρήνη κατάπινε ένα μπλόκι βούτυρο αμάσητο και ο Θανάσης ξεροκατάπινε επειδή άλλαξε το λόγκο στα υγρά μαντηλάκια της Aegean.

Όταν φτάσαμε στη Μασσαλία προσανατολιστήκαμε αμέσως, γιατί ο Κερκυραίος σάλιωσε το δάχτυλό του και ένιωσε το φύσημα του μαΐστρου. Σέρνοντας τις βαλίτσες μας, περάσαμε μπροστά από όλη την Αλγερία και φτάσαμε στο ξενοδοχείο μας, κοντά στο παλιό λιμάνι, που μύριζε ταυτόχρονα ψαρίλα και σαπούνι Μασσαλίας. Κάναμε βόλτα για να δούμε τις ομορφιές της πόλης και σε λίγο η γαλλική κουζίνα άρχισε να μας γνέφει, κι έτσι φάγαμε πίτσες και μακαρόνια σε ιταλικό εστιατόριο. Ο Θανάσης εκείνο το βράδυ μας παρακίνησε στον αλκοολισμό με ροζέ κρασί και έταξε στη Μαρία να καλοπαντρευτεί. Το ίδιο βράδυ η Μαρία παραμιλούσε και έκανε συζήτηση με τον Θανάση κανονίζοντας τα του γάμου.

Το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε με διάθεση για εκδρομή, και μες στο αμάξι φορτώσαμε τον Κωνσταντίνο στο αμπάρι και οι άλλοι 5 βολευτήκαμε στην καμπίνα επιβατών, κρατώντας ένα παλούκι που μας περίσσευε από κάπου. Ο δρόμος προς το Montpellier ήταν ευχάριστος χάρη στις μουσικές επιλογές του Θανάση που πατούσε ότι έβρισκε και όταν άλλαζε σταθμούς άναβε αυτόματα και το air condition και μας δρόσιζε.

Στην Place de la Comédie ξαναθυμήθηκα τα φοιτητικά μου χρόνια και ξαναβρήκα το μαγαζί με τις καρτποστάλ και από τη συγκίνηση πήρα 45 κάρτες, άνευ λόγου και αιτίας. Μετά άρχισα να ψάχνω ένα μαγαζί ονόματι Gibert για να αγοράσω διακορευτές, και οι φίλοι μάλλον δεν ήξεραν τι είναι γιατί έσπευσαν να με πουν ανώμαλη. Στην αναζήτηση του μαγαζιού αυτού πέσαμε πάνω στις τρομοκρατικές ενέργειες και ο Τόμπρος βρήκε ευκαιρία να ξεφύγει και να κάτσει για καφέ μια ώρα αρχύτερα. Ο καφές ήταν πολύ ωραίος, αλλά αν ήθελες και νερό έπρεπε να λύσεις έναν γρίφο για κάποιο "βιτέλ", αλλιώς κοράκιαζες.



Στην επιστροφή από το Montpellier κάναμε γύρους και διπλοπληρώσαμε τα διόδια, μέχρι που το gps μας έβρισε α λα γαλλικά και βρήκαμε τον σωστό δρόμο. Λίγο πριν φτάσουμε, κάναμε μια καλή πράξη χαρίζοντας 3 λίτρα βενζίνη σε έναν αναμαλλιασμένο Γάλλο που έσπρωχνε το παπάκι του καταϊδρωμένος. Με την καλή μας αυτή πράξη αρχίσαμε να νιώθουμε ξεχωριστοί, κάπως σαν τον Χάρυ Πότερ, αλλά μετά από λίγη ώρα συναντήσαμε τον καράφλα ρεσεψιονίστ που μας γείωσε με τρεις απλές κινήσεις, διότι δεν έχουμε διαβάσει τον Πολιτικό του Πλάτωνα, δεν έχουμε αποστηθίσει τις κοσμοθεωρίες του Πυθαγόρα και αγνοούμε παντελώς τον μύθο της Μάυρης Παρθένου. Για να μας αποτελειώσει, άνοιξε μπροστά μας έναν χάρτη και μας επέπληξε γιατί δύο μέρες τώρα δεν έχουμε δει τίποτα από τη Μασσαλία.

Ξυπνήσαμε χαράματα καταγχωμένοι, για να προλάβουμε να γυρίσουμε τις ακτές τις πόλης και από τη φούρια μας να προλάβουμε μπήκαμε λαθρεπιβάτες σε περαστικό λεωφορείο και εμένα έτρεμε το φιλοκάρδι μου. Κάπου εκεί στα κύματα είδαμε και τον καράφλα να κάνει κρόουλ και τον χαιρετήσαμε από ψηλά, και σε λίγο ήπιαμε καπουτσίνο στην υγειά του στο David, δίπλα σε κάτι πιατέλες αστακών. Η θάλασσα μας άνοιξε την όρεξη όλων, εκτός από τον Κωνσταντίνο γιατί αυτός είχε φάει μεσημεριανό στις 12, σαν σωστός Γάλλος. Οι υπόλοιποι φάγαμε μακαρόνια στο Fuxia και ο Τόμπρος τραβούσε το τελευταίο ψίχουλο από το πιάτο με νύχια και με δόντια, την ώρα που η σερβιτόρα του το έπαιρνε από τη χέρα. Το βράδυ κάναμε σουαρέ στο τρίκλινο δωμάτιο πίνοντας κρασί και η Μαρία είχε πιάσει κουβέντα με μηνύματα με κάποιον που δεν είχε τον αριθμό του ούτε ήξερε ποιος είναι, αλλά ήταν εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι είναι ο φίλος της ο Νίκος επειδή στο "τι κάνεις" απάντησε "είμαι αραχτός στον καναπέ".

Την επόμενη μέρα, μαζέψαμε τα μπαγκάζια μας και φύγαμε για τη Βαρκελώνη. Ή μάλλον δεν φύγαμε, γιατί η πτήση μας είχε περίπου δέκα ώρες καθυστέρηση. Όλοι ξενέρωσαν, εκτός από τον Κωνσταντίνο που το βλέμμα του ξεχείλιζε σπινθηροβόλο ενθουσιασμό, και ένα τρίχρονο παιδάκι που ενθουσιάστηκε κ εκείνο, τρέχοντας και γκαρίζοντας και τις δέκα ώρες.

Το σπίτι που είχαμε νοικιάσει στη Βαρκελώνη ήταν ένα μέγαρο με 15 υπνοδωμάτια και 1 wc μια σταλιά, δύο επί τρία.

Στη Βαρκελώνη περπατήσαμε μέχρι τη Σαγράδα Φαμίλια, η οποία ήταν υπό κατασκευή με τους γερανούς από πάνω, ακριβώς έτσι όπως την άφησα το 2004. Κάναμε βόλτα στη Ramplas και καταλήξαμε στο άγαλμα του Κολόμβου και στο εμπορικό όπου κάναμε φανταστικά ψώνια, ενώ ο Κωνσταντίνος συνέχισε τον ποδαρόδρομο για πάντα. Ακολουθεί σχεδιάγραμμα με τις παράλληλες διαδρομές μας.


Γεωργία-Θανάσης-Μαρία-Γιώργος-Ειρήνη



Κωνσταντίνος

Το βράδυ φάγαμε κάτι πρωτότυπο, δηλαδή μακαρόνια.

Την επομένη, φορτισμένοι με την ενέργεια που είχαμε μαζέψει από τα μακαρόνια τόσων ημερών, επισκεφθήκαμε το Park Guell, και μέχρι να φτάσουμε ανεβαίναμε ανηφοριές και μας βγήκε η γλώσσα. Ο Τόμπρος αρνήθηκε να παραδεχτεί ότι κουράστηκε και όταν επιτέλους φτάσαμε στις κυλιόμενες αυτός ανέβαινε από δίπλα, από τις κανονικές σκάλες, όπου κάπου στο τέλος, με 300 παλμούς το λεπτό, παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του καθήμενος στο κρύο μάρμαρο, αντίκρυ στη σαλαμάνδρα του Γκαουντί. Από το κρύο μάρμαρο φωτογραφίσαμε τη σαλαμάνδρα, το ζαχαρόσπιτο και καμιά διακοσαριά Κινέζους, οι οποίοι ήταν εξοπλισμένοι με ένα μαραφέτι-παλούκι, στην άκρη του οποίου εφάρμοζαν το κινητό τους και έβγαζαν selfies.

Ακολούθησε βόλτα στο κέντρο και μπέργκερς χωρίς το πάνω ψωμάκι στο Mordisco.

Ο στόχος είναι να ξαναπάμε στη Βαρκελώνη το 2026, για να δούμε την πρόοδο της Σαγράδα Φαμίλια. Και αν το αεροπλάνο έχει πάλι καθυστέρηση, θα ενώσουμε μακαρόνια δέκα ετών και θα φτάσουμε πιο γρήγορα από τη Vueling. Αυτό είναι σίγουρο.